Οικουμενικό Πατριαρχείο: Οι γεωπολιτικές προκλήσεις και η σύγχρονη μαρτυρία

Μια σειρά επιστημονικών διαλέξεων εξηγεί τον ιστορικό και διπλωματικό ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στην Ορθοδοξία και τον σύγχρονο κόσμο.
Οι διαλέξεις λαμβάνουν χώρα στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο Αθηνών στο πλαίσιο του έργου του εν Αθήναις Γραφείου Εκπροσωπήσεως του Οικουμενικού Πατριαρχείου, με τη συνεργασία επιστημονικής επιτροπής καθηγητών της Θεολογικής Σχολής του ΕΚΠΑ.
Τίτλος τους «Το Οικουμενικό Πατριαρχείο στην Ορθόδοξη Εκκλησία και στον σύγχρονο κόσμο».
Η σειρά διαλέξεων τελεί υπό την υψηλή αιγίδα του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου και επιχειρεί να φωτίσει τη θέση και τον ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Μεταξύ των θεμάτων που θίγονται είναι η σχέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου με τη Ρωμηοσύνη της Πόλης και την Ορθόδοξη Διασπορά ανά τον κόσμο, η ευθύνη και ο συντονισμός των θεολογικών διαλόγων με τις άλλες Εκκλησίες και χριστιανικές Ομολογίες, η προετοιμασία και διεξαγωγή της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου το 2016 στην Κρήτη, η συνοδικότητα της Εκκλησίας σήμερα, οι πρωτοβουλίες του Οικουμενικού Πατριαρχείου για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, το ζήτημα της αποδοχής και προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από την Ορθόδοξη Εκκλησία, η σχέση Κωνσταντινούπολης και Μόσχας άλλοτε και σήμερα, η προσφορά αλλά και η επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, τα σύγχρονα προβλήματα της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Επίσης, η θέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου στις τρέχουσες γεωπολιτικές ανακατατάξεις, το Οικουμενικό Πατριαρχείο και η ανάγκη μιας σύγχρονης θεολογικής και εκκλησιαστικής μαρτυρίας στον δημόσιο χώρο, είναι ορισμένα από τα θέματα που αναπτύσσονται στη σειρά των ακαδημαϊκών διαλέξεων.
Η 2η διάλεξη θα πραγματοποιηθεί τη Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026, ώρα 19:00, στον πολυεπίπεδο χώρο του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου Αθηνών από τον Ευάγγελο Βενιζέλο, πρώην Αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης και Υπουργό Εξωτερικών, Ομότιμο Καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου ΑΠΘ με θέμα «Το Οικουμενικό Πατριαρχείο και το πρωτείο του λόγου μέσα σε έναν εμπερίστατο κόσμο».
Η 1η ομιλία είχε πραγματοποιηθεί στις 27 Μαΐου 2026 από τον Ομότιμο Καθηγητή του ΕΚΠΑ και Ακαδημαϊκό κ. Πασχάλη Κιτρομηλίδη με θέμα «Το Οικουμενικό Πατριαρχείο στον 20ο και 21ο αιώνα. Η μαρτυρία της Ορθοδοξίας στις προκλήσεις του σύγχρονου κόσμου».
Ο Μητροπολίτης Λαοδικείας Θεοδώρητος (Πολυζωγόπουλος), Διευθυντής του Γραφείου Εκπροσωπήσεως του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Αθήνα, μίλησε στο «Βήμα» για το σκεπτικό της διοργάνωσης των διαλέξεων και για τον ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στον σύγχρονο κόσμο.
Ο «Πράσινος Πατριάρχης»
Πώς αναλάβατε την πρωτοβουλία για μια σειρά επιστημονικών διαλέξεων για τον σύγχρονο ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου;
Σήμερα το Οικουμενικό Πατριαρχείο καλείται να παίξει έναν σημαντικό ρόλο στη σύγχρονη κοινωνία, ιδιαίτερα ως προς την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο διακονίας αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε μία σειρά ακαδημαϊκών διαλέξεων, για να προβάλλουμε την ιστορία και τον θεσμό του Οικουμενικού Πατριαρχείου και ταυτόχρονα τις σύγχρονες προοπτικές και την προσφορά του στη σύγχρονη κοινωνία, με τη συνεργασία της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, με άριστη συνεργασία με τον Κοσμήτορα κ. Εμμανουήλ Καραγεωργούδη και τους τρεις καθηγητές της επιστημονικής επιτροπής, τον Δημήτριο Μόσχο, Καθηγητή Εκκλησιαστικής Ιστορίας, τον Σταύρο Γιαγκάζογλου, Καθηγητή Δογματικής και τον Επίσκοπο Ανδίδων Ισίδωρο (Κάτσο), Καθηγητή Θεολογικής Επιστημολογίας.
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποτελεί την πρωτοπορία στην ενημέρωση και στην προσπάθεια ευαισθητοποίησης σε παγκόσμιο πια κλίμακα για το θέμα της προστασίας του περιβάλλοντος, για προβλήματα όπως η υπερθέρμανση του πλανήτη και η μόλυνση του περιβάλλοντος. Υπήρξε μια σειρά από «εν πλω» οικολογικά συμπόσια που προέβαλαν την ανάγκη ευαισθητοποίησης συνδυάζοντας τα επιστημονικά πορίσματα με το θεολογικό μήνυμα.
