Γράφτηκε από τον/την Romfea.gr. 19/10 11:44

estika epi 1

Γράφει ο π. Βασίλειος Χριστοδούλου στην Romfea.gr


«Εἶν’ ἡ ἀναίσθητος σιγή βαρεῖα νόσος,
ἐνῷ ὁ Λόγος ὁ θερμός, ὁ συμπαθής, ὑγεία.
Σκιά καί νύξ εἶν’ ἡ Σιγή· ὁ Λόγος, ἡ ἡμέρα.
Ὁ Λόγος εἶν’ ἀλήθεια, ζωή, ἀθανασία.
Λαλήσωμεν, λαλήσωμεν –σιγή δέν μᾶς ἁρμόζει
ἀφοῦ εἰς τό ὁμοίωμα ἐπλάσθημεν τοῦ Λόγου.
Λαλήσωμεν, λαλήσωμεν –ἀφοῦ λαλεῖ ἐντός μας
ἡ θεία σκέψις, τῆς ψυχῆς ἄυλος ὁμιλία».
(Κ. Καβάφης, Λόγος καί σιγή)

Καλωσορίζοντας το όγδοο κατά σειρά βιβλίο του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Κορωνείας κ. Παντελεήμονος (Έστηκα επί την θύραν, ΑΡΜΟΣ 2023), με τη φωνή του μεγάλου μας Αλεξανδρινού ποιητή, αποθησαυρισμένη στα «αποκηρυγμένα» ποιήματά του, θεωρώ πως αυτή η φωνή αποτελεί ταυτόχρονα και μια αλήθεια διά βίου επικηρυγμένη στη καρδιά και το ήθος του συγγραφέα, σεβαστού σε όλους μας Μητροπολίτου Κορωνείας.

Εάν θέλαμε τους στίχους του ποιήματος να τους μεταγράψουμε σε στοχασμό θεολογικό πάνω στη διακονία του ποιμένα θα λέγαμε πώς η σιγή, όντως, είναι «βαρεία νόσος» και μαρτυρεί «αναισθησία», στη σχέση όμως του ποιμένα (επισκόπου ή πρεσβυτέρου) με το ποίμνιό του, διότι στη σχέση με τον εαυτό του και τον Θεό «ρᾶον σιωπῇ».

Το βιβλίο αυτό, όπως άλλωστε και τα επτά προηγούμενα βιβλία του πανιερωτάτου, μαρτυρούν περίτρανα την ολοζώντανη σχέση του Μητροπολίτου Κορωνείας με τον Λ(λ)όγο.

Πολύ σοφά ο συγγραφέας στην αρχή του προλογικού του σημειώματος τοποθετεί το κήρυγμα όχι στο επίπεδο απλώς της ακρόασης μιας ομιλίας, αλλά στον τρόπο κοινωνίας του Θεού, ανάλογο με εκείνον της Ευχαριστιακής, λειτουργικής Τράπεζας.

Κοινωνάμε τον Θεό όχι μόνο στα Ευχαριστιακά είδη του άρτου και του οίνου αλλά και στην ακρόαση ἤ και ανάγνωση του λόγου Του.

Ο άγιος Ιερώνυμος τονίζει: «Τρώμε την σάρκα του και πίνουμε το αίμα του όχι μόνον κατά τη Θεία Ευχαριστία, αλλά και κατά την ανάγνωση των Γραφών». Στο συγκλονιστικό γεγονός της κλήσης του προφήτη Ιεζεκιήλ από τον Θεό, ο Θεός προτρέπει τον προφήτη να Τον κοινωνήσει: «Άνοιξε το στόμα σου και φάε εκείνο, το οποίο εγώ σου δίνω».

Και ο προφήτης μαρτυρεί: «Και είδα και ιδού, ένα χέρι απλωμένο προς εμένα, που κρατούσε μία μεμβράνη, τμήμα ενός βιβλίου... Ο ίδιος ο Κύριος άνοιξε καλά το στόμα μου και με έκανε να φάω, σαν ψωμί, τη μεμβράνη αυτή...».

Και ο Θεός βεβαιώνει τον προφήτη: «θα φας αυτό και η καρδιά σου και η διάνοιά σου, όλο το εσωτερικό σου, θα χορτάσει και θα γεμίσει με τη μεμβράνη αυτή, που σου δίνω».

Και ο προφήτης συμφωνεί: «Πράγματι έφαγα αυτήν και, καθώς έτρωγα, αισθάνθηκα στο στόμα μου γλυκύτητα σαν μέλι» (Ιεζ. β΄ 8, 9/ γ΄ 1-3).

