Μόλις Κυκλοφόρησε: ''ΗΛΙΟΣ ΚΑΙ ΟΛΕΘΡΟΣ''

Νοέμβριος του 1938. Ο δικαστής Αντώνιος Γαλίτης μετατίθεται με την οικογένειά του στο Ρέθυμνο. Τα τέσσερα παιδιά εξερευνούν τον κόσμο κάτω από τον λαμπερό ήλιο της Κρήτης. Μέχρι την ολέθρια μέρα που η ναζιστική στρατιά εισβάλλει στο νησί. Βομβαρδισμοί, καταστροφές, θύματα. Η ζωή θα συνεχιστεί, όμως αλλιώτικη τώρα, υπό Κατοχή. Σκληρός και άτεγκτος ο κατακτητής, κίνδυνοι, πείνα, αλλά και ανθρωπιά. Ο δικαστής αρνείται να συνεργαστεί με τον κατακτητή. Η επιβίωση της οικογένειας γίνεται ολοένα και δυσκολότερη. Μόνη λύση η δραπέτευση. Όμως το νησί είναι πλέον περίκλειστο φρούριο…
Μια ζωή σαν μυθιστόρημα.
Μια ζωντανή ιστορική μαρτυρία.
Μια κατάθεση ψυχής.
Ποιον ενδιαφέρει μια οικογενειακή ιστορία, εκτός από την ίδια την οικογένεια; Δύσκολη ερώτηση! Μια ιστορία ανθρώπων αποκομμένη από το ιστορικό της πλαίσιο, δεν ενδιαφέρει ίσως κανέναν. Μια ιστορία όμως συνυφασμένη με συγκλονιστικά, κοσμοϊστορικά γεγονότα, που αφήνει να αναδυθεί το άρωμα της καθημερινότητας μιας περασμένης εποχής, όταν την καταθέτει η γενιά που την έζησε, πριν σιωπήσει οριστικά, ενδιαφέρει ίσως περισσότερους. Και όχι μόνο τους ιστορικούς…
Αυτό το βιβλίο ζωντανεύει τις δύσκολες μέρες της Κατοχής και ό,τι προηγήθηκε αυτής στο Ρέθυμνο, δίδοντας σημαντικές ιστορικές πληροφορίες και λεπτομέρειες για την εποχή εκείνη. Αφορά όχι μόνο μία οικογένεια ούτε μόνο έναν τόπο. Είναι η καθημερινότητα κάθε οικογένειας και κάθε σπιθαμής του Ελληνισμού στα δύσκολα εκείνα χρόνια...
Ακολουθούν αποσπάσματα και φωτογραφικό υλικό από το βιβλίο ΗΛΙΟΣ ΚΑΙ ΟΛΕΘΡΟΣ σε πρώτη δημοσίευση!
Κατέφθασαν και οι πρώτοι τραυματίες, μυθικοί ήρωες στα μάτια του κόσμου. Μάθαμε και τη λέξη «κρυοπαγήματα». Ο γυναικείος πληθυσμός άρχισε να πλέκει μάλλινα, φανέλες, κάλτσες. Ιδρύθηκε η «Φανέλλα του Στρατιώτου».
Οργανώθηκε η μέριμνα για τους μαχομένους. Η εκκλησία με «αρχιστράτηγο» τον αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο και επιτελείς δραστήριους κληρικούς, επιστράτευσε αδελφότητες, σωματεία, άνδρες και γυναίκες στον «υπέρ πάντων αγώνα». Ξεχωριστή σημασία δόθηκε στην αλληλογραφία με τους στρατιώτες, που την ανέλαβαν κυρίως νέοι άνθρωποι.
Μια οικογένεια Ιταλών που έμενε στη γειτονιά εξαφανίστηκε από την πρώτη μέρα, δεν τους ξαναείδαμε. Κρύφτηκαν; Τους έπιασε η αστυνομία ως υπηκόους εχθρικού κράτους, ως επικίνδυνους ή για να τους προστατέψει από τυχόν εχθρικές διαθέσεις των πολιτών; Ποιος ξέρει. Επίσης την πρώτη μέρα βρήκαμε, καθώς παίζαμε, μερικές δεκάδες σφαίρες πυροβόλου όπλου, πεταμένες στον σωρό πέτρες κοντά στην περίφραξη του σπιτιού.
Μαζί τους ένα μικρό κουτί με τυπογραφικά στοιχεία και κάτι άλλα μεταλλικά αντικείμενα αγνώστου προορισμού, σαν τεχνικά όργανα, που πρώτη φορά βλέπαμε και δεν ξέραμε –ούτε τώρα ξέρω– τι ήταν. Κατά σύσταση του παππού τα πετάξαμε στο πηγάδι – ούτως ή άλλως το νερό του δεν ήταν πόσιμο.
Οι μέρες περνούσαν, χωρίς σχολείο, ασφαλώς λόγω της επιστράτευσης των δασκάλων και του φόβου των βομβαρδισμών· οι συναγερμοί στην Αθήνα αραίωσαν, αλλά όχι και στον Πειραιά. Σιγά-σιγά τους συνηθίσαμε, πάψαμε να κοιμόμαστε στο καταφύγιο και μπορούσαμε τώρα πιο ήσυχοι να αφοσιωθούμε τη νύχτα στην παρακολούθηση των προβολέων που ανίχνευαν τον ουρανό για να εντοπίσουν τα αεροπλάνα, δείχνοντας στα αντιαεροπορικά πυροβόλα επακριβώς τον στόχο. Οι νίκες διαδέχονταν η μία την άλλη, όλοι πιστεύαμε πως δεν θα αργούσε η μέρα που «θα ρίχναμε τους Ιταλούς στη θάλασσα».
Όμως σταμάτησαν και οι μεταθέσεις των δικαστών. Ο πατέρας θα παρέμενε στο Ρέθυμνο, επομένως κι εμείς έπρεπε να γυρίσουμε εκεί. Και καθώς οι μετακινήσεις είχαν απαγορευθεί, χρειαζόταν ειδική άδεια. Ο πατέρας επικοινώνησε από το Ρέθυμνο με την αστυνομία στην Αθήνα και την πήραμε. Το μεγάλο πρόβλημα ήταν ότι είχαν σταματήσει τα επιβατηγά πλοία τα δρομολόγιά τους προς την Κρήτη.
Το πρακτορείο είπε στη μητέρα πως κάποιο πλοίο κάποιο βράδυ θα αποπλεύσει για το νησί, αυτό όμως θα γίνει γνωστό λίγες ώρες πριν· γι’ αυτό έπρεπε να πηγαίνει κάθε μέρα στον Πειραιά για να ρωτάει αν θα φύγει πλοίο. Εκτός τούτου, έπρεπε να βγάλουμε όλοι ταυτότητες και να τις έχουμε μαζί μας στο ταξίδι.
Η μητέρα κατέβαινε λοιπόν κάθε μέρα στον Πειραιά και γύριζε απογοητευμένη, χωρίς την περιπόθητη είδηση. Ώσπου την παραμονή των Χριστουγέννων επέστρεψε σαν τον Θησέα με λευκά πανιά: Με τη δύση του ηλίου ξεκινάει το πλοίο! Βουτήξαμε τις αποσκευές, που περίμεναν μέρες και μέρες ετοιμασμένες, και τρέξαμε να προλάβουμε.
Φτάνοντας στον Πειραιά μάς υποδέχτηκε μια χαρμόσυνη, πανηγυρική, εκκωφαντική συγχορδία από καμπάνες, σειρήνες και σφυρίγματα των παντός είδους σκαφών που ελλιμενίζονταν στο μεγάλο λιμάνι, ενώ ο κόσμος είχε ξεχυθεί στους δρόμους παρά το τσουχτερό κρύο και ανέμιζε ελληνικές σημαίες.
- Τι συμβαίνει; ρωτήσαμε περίεργοι.
- Η Χειμάρρα! Η Χειμάρρα! Τριήμερος εορτασμός! Ζήτω ο στρατός! Ζήτω η Ελλάς!
Καταλάβαμε. Τρεις μέρες πριν ο ελληνικός στρατός είχε κυριεύσει ύστερα από δεκαήμερη σκληρή μάχη τη Χειμάρρα και η κυβέρνηση είχε ορίσει τριήμερο σημαιοστολισμό και εορτασμό. Είχαμε σημαιοστολίσει κι εμείς το σπίτι μας –του παππού για την ακρίβεια– είχαν χτυπήσει και οι καμπάνες και είχαν γίνει δοξολογίες στις εκκλησίες, αλλά πλοία και παντοδαπά σκάφη δεν διαθέταμε, για να δημιουργηθεί ένα τέτοιο πανδαιμόνιο. Φαντάζομαι ότι και η έναρξη της γιορτής θα ήταν ακουστικά ισάξια με τη λήξη.
Στη δεκαήμερη (13-22 Δεκεμβρίου) μάχη της Χειμάρρας είχαμε 100 νεκρούς και αγνοουμένους, ενώ οι Ιταλοί είχαν απώλειες 400 οπλίτες και 900 αιχμαλώτους. Ουσιαστικά με την πτώση της Χειμάρρας ολοκληρώθηκε η κατάληψη της Βορείου Ηπείρου και άνοιξε ο δρόμος για να συνεχίσει ο στρατός την προέλασή του προς Βορράν.
Επιβιβαστήκαμε σ’ ένα κατάμαυρο πλοίο, το «Φρίντων», επιβατηγό μέχρι τον πόλεμο και τώρα επιταγμένο και χρησιμοποιούμενο για μεταγωγικό. Τότε δεν γνωρίζαμε τίποτε από την τρομερή ιστορία του, τι είχε προηγηθεί τέσσερις μήνες πριν, ούτε μπορούσαμε να φανταστούμε το τραγικό του τέλος τέσσερις μήνες μετά.
Παραμονή Χριστουγέννων του ᾽40, βρισκόμαστε στο «Φρίντων», που απέπλευσε μόλις σκοτείνιασε για το Ηράκλειο. Μαζί μας ταξίδευαν και αρκετοί άλλοι, κυρίως οικογένειες, που θα είχαν ασφαλώς αποκλειστεί στην ηπειρωτική χώρα. Μας στοίβαξαν όλους στο αμπάρι, στο υπόλοιπο πλοίο δεν ξέρω τι μετέφεραν. Βολευτήκαμε όπως μπορούσαμε σε κάτι άβολους πάγκους πολύ φαρδείς και πολύ μακρείς. Η μετακίνησή μας σε άλλους χώρους ήταν απαγορευμένη. Κοιμηθήκαμε εύκολα, με το νανούρισμα του θορύβου των μηχανών και το λίκνισμα του πλοίου.
Κατά τα μεσάνυχτα, τον βαθύ μας ύπνο διέκοψε το απότομο σβήσιμο των μηχανών. Το πλοίο σταμάτησε. Φώτα ούτως ή άλλως δεν υπήρχαν λόγω συσκοτίσεως, κάτι μικρά αμυδρά φωτάκια με φωτεινότητα ενός μικρού κεριού έσβησαν κι αυτά, πυκνό σκοτάδι. Από τους καμαρότους ακούσαμε ότι ανιχνεύθηκαν εχθρικά υποβρύχια και υπήρχε φόβος εντοπισμού μας.
Δεν μπορώ να πω ότι φοβηθήκαμε, μάλλον απαθώς τα ακούγαμε όλα, τουλάχιστον τα παιδιά, ίσως λόγω άγνοιας του κινδύνου. Αργότερα εμφανίστηκαν μερικοί καμαρότοι, ναύτες, αστυνομικοί, στρατιωτικοί, δεν ξέρω τι άλλο, με φακούς, και μας οδήγησαν όλους στο κατάστρωμα, αφού μας είπαν να έχουμε μαζί μας και τις ταυτότητές μας. Εκεί, στο φως του φεγγαριού, είδαμε γύρω μας πολλά πολεμικά πλοία. Ήμασταν στο μέσον μιας νηοπομπής! Όλα σταματημένα, σκοτεινά, σιωπηλά. Όλοι οι επιβάτες παραταχθήκαμε στη σειρά, ήρθανε οι άνθρωποι με τους φακούς, μας ήλεγξαν έναν-έναν και μας κατέβασαν πάλι στο αμπάρι.
Το πλοίο ξεκίνησε, για να συνεχίσει το ταξίδι του προς το Ηράκλειο. Όταν φτάσαμε εκεί, ο ήλιος έστελνε τα προμηνύματα της εμφάνισής του. Ξημέρωναν Χριστούγεννα. Βρήκαμε τον πατέρα να μας περιμένει στο λιμάνι, με ένα ταξί μεγάλο, για να μας χωρέσει όλους. Η μέρα ήταν μουντή, βαριά συννεφιά, πολύ κρύο.
Ήταν η ώρα που τελείωνε η ακολουθία στις εκκλησίες και φανταζόμασταν τον κόσμο να τρέχει στη θαλπωρή του σπιτιού. Πριν πάρουμε τον δρόμο για το Ρέθυμνο, πήγαμε πρώτα να τσιμπήσουμε κάτι, σ’ ένα από τα μαγαζάκια γύρω από το λιμάνι, που περίμεναν την πελατεία του πλοίου. Το ταξί μάς περίμενε. Ο πατέρας παρατήρησε τον εστιάτορα για κάποια αγορανομική παράβαση, εκείνος αντιμίλησε, ο πατέρας τού έδειξε μια κονκάρδα που είχε πίσω από το πέτο του, μεταλλική, επίχρυση, ελαφρώς κυρτή, διαμέτρου γύρω στους 4 πόντους: το σήμα του εισαγγελέως. Εκείνος ζήτησε συγγνώμη. Ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που τον είδα να χρησιμοποιεί αυτό το σήμα.
Ξεκινήσαμε για το Ρέθυμνο. Από τον παλιό βέβαια δρόμο, δεν υπήρχε κι άλλος.
Στροφές λοιπόν, δυο ώρες ταξίδι στον στενό δρόμο, ζάλη και ταλαιπωρία. Στο Γενί Γκαβέ (=Νέο Καφενείο, σήμερα επισήμως Δροσιά) σταματήσαμε για καφέ, όπως έπρεπε να κάνει κάθε διερχόμενος σεβόμενος την παράδοση, που βέβαια περιλάμβανε και το ψητό γουρουνόπουλο, για το οποίο όμως, λόγω ναυτίας, δεν είχαμε καμιά όρεξη. Σήμερα το γουρουνόπουλο εξακολουθεί να είναι η παραδοσιακή σπεσιαλιτέ του Γενί Γκαβέ – που κανέναν δεν άκουσα να το λέει Δροσιά.
Συνεχίσαμε διασχίζοντας χωριά, χωριουδάκια και κωμοπόλεις, Μουρτζανά, Βιράν Επισκοπή, Δαφνέδες, Πέραμα, Άδελε και σε μια στροφή, να το! Το Ρέθυμνο, που είχαμε με σφιγμένη καρδιά αποχαιρετήσει, το Ρέθυμνο μιας χαμένης πια χρυσής εποχής, ξαπλωμένο νωχελικά και ανέμελα γύρω από τη Φορτέτζα του, να απολαμβάνει τις θωπείες της θάλασσας. Μιας θάλασσας σε χρώμα σκούρο μοβ, τέτοιο που δεν το ᾽χα ξαναδεί σ’ αυτή τη θάλασσα και σε καμία άλλη.
Μήπως την έβαψε με αυτό το πένθιμο χρώμα ο Ποσειδώνας, θρηνώντας τους φιλοξενουμένους του που τους αρπάζει κάθε τόσο από την επικράτειά του ο Άρης, για να τους στείλει δώρο στον Πλούτωνα; Το θέαμα ήταν μαγευτικό, υποβλητικό, ο χρόνος είχε σταματήσει, ο νους είχε πάψει να σκέπτεται, τα πάντα ήταν ακίνητα, ένα αιώνιο παρόν.
...Και το ταξί μάς οδηγούσε αμείλικτα και αναπόδραστα προς ένα άδηλο μέλλον...
Γεώργιος Αντ. Γαλίτης
ΗΛΙΟΣ ΚΑΙ ΟΛΕΘΡΟΣ
ISBN: 978-960-619-124-4
Μαλακό εξώφυλλο
Εκδοτικός οίκος: ΕΝ ΠΛΩ
Διαστάσεις: 15Χ22
Αριθμός σελίδων: 464
Θα το βρείτε σε όλα τα βιβλιοπωλεία και online εδώ: https://bit.ly/3f8NSgG
EΚΔΟΣΕΙΣ ΕΝ ΠΛΩ
Βιβλιοπωλείο, Χαρ. Τρικούπη 6-10, Aθήνα

Ο Γεώργιος Γαλίτης (1926-2022) ήταν καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Σπούδασε Θεολογία και Φιλοσοφία στην Αθήνα και στη Γερμανία. Δίδαξε Επιστήμη της Καινής Διαθήκης στα Πανεπιστήμια Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Μονάχου.
Υπήρξε ένας από τους εκπονητές της εγκεκριμένης από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την Εκκλησία της Ελλάδος μετάφρασης της Καινής Διαθήκης.
Διετέλεσε διευθυντής του περιοδικού «Ανάπλασις», καθώς και επιστημονικός σύμβουλος της γερμανικής τηλεόρασης κατά την παραγωγή ταινιών και εκπομπών σχετικών με την Ορθοδοξία και την Ελλάδα.
Επί 70 περίπου χρόνια συμμετείχε σε διεθνή και ελληνικά επιστημονικά συνέδρια και επιτροπές, ενώ ανέπτυξε πλούσια κοινωνική και διδακτική δραστηριότητα και εκτός του πανεπιστημιακού χώρου.
Συνέγραψε βιβλία, μελέτες και άρθρα, πολλά από τα οποία έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες.
Με τη ρεθυμνιώτισσα σύζυγό του Ζαφειρία είχαν τη χαρά να αποκτήσουν τρεις κόρες, γαμπρούς, εγγόνια και δισέγγονα. Αγάπησε την Κρήτη σαν ιδιαίτερη πατρίδα του.