Το Βατικανό ακολούθησε το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Ορίστηκε η 1η Σεπτεμβρίου ως μέρα προσευχής, ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης για την αγάπη του πλανήτη μας, του σπιτιού μας. Καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε η οικολογική θεολογία του Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη (Ζηζιούλα), που υπήρξε ένας από τους πιο στενούς συνεργάτες του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου, ο οποίος έχει προσφυώς ονομαστεί «Πράσινος Πατριάρχης» λόγω της πρωτοποριακής ευαισθησίας του για τον αγώνα της ανθρωπότητας να φροντίσει το σπίτι της, τη μητέρα γη.
«Το Οικουμενικό Πατριαρχείο παρακολουθεί όλες τις γεωπολιτικές εξελίξεις, συμμετέχει και στηρίζει»
Πώς επιτελεί το Οικουμενικό Πατριαρχείο τον ρόλο του για τον συντονισμό των Ορθοδόξων Εκκλησιών;
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο φέρει μία πολύ μεγάλη ευθύνη για την ορθή λειτουργία της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης δεν είναι σε αντιστοιχία με τον επίσκοπο Ρώμης, αλλά από τότε που δεν υπάρχει στην Ορθόδοξη Εκκλησία η παρουσία του Επισκόπου Ρώμης, το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει αναλάβει την ευθύνη για τα διορθόδοξα θέματα, έχοντας το δικαίωμα να συγκαλεί συνόδους.
Το 2016 στο Κολυμπάρι στην Κρήτη. το Οικουμενικό Πατριαρχείο συνεκάλεσε μία σύνοδο των Ορθοδόξων, όπου προσπάθησε να θέσει όλα τα θέματα που απασχολούν την Ορθόδοξη Εκκλησία και να ζητήσει μία ουσιαστική συμπόρευση των Ορθοδόξων Εκκλησιών.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν έχει την αρραγή ενότητα που ίσως έχει η Ρωμαιοκαθολική εκκλησία, διότι αποτελείται περισσότερο από εθνικές Εκκλησίες, με κίνδυνο διχασμού.
Από τότε που δόθηκε η αυτοκεφαλία στην Εκκλησία της Ουκρανίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, υπάρχει μία ψυχρότητα στις σχέσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου με την Εκκλησία της Ρωσίας.
Ωστόσο, ο Οικουμενικός Πατριάρχης συνεχίζει να μνημονεύει τον πατριάρχη Κύριλλο Μόσχας.
Εμείς ως ορθόδοξοι Έλληνες που δώσαμε τα φώτα της πίστεως στη Ρωσική Εκκλησία συνεχίζουμε να αγαπάμε τα πνευματικά μας τέκνα, που είναι η Ρωσική Εκκλησία, και ο ρωσικός λαός συνεχίζει να αγαπά και να σέβεται το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Πιστεύω μέσα στα επόμενα χρόνια θα συνειδητοποιήσουν ότι η Ουκρανία είναι μία ανεξάρτητη χώρα και έχει το δικαίωμα και αυτή κατά την τάξη της Ορθοδόξου Εκκλησίας να είναι αυτοκέφαλη και αυτοδιοίκητη.
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο μετά από πάνω από 5 αιώνες από την άλωση παραμένει στην ιστορική του κοιτίδα, ανταποκρινόμενο στον ρόλο που του έδωσε η Ιστορία.
Παρακολουθεί όλες τις γεωπολιτικές εξελίξεις, συμμετέχει και στηρίζει.
Η σύνοδος του Κολυμπαρίου της Κρήτης το 2016 έλυσε πολλά θέματα που απασχολούσαν για χρόνια την Ορθόδοξη Εκκλησία.
Επρόκειτο για μια Σύνοδο που προετοιμαζόταν από τη δεκαετία του 1960 και πιο παλιά από το 1930 ή και από τις αρχές του αιώνα, από την εποχή του Οικουμενικού Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄, με εγκύκλιο του 1902, και μετά με την προπαρασκευαστική επιτροπή που συνεδρίασε στη Μονή Βατοπαιδίου το 1930.
Το 2016 βεβαίως υπήρξε μια πικρία, γιατί την τελευταία ώρα η Ρωσική Εκκλησία αποχώρησε και μαζί της και άλλες Εκκλησίες που λειτούργησαν ως δορυφόροι της.
Αλλά η σύνοδος έλαβε χώρα και μετείχαν όλες οι υπόλοιπες Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες. Φέτος γιορτάζουμε τα 10 χρόνια από την τέλεση της συνόδου. Μάλιστα, έχουν εκδοθεί τα πρακτικά της, ώστε όποιος ενδιαφέρεται να μπορεί να τα μελετήσει.
«Μεγαλύτερη πρόκληση να ξαναλειτουργήσει η πανορθόδοξη οικογένεια»
Μετά από την Πανορθόδοξο Σύνοδο της Κρήτης πώς είναι οι σχέσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου με τις άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες;
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο παραμένει πιστό στον αγώνα και στη μαρτυρία του. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης προωθεί συνεχώς τις καλές διορθόδοξες σχέσεις με τα Πρεσβυγενή Πατριαρχεία, όπως τα Πατριαρχεία Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων, καθώς και με τις αυτοκέφαλες Εκκλησίες.
Είναι χαρακτηριστικές οι πρόσφατες συναντήσεις με τους προκαθημένους των Εκκλησιών της Βουλγαρίας, της Ρουμανίας, της Αλβανίας.
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης, παρά τα προβλήματα που υφίστανται, δεν σταματά από το να δημιουργεί επικοινωνίες και επαφές για να σφυρηλατεί την ενότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Προβλήματα υπάρχουν. Δεν έχουμε εμείς την αρραγή ενότητα που έχει η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.
Ποιες είναι οι μεγαλύτερες προκλήσεις για το Οικουμενικό Πατριαρχείο;
Η μεγαλύτερη είναι η προσπάθεια να ξαναλειτουργήσει η πανορθόδοξη οικογένεια, με συναίνεση, συνεργασία, για να μπορούμε να σταθούμε δίπλα στα προβλήματα του σύγχρονου ανθρώπου.
Αυτή η τάση που υπάρχει στην Ορθόδοξη Εκκλησία για διάσπαση, για αυτοδύναμες προσπάθειες, δεν ωφελεί.
Οι πανορθόδοξες συναντήσεις πρέπει να συνεχίσουν να υπάρχουν, όπως τις ορίζει η παράδοση της Εκκλησίας, με τον Οικουμενικό Πατριάρχη ως πρώτο μεταξύ ίσων. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης δεν διεκδικεί ένα παπικού τύπου πρωτείο.
Όμως χρειάζεται να υπάρχει ένας, ο οποίος έχει την αρμοδιότητα του συντονισμού και να αναφέρονται σε αυτόν οι υπόλοιπες Εκκλησίες, ζητώντας την επίλυση των εσωτερικών προβλημάτων τους, καθώς και να οργανώνεται ο διαχριστιανικός διάλογος.
Οι κοινωνίες έχουν ξεπεράσει την Εκκλησία σε αυτή τη συνάντηση, διότι οι σύγχρονοι χριστιανοί δεν μπορούν να βλέπουν την Εκκλησία διασπασμένη. Δεν είμαστε εμείς όλοι οι υπεύθυνοι για αυτά που γίνανε χίλια χρόνια πριν.
Οφείλουμε να προχωρήσουμε προς τα εμπρός και να ακολουθήσουμε αυτό που είπε ο Χριστός «ἵνα πάντες ἓν ὦσι», πρέπει να είμαστε μια οικογένεια. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο προχωράει ακόμη πιο πέρα: Ζητά από όλα τα θρησκεύματα να καλλιεργήσουν στους πιστούς την αλληλεγγύη, την αγάπη αντιτασσόμενα στον πόλεμο, καθώς και να προβάλλουν την ανάγκη προστασίας του περιβάλλοντος.
Η εξωστρέφεια του Οικουμενικού Πατριαρχείου
Ο Σταύρος Γιαγκάζογλου, Καθηγητής Δογματικής στη Θεολογική Σχολή ΕΚΠΑ, μέλος της επιστημονικής επιτροπής των διαλέξεων και συγγραφέας του βιβλίου Θεολογικές προσωπογραφίες του 20ού αιώνα: Μελέτες και δοκίμια για την ανανέωση της Ορθόδοξης Θεολογίας (Αρμός, 2026), ανέπτυξε στο «Βήμα» το σκεπτικό της σειράς ομιλιών.
Πώς ξεκίνησε η ιδέα των ομιλιών για τον ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στον σύγχρονο κόσμο;
Η Θεολογική Σχολή της Αθήνας δεν είχε αναπτύξει ιδιαίτερες σχέσεις συνεργασίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, όπως η Θεολογική Σχολή της Θεσσαλονίκης, με την οποία υπήρχαν παραδοσιακοί δεσμοί λόγω γειτνίασης και λόγω του καθοριστικού ρόλου του Αγίου Όρους.
Η Θεσσαλονίκη ως μητρόπολη των λεγόμενων «Νέων Χωρών» είχε ιδιαίτερους λόγους να έχει ιδιαίτερη σχέση με το Φανάρι, ενώ η Αθήνα είχε μια άλλη παράδοση, αυτήν της αυτοκεφαλίας κ.ο.κ.
Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια ξεκίνησε μια προσπάθεια από πάρα πολλούς συναδέλφους στη Θεολογική Σχολή των Αθηνών να διαμορφωθούν σχέσεις και δίαυλοι επικοινωνίας, η οποία εντάθηκε με τις συχνές επισκέψεις του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου.
Σε μια επίσκεψη με τους φοιτητές μας στο Γραφείο Εκπροσωπήσεως του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Αθήνα προέκυψε η ιδέα να κάνουμε ένα εργαστήρι, όπου θα τίθενται διάφορα ζητήματα για το Οικουμενικό Πατριαρχείο, προκειμένου οι φοιτητές να γνωρίσουν τόσο την ιστορία του, όσο και τις πρωτοβουλίες του τα τελευταία χρόνια.
Από αυτήν την ιδέα στη συνέχεια περάσαμε στη διοργάνωση μιας σειράς επιστημονικών διαλέξεων με γενικό τίτλο «Το Οικουμενικό Πατριαρχείο στην Ορθόδοξη Εκκλησία και στον Σύγχρονο Κόσμο».