Οι σύντομες περιλήψεις κηρυγμάτων που αποτελούν το περιεχόμενο και τούτου του βιβλίου δεν απέχουν και πολύ από την πλήρη ανάπτυξή τους κατά την Ευχαριστιακή Σύναξη.

Αφού ένα από τα χαρίσματα του συγγραφέα είναι η επίγνωση του χρόνου, η βαθειά συναίσθηση των αναγκών και δυνατοτήτων του σύγχρονου ανθρώπου, αλλά και η ικανότητά του να συμπεριλαμβάνει στο ελάχιστο της διατύπωσης το πολύ της ουσίας.

Πάλι, κατά το ανάλογο της κλάσης του Άρτου, όπου στο ελάχιστο τμήμα της μερίδας (μαργαρίτης) κοινωνείται όλος ο Θεός, έτσι και στο ελάχιστο του λόγου προσλαμβάνεται όλο το Νόημα.

Έχοντας την ευκαιρία, λόγω της διακονίας μου σε ναό της Αρχιεπισκοπής Αθηνών υπό την πνευματική εποπτεία του πανιερωτάτου, να συλλειτουργώ συχνά με τον συγγραφέα και να γίνομαι ακροατής του λόγου του, αισθάνομαι πάντοτε τιμημένος.

Ο λόγος είναι πώς ο πανιερώτατος είναι πάντα πνευματικά προετοιμασμένος. Αν και δε κρατά σχεδόν ποτέ γραπτές σημειώσεις, οι στοχευμένες του αναφορές, η σαφήνεια των νοημάτων και ο ξεκάθαρος κάθε φορά κηρυγματικός του άξονας, δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία πως έχει προηγηθεί μια δική του πάλη με τον Λόγο, και την επομένη το πρωί μας κομίζει τα λάφυρα.

Η ακατάσχετη φλυαρία, η έλλειψη προσανατολισμού, το αναμάσημα χιλιοειπωμένων πραγμάτων από μεγάλη μερίδα ιεροκηρύκων δεν φανερώνουν μόνο την έλλειψη προετοιμασίας, την απαξίωση του κηρύγματος και την προσωπική πνευματική ένδεια του ποιμένα (για να μην πω και την ένδεια αξιοπρέπειας), αλλά προσβάλλουν βάναυσα και τον πιστό (ακροατή), αφού τον θεωρούν δεδομένο ακροατήριο, άμοιρο κριτηρίων, έτοιμο να καταπιεί και να υπομείνει ό,τι του δίνεται.

Με το βιβλίο αυτό, όπως και με τα προηγούμενα του πανιερωτάτου, κατατίθεται η πνευματική συνεισφορά, ο αγώνας και η δίψα του ιδίου για το κήρυγμα και την ολοζώντανη μετάδοση του ευαγγελικού λόγου.

Η καρποφορία όμως του λόγου δεν έγκειται μόνο στην ικανότητα και δίψα του κήρυκα αλλά και στην ανάλογη διάθεση του ακροατή.

Στη Λειτουργία του Λόγου η εκκλησιαστική κοινότητα πρέπει να συμμετέχει ενεργά και να μαρτυρεί την αποδοχή του Λόγου του Θεού, μέσω του τρόπου ζωής της. Η ζωή της χριστιανικής κοινότητας θα πρέπει να είναι μία αύξηση του Λόγου, ένας ευαγγελισμός και μία ομολογία του Χριστού, σύμφωνα με τη μαρτυρία των Πράξεων των Αποστόλων: «καί ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ηὔξανε καί ἐπληθύνετο ὁ ἀριθμός τῶν μαθητῶν» (Πρξ. 6,7) και «οὔτω κατά κράτος ὁ λόγος τοῦ Κυρίου ηὔξανε καί ἴσχυε» (Πρξ. 19, 20).

Και οι δύο αυτές διακονίες προέρχονται από το Άγιο Πνεύμα, και οι δύο τελούνται απ’ Αυτό και εν Αυτώ.

Ευχόμαστε το βιβλίο αυτό μαζί με τα προηγούμενα του συγγραφέα, να πνεύσουν αεράκι ικανό να ριπίσει την επιθυμία μας, να αναζωπυρώσει τη διάθεση, ώστε βρίσκοντας τον Λόγο μέσα μας, το κήρυγμά μας να μην είναι μόνο λόγος για το Ευαγγέλιο, αλλά κήρυγμα του ίδιου του Ευαγγελίου.

H αναδημοσίευση του παραπάνω άρθρου ή μέρους του επιτρέπεται μόνο αν αναφέρεται ως πηγή το Romfea.gr με ενεργό σύνδεσμο στην εν λόγω καταχώρηση.
FOLLOW ROMFEA: