Η ακατάληπτος ουσία του Θεού και η γνώσις των ακήρατων θείων ενεργειών

Του π. Διονυσίου Λαζαρίδη στη Romfea.gr
Ο άμεσος στόχος του κάθε πιστού όσο βρίσκεται εν ζωή είναι να γίνεται κοινωνός ή αλλιώς μέτοχος θείας φύσεως, Πετρ. 1,3-4, ειδάλλως έχει αποτύχει ως ύπαρξη εις τον κόσμον τούτον.
Αυτό στην πράξη ως διαδικασία ακούγεται θεωρητικά αδύνατον, από τη στιγμή που η θεία φύσις του Τριαδικού Θεού είναι αναφής, απερίγραπτος και απερινόητος.
Μολαταύτα, ο Ουράνιος Πατήρ προνόησε για αυτό, δεν άφησε το πλάσμα του να πελαγοδρομεί απομονωμένο σε μία μοναχική πορεία, αλλά ουκ απέστη πάντα ποιών.
Για το λόγο αυτό έστειλε το Μονογενή του Υιό στον κόσμο όχι μόνο για να συναναστήσει τον πεπτωκότα άνθρωπο από τη φθορά της εγωπαθούς αμαρτητικής ροπής αλλά και για να συνεχίζει ακαταπαύστως να τον καθαίρει, να τον αγιάζει και να τον φωτίζει διαμέσου των θείων, αιωνίων ενεργειών Του.
Ο άνθρωπος έρχεται σε κοινωνία με τις άκτιστες ενέργειες διαμέσου του Ιησού Χριστού, που ως Υιός και Λόγος του Θεού σαρκώθηκε για να απολαμβάνει ο κάθε πιστός τη δόξα Του. (Ίνα θεωρώσιν την δόξαν την εμήν.) Ιω. 17,24.
Ο Λόγος σαρκώθηκε όχι για να κρυφτεί ή να αποστερήσει την ουράνια δόξα του από τον κόσμο, αλλά για να κάνει τον άνθρωπο αληθινό συμμέτοχο της θείας δόξης Αυτού. Ιω.17,24.
Ο άνθρωπος συναντά τη δόξα του Θεού σε ένα πνευματικά καρποφόρο μονόδρομο, μέσα από το άκτιστο πλέγμα της τελείας κοινωνίας αγάπης. (Ίνα η αγάπη ην ηγάπησας με εν αυτοίς ή.) Ιω.17,26
Άσειστο θεμέλιο αυτής της τελείας κοινωνίας, αποτελεί η ανιδιοτελή αγάπη του πιστού πρώτα μετά του πλησίον του, (αγαπάτε τους εχθρούς ημών, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν ημάς), Ματθ. 54,44, πρόκειται για την τελεία αγάπη προς τον πλησίον που τον βλέπει καθημερινά και δευτερευόντως έρχεται αγάπη προς τον Θεόν, τον οποίον (ουδείς, εώρακεν πώποτε.) Ιων,Α,18.
Πρόκειται για μία άδολη άνευ ανταποδόσεως μορφής τελείας αγάπης, που οδηγεί τον πιστό διαμέσου των ακτίστων και αιωνίων δωρεών, σε μία ακραιφνή αγαπητική ενότητα με τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, (ίνα όπου ειμί εγώ κάκείνοι ώσι.) Ιω. 17, 24.
Αυτή η προσωπική συνάφεια με το Χριστό που κάνει τον άνθρωπο συμμέτοχο της θεογνωσίας, δηλαδή κατά χάριν κοινωνό της αιωνίου δόξης του Θεού, ερμηνεύεται από τους Αγίους Πατέρες ως διάκριση ουσίας και ενέργειας.
Βάση αυτής της διάκρισης, ενώ προηγουμένως ο Θεός θεωρείτο απρόσιτος στην ουσία Του, τώρα γίνεται προσιτός διαμέσου των αιωνίων θείων ενεργειών Του.
Παρότι οι θείες ενέργειες είναι αχώριστες από την θεϊκή ουσία, δύνανται να κατεβαίνουν εις τον κόσμο και να τον προσεγγίζουν, τοιουτοτρόπως όπως οι ακτίνες του ηλίου ζεσταίνουν την γη, κατά αυτόν τον τρόπο οι άκτιστες ενέργειες, μπορούν να δημιουργούν τις προϋποθέσεις για τη φανέρωση και τη συνεχή κοινωνία της θεϊκής φύσεως και μετοχής με τον άνθρωπο.
Μέσα από αυτό το φάσμα ο Θεός αποκαλύπτει τη μυστική δόξα Του στον κόσμο, που τώρα κατορθώνει χαρισματικά και ως δωρεά, (κατά το ουδείς άξιος), να βιώνει μυστικώς την παρουσία του Θεού, καθώς γίνεται κοινωνός της φανέρωσης της θείας φύσεως μέσα από τις άκτιστες θείες ενέργειες, οι οποίες όμως συνεχίζουν να παραμένουν αχώριστες από τους κόλπους της Αγίας Τριάδος.
Διά της διακρίσεως ουσίας και ενέργειας, η αναλλοίωτος δόξα του Θεού γίνεται ορατή μέσα από τη μετοχή του πιστού στην αιώνια φωτιστική γνώση, η οποία ενεργείται διαμέσου των ιερών μυστηρίων, ή της προσκύνησης του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, των ιερών εικόνων και των τιμίων λειψάνων.
Εκείνοι λοιπόν που αποφασίζουν να βανδαλίζουν τις ιερές εικόνες, τους οποίους ευχόμαστε από καρδιάς ο Θεός να ελεεί και να σώζει, στην ουσία ορθώνουν μηδαμινό ανάστημα, (σκληρόν σοι προς κέντρα λακτίζειν), Πραξ 26, 14, ενώπιον των θείων και άκτιστων ενεργειών του Θεού, που ενυπάρχουν μυστικώς, στα εικονιζόμενα πρόσωπα, για να ενεργούν, να πληρούν και να ζωογονούν τον χειμαζόμενο από το βαθύ σκότος και καταστροφικό τέλμα άνθρωπο.
Εν κατακλείδι, η θεωρία διάκρισης και ενέργειας του Θεού, καθίσταται ως η ευεργετική και μοναδική αιτία του να κατορθώνει ό άνθρωπος να γνωρίζει την ύπαρξη του, να μαθαίνει, να ερευνά, να κατανοεί, να αγαπά και να συγχωρεί διαμέσου των δωρεών των ακτίστων θείων ενεργειών, τα λοιπά έλλογα και άλογα κτίσματα, να γνωρίζει πως να ημπορεί να αισθάνεται, να βιώνει, να ανακαλύπτει την ύπαρξη και παρουσία της δόξης του Θεού εις το κέντρον της καρδίας του, αποκτώντας ταυτόχρονα άμεση γνώση της αγάπης, της σοφίας και της ουράνιας χαράς του Θεού. (Ίνα έχωσι την χαράν την εμήν πεπληρωμένην εν αυτοίς.) Ιω.17,13.