Διαλέξαμε ως χώρο των διαλέξεων το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, έναν χώρο τέχνης και πολιτισμού, διότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι και φορέας μιας μεγάλης παράδοσης καλλιτεχνικής, πολιτισμικής και θεολογικής της Ορθοδοξίας, ενώ ταυτοχρόνως παρά τα προβλήματα της ιστορικής του συνθήκης, ή, ενδεχομένως, και εξαιτίας ακριβώς αυτών των προβλημάτων, επιδεικνύει διαρκώς μία σπάνια εξωστρέφεια.
Πώς εννοείτε την εξωστρέφεια του Οικουμενικού Πατριαρχείου;
Οι περισσότερες ορθόδοξες εκκλησίες δείχνουν ένα είδος εσωστρέφειας, λ.χ. ενδιαφέρονται για την ταυτότητά τους, για το έθνος τους, για την παραδοσιακή σχέση με τον λαό και με την κοινωνία.
Αντιθέτως, το Οικουμενικό Πατριαρχείο ενδεχομένως και επειδή έχασε την ποιμαντική ενδοχώρα του, ενώ κρατάει βέβαια τη διασπορά κυρίως στην Αμερική, στην Ευρώπη και στην Αυστραλία, επιδεικνύει μια μεγάλη εξωστρέφεια.
Στον 20ό αιώνα, όταν τα μεγάλα παγκόσμια θεολογικά γεγονότα σχετίζονταν με κινήματα ανανέωσης στη Δύση, όπως με τη δημιουργία του Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών το 1948, με τη Β΄ Βατικανή Σύνοδο το 1962-1965, το Οικουμενικό Πατριαρχείο ήταν εκεί, ήτανε μπροστάρης σε όλες αυτές τις ζυμώσεις και εισήλθε από νωρίς σε διάλογο με τις μεγάλες χριστιανικές παραδόσεις.
Από τις αρχές του 20ού αιώνα είχε ξεκινήσει μια προσπάθεια συνεννόησης μεταξύ των ορθοδόξων τοπικών εκκλησιών, που διακόπηκε από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη Μικρασιατική καταστροφή.
Επανεκκίνησε το 1930, αλλά μεσολάβησε ο Β΄ Παγκόσμιος και ο Ψυχρός Πόλεμος. Τελικά, κυρίως από τη δεκαετία του 1960 ξεκίνησαν πανορθόδοξες διασκέψεις, παρά τον γεωπολιτικό διαχωρισμό των ορθόδοξων λαών επί υπαρκτού σοσιαλισμού.
Οι διεργασίες αυτές κατέληξαν στην Πανορθόδοξο Σύνοδο της Κρήτης το 2016. Γίνεται, λοιπόν, κατανοητό ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο διακονεί την κοινωνία των Εκκλησιών με αυταπάρνηση.
Για τη Σύνοδο της Κρήτης το 2016, ιδιαίτερο βάρος ευθύνης έπεσε στον Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη (Ζηζιούλα), ο οποίος αφιέρωσε τα τελευταία χρόνια της ζωής του σε αυτή την προσπάθεια ενδορθόδοξης συνεννόησης.
Συνεπώς, από τη μία πλευρά έχουμε μια πλούσια κληρονομιά του παρελθόντος και από την άλλη πρωτοβουλίες που αφορούν στα σύγχρονα ζητήματα, την κατάσταση μέσα στον ορθόδοξο χώρο, αλλά και μέσα στον σύγχρονο κόσμο.
Χάρη κατ’ αρχήν στην έμπνευση του Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη (Ζηζιούλα), το Οικουμενικό Πατριαρχείο υπήρξε η πρώτη Εκκλησία όχι απλώς στον ορθόδοξο χώρο, αλλά στον διαχριστιανικό κόσμο εν γένει, που ασχολήθηκε με το πρόβλημα της οικολογικής κρίσης και του φυσικού περιβάλλοντος σε τέτοιο βαθμό που ακολούθησαν στη συνέχεια άλλες μεγάλες χριστιανικές παραδόσεις, όπως η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και άλλες χριστιανικές ομολογίες.
Αυτό δείχνει ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει μια ευαισθησία και για τα μεγάλα προβλήματα της εποχής μας, όπως για παράδειγμα για τη μεγάλη συζήτηση, που έχει ξεκινήσει για το ζήτημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η συζήτηση αυτή βεβαίως δεν είναι απρόσκοπτη. Εμείς οι Ορθόδοξοι συζητούμε για τη δική μας παράδοση και ταυτότητα και επιχειρούμε να δούμε εάν τα ανθρώπινα δικαιώματα έχουν κάποια σχέση με αυτήν.
Αν είναι δηλαδή ένα προϊόν του δυτικού πολιτισμικού παραδείγματος ή αν υπάρχουν ρίζες τους και στον ορθόδοξο ανατολικό χώρο. Και ακόμη συζητούμε για το πώς τοποθετούμαστε σε ένα γόνιμο διάλογο, σε έναν κόσμο που πια δεν είναι ο κόσμος της δεκαετίας του 1960 και του 1970.
Άρα, λοιπόν, τέτοια ζητήματα αιχμής του σύγχρονου κόσμου και των σχέσεων μεταξύ των ορθόδοξων χωρών με τους άλλους χριστιανούς είναι τα θέματα με τα οποία ασχολούμαστε στις επιστημονικές διαλέξεις, μαζί βεβαίως με την πλούσια παράδοση που έχει πίσω της η Ορθοδοξία με πρώτο τη τάξει το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
«Ακόμη και τα τραύματα μετατράπηκαν σε γόνιμες ευκαιρίες»
Ποιο ήταν το θέμα της πρώτης διάλεξης;
Η πρώτη διάλεξη του ακαδημαϊκού Πασχάλη Κιτρομηλίδη έδειξε ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο επιχειρούσε να μετατρέπει πάντοτε ακόμη και τα τραύματά του σε γόνιμες ευκαιρίες και να αδειάζει εκείνο, για να δίνει νέα ζωή στις εκκλησίες που άρχισαν να εμφανίζονται μέσα από τα απελευθερωτικά κινήματα στα Βαλκάνια, όταν η περίοδος της νεωτερικότητας έφερε την οργάνωση των εθνών-κρατών που ήταν διαφορετική από ό,τι ήταν συνηθισμένο επί αιώνες.
Σε αυτήν την πρώτη διάλεξη φτάσαμε ως τον 19ο αιώνα, που υπήρξε το πρελούδιο για τα μεγάλα ζητήματα στα οποία βρισκόμαστε τώρα.
Και πράγματι, το Οικουμενικό Πατριαρχείο χάνοντας την ποιμαντική του ενδοχώρα στη Μικρά Ασία, στον Πόντο, στην Ανατολική Ρωμυλία, αντί να συρρικνωθεί, ίσα-ίσα μεγέθυνε το οικουμενικό, διαχριστιανικό και διορθόδοξο ενδιαφέρον του, σε αντίθεση με άλλες τοπικές ορθόδοξες εκκλησίες που, αν δει κανείς την ημερήσια διάταξή τους, όπως συνήθιζε να λέει ο Μητροπολίτης Περγάμου, στις συνοδικές διασκέψεις, πρόκειται για ανακύκλωση ζητημάτων που αφορούν μόνο σε αυτές τις εκκλησίες και όχι σε μια σχέση και τοποθέτηση ως προς τα μεγάλα ζητήματα που ενδιαφέρουν τον κόσμο, την κοινωνία, τον άνθρωπο.
Εμείς ως επιτροπή τριών συναδέλφων μαζί με τον καθηγητή της Εκκλησιαστικής Ιστορίας Δημήτρη Μόσχο και τον Επίσκοπο Ανδίδων Ισίδωρο (Κάτσο), Καθηγητή Θεολογικής Επιστημολογίας, φροντίζουμε να διαμορφώσουμε ένα πλαίσιο σε αυτές τις διαλέξεις, ώστε να ισορροπήσει η Ιστορία και η προοπτική στο μέλλον, ξεκλειδώνοντας και διερμηνεύοντας τα δέοντα για το σήμερα.
Ενώ η Ορθοδοξία ανέκαθεν είχε μια δυσανεξία προς τη νεωτερικότητα, σήμερα έχουμε ιδιαίτερο χρέος να αντιμετωπίσουμε και να συζητήσουμε γόνιμα όλες αυτές τις προκλήσεις, χωρίς να κλεινόμαστε σε μια θεολογική ή εκκλησιαστική ενδοστρέφεια και σε μία ταυτοτική αντίληψη αυτάρκειας.
Διότι η Εκκλησία υπάρχει για να ανοίγεται στον κόσμο, να διαλέγεται με τον κόσμο, να μαρτυρά την πίστη της, την αλήθεια της, αλλά και να τη διερμηνεύει κατάλληλα προς τον κόσμο.
Και αυτό το στοιχείο του πώς μιλάς, ποιος είναι ο θεολογικός λόγος και η μαρτυρία σου προς τον κόσμο, κρίνει τις εκκλησίες. Άρα, λοιπόν, είναι κάτι που δεν αποτελεί τυπική ακαδημαϊκή ενασχόληση, αλλά υπηρέτηση μιας ανάγκης σύνθεσης, χωρίς κάποιο θεολογικό ρεύμα να κατισχύσει έναντι των άλλων.
Ο διάλογος Ορθόδοξης Θεολογίας και νεωτερικότητας στον 20ο αιώνα
Πώς συντονίζεται η στοχοθεσία αυτών των επιστημονικών διαλέξεων με το εγχείρημα του πρόσφατου βιβλίου σας Θεολογικές προσωπογραφίες του 20ού αιώνα. Μελέτες και δοκίμια για την ανανέωση της Ορθόδοξης Θεολογίας (Αρμός, 2026);
Είχα σπουδάσει Θεολογία στη Θεσσαλονίκη στις αρχές της δεκαετίας του 1980, μία εποχή άνθησης της Θεολογίας, όπου οι φοιτητές συζητούσαν έντονα, δημοσιεύονταν για πρώτη φορά, περιοδικά, όπως η «Σύναξη», που τα ξεκοκκαλίζαμε.
Τα αμφιθέατρα ήταν γεμάτα και οι πιο ενδιαφέρουσες συζητήσεις γίνονταν στα κενά μεταξύ των ομιλιών. Δηλαδή δεν υπήρχε κενό· το γέμιζαν πάντοτε οι συζητήσεις, οι άνθρωποι, οι παρέες.
Αυτά τα πράγματα λοιπόν έκρυβαν από πίσω τους μία προσπάθεια η οποία είχε ξεκινήσει κυρίως τη δεκαετία του 1960, όταν αίφνης είδαμε να εμφανίζονται σπουδαίες θεολογικές μονογραφίες και διατριβές οι οποίες χάραξαν νέους δρόμους.
Άρχισαν να εκδίδονται επιστημονικώς τα πατερικά κείμενα, αλλά και εκλαϊκευμένες εκδόσεις, ανακαλύψαμε εκ νέου την τέχνη της εικονογραφίας.
Όλα αυτά διαμόρφωσαν μια εποχή που ανακαλύπταμε πρωτόγνωρα πράγματα σε αυτή την Ορθόδοξη θεολογική κληρονομιά.
Τώρα ωριμάζοντας κανείς μπορεί να διευρύνει κάπως το κάδρο και να πει ότι δεν ήταν μόνον η δεκαετία του 1960, αλλά όλα αυτά είχανε και άλλες προϋποθέσεις.
Έτσι, λοιπόν, διαπιστώνουμε ότι στη δική μας ελλαδική περίπτωση, ξεκίνησε μία σπουδαία γενιά του Μεσοπολέμου με σπουδαίους καθηγητές όπως ο Αμίλκας Αλιβιζάτος, ο Παναγιώτης Τρεμπέλας, ο Ιωάννης Καρμίρης, οι οποίοι άρχισαν να αλλάζουν το κλίμα στις θεολογικές σπουδές στην Ελλάδα, στη σχολή των Αθηνών, όπου τότε βρισκόταν η μοναδική Θεολογική Σχολή.
Και από μια περιφερειακή ομολογιακού τύπου σχολή, η οποία ακολουθούσε τα πρότυπα των ευρωπαϊκών πανεπιστημίων και μάλιστα των γερμανικών, -με μεγάλη χρονοκαθυστέρηση μάλιστα-, άρχισαν να μπαίνουν οι βάσεις για μία Ορθόδοξη Θεολογία ανοιχτή και διαλεγόμενη, με πρόσληψη της έρευνας πανεπιστημίων του εξωτερικού.
Μια θεολογία που ήθελε να μας απελευθερώσει από μια αποικιοκρατικού τύπου αντίληψη της θεολογικής επιστήμης σε μια περιφερειακή χώρα όπως η Ελλάδα.
Όλο αυτό διαμόρφωσε μία εξωστρέφεια, την οποία ειδικά ο καθηγητής Αμίλκας Αλιβιζάτος τη σάρκωσε με τη δημιουργία του πρώτου μεγάλου Πανορθόδοξου Συνεδρίου στην Αθήνα το 1936, το οποίο ετοίμαζε περίπου 10 χρόνια, από τα τέλη της δεκαετίας του 1920.
Τότε για πρώτη φορά βρέθηκαν Ορθόδοξοι θεολόγοι από διάφορες χώρες στην Αθήνα και σε αυτό το συνέδριο για πρώτη φορά ετέθη το ζήτημα της ταυτότητας της Ορθόδοξης Θεολογίας, η οποία ήδη από την περίοδο της Τουρκοκρατίας ή για τη Ρωσία από την περίοδο του Μεγάλου Πέτρου είχε δεχτεί ανεπίγνωστα ή εν επιγνώσει πάρα πολλές επιδράσεις από τη δυτική θεολογία.
Είχαμε φτάσει στο σημείο —και αυτό μπορεί κανείς να το δει στις περίφημες ομολογίες πίστεως του 17ου αιώνα— οι ορθόδοξοι να προσλαμβάνουμε τον τρόπο του θεολογείν, την επιχειρηματολογία μας και τη μέθοδό μας απόλυτα από τη δυτική χριστιανική παράδοση.
Και εμφανίζεται το παράδοξο φαινόμενο να έχουμε ένα ομολογιακό πνεύμα ως ορθόδοξοι, που εξαντλείται απλώς στο να αντιμετωπίζουμε τους ρωμαιοκαθολικούς με προτεσταντικά επιχειρήματα και κριτήρια, και τους προτεστάντες με ρωμαιοκαθολικού τύπου επιχειρήματα. Δηλαδή κάπου είχαμε χάσει τη δική μας ταυτότητα και αυτοσυνειδησία για τη δική μας παράδοση. Ακόμη και η Ορθοδοξία οριζόταν με δυτικό τρόπο.
Και εδώ κανείς μπορεί να δει ότι η δυσανεξία μας ήταν να προσλάβουμε γόνιμα το νεωτερικό πνεύμα που ερχόταν από τη Δύση.
Οπότε «πέσαμε σε αυτό με τα μούτρα», το πήραμε χωρίς να το αφομοιώσουμε, και για αυτό το λόγο η πατερική παράδοση και σκέψη, η μεγάλη κληρονομιά που μας έδωσε το Βυζάντιο μέσα από τη σύνθεση ελληνισμού και χριστιανισμού, θεωρήθηκαν ως δευτερεύοντα.
Τότε, λοιπόν, στην Αθήνα το 1936 μπήκε αυτό το αίτημα και η ανάγκη επανεύρεσης της ορθόδοξης αυτοσυνειδησίας. Μάλιστα ο π. Γεώργιος Φλορόφσκι, που ήταν παρών ως νεαρός τότε στην Αθήνα, μίλησε για «Βαβυλώνια αιχμαλωσία της Ορθοδοξίας στη Δύση».
Η έκφραση είχε βέβαια δυτική προέλευση, καθώς είχε χρησιμοποιηθεί αφενός για την περίοδο όπου ο Πάπας είχε μεταφερθεί στην Αβινιόν υπό την επήρεια της εξουσίας του Γάλλου βασιλιά (1309-1377), ενώ ο Λούθηρος είχε μιλήσει για «Βαβυλώνια αιχμαλωσία στη Ρώμη», όταν έκανε τη Μεταρρύθμισή του.
Ο π. Φλορόφσκι, όμως, ήταν ένας άνθρωπος ο οποίος παρακολουθούσε τα τεκταινόμενα στον διαχριστιανικό χώρο· δεν ήταν ένας παραδοσιακός θεολόγος που ενδιαφερόταν να κλειστούμε στο καβούκι μας.
Ήθελε να ανοιχτούμε και να γνωρίσουμε την παράδοσή μας, αλλά με έναν τρόπο ανοιχτό και διαλεκτικό με όλους τους άλλους χριστιανούς στο σύγχρονο κόσμο.
Αυτή η κίνηση ονομάστηκε «νεοπατερική σύνθεση», που πιο πολύ ήταν ένα όραμα και μία προσπάθεια επικαιροποίησης της μεγάλης κληρονομιάς της θεολογίας των Ελλήνων Πατέρων της εκκλησίας.
Άρχισε σιγά-σιγά να σαρκώνεται πρώτα στο χώρο της διασποράς έξω, και στην Ελλάδα λόγω των συνθηκών μετά το ’36 (δικτατορία Μεταξά, Κατοχή, Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, Απελευθέρωση, Εμφύλιος).
Μόλις στη δεκαετία του 1960 ξεκινάει μία χρυσή εποχή για όλη την ελληνική κοινωνία. Ανθίζουν τα πάντα: το θέατρο, η λογοτεχνία, όπου έχουμε δύο Νόμπελ, τα γράμματα, οι τέχνες, ο νεοελληνικός κινηματογράφος κ.ο.κ.
Και μέσα σε αυτή τη δεκαετία εμφανίζονται και τα πρώτα ρήγματα μιας θεολογίας η οποία ήταν μέχρι τότε στον αυτόματο πιλότο, αμιγώς ακαδημαϊκή.
Τότε άρχισαν τα πράγματα να αλλάζουν, και αυτό εισήχθη στο πανεπιστήμιο: και στη Θεσσαλονίκη, η οποία ήδη από τη δεκαετία του ’50 άρχισε να έχει μια σοβαρή θεολογική σχολή και στην Αθήνα.
Είδαμε ένα είδος στροφής στην παράδοση, αλλά και ένα είδος ανοίγματος προς τον κόσμο. Άρα η διαπίστωσή μου είναι ότι ο 20ός αιώνας ήταν ένας πλούσιος αιώνας θεολογικά.
Συνεπώς, ήταν σημαντικό για μένα να δείξω ποια πρόσωπα πρωταγωνίστησαν με το έργο τους, τι έγραψαν, γιατί το έγραψαν, πώς διαλέχθηκαν, τι προβλήματα συνάντησαν, τι κενά, ρήγματα και ασυνέχειες παρατηρούνται σε αυτή την πορεία. Διότι όλα δεν ήταν ρόδινα από το ξεκίνημά τους.
Είναι μία πορεία που έχει εκπληκτικά σημεία θεολογικού λόγου, αλλά έχει και ρήγματα και προβλήματα. Αυτά ήθελα να δείξω για να είναι ολοκληρωμένη η μελέτη των μεγάλων στιγμών της θεολογίας στην Ελλάδα.
Για αυτό το λόγο δεν έμεινα μόνο σε Έλληνες θεολόγους, αλλά επειδή όλο αυτό το ρεύμα έγινε και στο διορθόδοξο χώρο με κύριους συντελεστές τους Ρώσους θεολόγους της διασποράς, όπως ο πατήρ Γεώργιος Φλορόφσκι, έχω εντάξει ορισμένα πρόσωπα της Ρωσικής διασποράς και συμπεριλαμβάνω εκπροσώπους και από την Αθήνα και από τη Θεσσαλονίκη.
Και κυρίως κλείνω τον 20ό αιώνα με τέσσερις θεολόγους της γενιάς του ’60: τον Νίκο Νησιώτη, τον Χρήστο Γιανναρά, τον Ιωάννη Ζηζιούλα και τον Παναγιώτη Νέλλα. Αυτό μας ανοίγει την αυλαία στον 21ο αιώνα.
Τα καινούργια θεολογικά ρεύματα και τάσεις στον 21ο αιώνα
Στον 21ο αιώνα υπάρχουν καινούργια θεολογικά ρεύματα και τάσεις;
Πολλοί θεολόγοι, ειδικά από αυτούς τους τελευταίους που ανέφερα, έχουν επηρεάσει τις νεότερες θεολογικές γενιές που δρουν στο μεταίχμιο του 20ού και του 21ου αιώνα.
Στον 21ο αιώνα έχουμε νέα ρεύματα στη θεολογία μας, η οποία είναι πιο ανοιχτή, με νέα εργαλεία, επικοινωνίες και δημοσιεύσεις που έχουν αλλάξει το τοπίο.
Εμφανίζονται όμως και νέα προβλήματα: αν στον 20ό αιώνα είχαμε ευρύτερες συνθέσεις που οδήγησαν σε ανανέωση, τώρα έχουμε και κινήσεις επιστροφής σε πιο κλειστά και αυτάρκη σχήματα, που σχετίζονται με μια δυσανεξία στο διάλογο και στο καινούργιο.
Η κίνηση επιστροφής στην παράδοση και η εκλαΐκευση της πατερικής θεολογίας εμφάνισε και προβληματικές καταστάσεις, όπως μια αγκύλωση στο πατερικό γράμμα, μια δυσκολία στο να ερμηνεύσουμε την πατερική παράδοση με επίκαιρο τρόπο στο σήμερα.
Δηλαδή να τη σαρκώσουμε εκ νέου, να πραγματοποιήσουμε τη λειτουργία του εμπολιτισμού της πατερικής παράδοσης. Δηλαδή από ένα πολιτισμικό κλίμα που κυριαρχούσε σχεδόν μέχρι την πτώση της Κωνσταντινούπολης, να το μεταφέρουμε σε ένα άλλο πεδίο όπως αυτό της νεωτερικότητας.
Ένα άλλο συναφές είναι ότι συχνά εξωραΐζουμε την παράδοση, την εξιδανικεύουμε και αντί να λειτουργούμε στο σήμερα, μπαίνουμε σε μια χρονοκάψουλα και ταξιδεύουμε πίσω στο παρελθόν. Πρόβλημα είναι επίσης ο εθνοκεντρικός χαρακτήρας που έχει αναπτυχθεί σε πολλά θεολογικά ρεύματα.
Είναι αλήθεια ότι η Ορθοδοξία πολλές φορές σμιλεύτηκε με τον λαό στα απελευθερωτικά κινήματα, αλλά σήμερα επικρατεί συχνά μια υπερβολικά εθνοφυλετική προσέγγιση που συνδυάζεται με μια γραφειοκρατική εκκλησιολογία.
Ενώ μάλιστα ισχυριζόμαστε προς τη Δύση ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι αυτή των συνόδων, η συνοδικότητα δεν διαπερνά όλα τα επίπεδα ως την επισκοπή και την ενορία. Υπάρχει πρόβλημα με τη θέση των λαϊκών και ιδίως των γυναικών.
Αναδύεται, λοιπόν, μια νέα γενιά θεολόγων τα τελευταία τριάντα χρόνια, η οποία επιχειρεί έναν κριτικό και παρεμβατικό θεολογικό λόγο στην προσπάθειά της να συνθέσει τον μεταπολεμικό θεολογικό λόγο με τις κοινωνικές και πολιτισμικές συνθήκες της δικής μας εποχής. Ένα θεολογικό ρεύμα αφορά στον προφητικό τρόπο με τον οποίο καλείται να ερμηνευτεί η χριστιανική εσχατολογία.
Από τη λειτουργική και ασκητική ζωή μεταβαίνουμε στις σύγχρονες ιστορικές, κοινωνικές, πολιτικές και πολιτισμικές συνθήκες, για να δούμε τι σημαίνει η προφητική μαρτυρία της Εκκλησίας μέσα στον κόσμο.
Ανάγκη σύνθεσης ανάμεσα στη Βίβλο και τους Πατέρες, τη θεραπευτική και ευχαριστιακή εκκλησιολογία, τον θεσμό και το χάρισμα, την οντολογία και την ηθική
Ποιες συνθέσεις είναι περισσότερο αναγκαίες στη σημερινή εποχή;
Σήμερα υπάρχουν τάσεις στη Θεολογία περισσότερο βιβλικές και περισσότερο πατερικές σε ένταση μεταξύ τους και αναζητείται η σύνθεση, καθώς οι Πατέρες της Εκκλησίας υπήρξαν ερμηνευτές της Βίβλου.
Σύνθεση επίσης ζητείται ανάμεσα στη θεραπευτική και την ευχαριστιακή προσέγγιση στην Εκκλησία, όπως επίσης ανάμεσα στον θεσμό και το χάρισμα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ιεραποστολική Θεολογία μέσα από τον διαπολιτισμικό διάλογο, καθώς και η λεγόμενη «επιστροφή της ηθικής» ως σύνδεση με μια θεολογία της ευθύνης.
Σημαντικός είναι επίσης ο διάλογος της Ορθοδοξίας με τις επιστήμες, αλλά και με τον κινηματογράφο, τη λογοτεχνία, τις σύγχρονες μορφές σκέψης.
Εξερχόμαστε από έναν κουλτουραλισμό κλειστών ταυτοτήτων και αντιλαμβανόμαστε την ταυτότητα ως διαλεγόμενη και διαρκώς εμπλουτιζόμενη και επικαιροποιούμενη.
Μια παρόμοια ανοικτή και διαλεγόμενη ταυτότητα της Ορθοδοξίας στον 21ο αιώνα μπορεί να συναντήσει τον εμπερίστατο άνθρωπο, που είναι πολίτης του κόσμου και όχι μιας τοπικής και περιορισμένης παράδοσης.
Το βιβλίο, επομένως, απευθύνεται κυρίως στους νέους θεολόγους του 21ου αιώνα και στις νέες γενιές, προσπαθώντας να θεραπεύσει ένα έλλειμμα ιστορικής μνήμης.
Το βιβλίο δεν λέει «δέστε τι σπουδαίος ήταν ο 20ος αιώνας, εκεί πρέπει να επιστρέψουμε». Αλλά έχει ως σκοπό να πάρουμε ένα νήμα και να το συνεχίσουμε στη δική μας εποχή.




