Γράφτηκε από τον/την Romfea.gr. 27/10 09:40

euthima keimena

Eύθυμα κείμενα για το ήθος  και τη θρησκευτικότητα που ξεγελούν τον εαυτό τους

ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ: π. Χριστόδουλος Μπίθας

Είναι δυνατόν να μιλήσει κανείς με τρόπο αστείο για πράγματα πολύ σοβαρά; Επιτρέπεται να θεολογείς χαριτολογώντας και να υπαινίσσεσαι τις παθογένειες του εκκλησιαστικού χώρου με χιουμοριστικές ιστορίες;

Από την εποχή του Αρχίλοχου και του Αριστοφάνη μέχρι τις πιο λαμπρές στιγμές της σύγχρονης σάτιρας έχουμε πάμπολλα παραδείγματα όπου σοβαρά ζητήματα της κοινωνίας σχολιάστηκαν με τρόπο διασκεδαστικό, ρίχνοντας μια πιο ανάλαφρη ματιά στις στενάχωρες αποκλίσεις της ανθρώπινης πεπτωκυίας φύσης. 

Όταν η σάτιρα δεν είναι προσβλητική και χυδαία και το χιούμορ έχει σκοπό να θυμίσει τις πλάνες μας κι όχι να κρίνει δηκτικά, μπορεί να μας ευαισθητοποιήσει να καταλάβουμε «τα δικά μας πταίσματα και να μην κατακρίνουμε τον αδελφό μας», και να έχουμε ματιά αγαπητική πάνω στους άλλους, αφού έχουμε καταλάβει κι εμείς οι ίδιοι πόσο αδύναμοι είμαστε.

Κέντρο της πνευματικής ζωής είναι η αυτογνωσία που οδηγεί στην μετάνοια, κι όπως λέει ο Όσιος Ισαάκ ο Σύρος, «σε κάθε βήμα που κάνεις να εξετάζεις αν βαδίζεις στην οδό ή μήπως παρεξέκλινες απ’ αυτήν και βαδίζεις σε κανένα μονοπάτι έξω από αυτή». Αυτά τα μονοπάτια που μας ξεστρατίζουν ψηλαφούν οι συγγραφείς του βιβλίου, μας ψυχαγωγούν και μας υποδεικνύουν πως πρέπει διαρκώς να αυτοεξεταζόμαστε…

π. Χριστόδουλος Μπίθας

Ευελπιστούμε πως τα κείμενά μας, δίχως να δημι- ουργήσουν ενοχικά συμπλέγματα και βεβαίως χωρίς να γίνουν αφορμή κατάκρισης των άλλων αλλά μάλλον ευκαιρία αυτομεμψίας και αυτογνωσίας, θα αφυπνί- σουν την ψυχική μας νωθρότητα και θα δημιουργήσουν τη λαχτάρα σε όλο μας το είναι να αναζητήσουμε εν λόγω, έργω και διανοία την αλήθεια της ορθόδοξης και μεστής χάριτος θεολογίας, ώστε πράγματι να μιλάμε για χαριτωμένη θεολογία.

Δέσποινα Ζαμάνη -Σωτήρης Κόλλιας 

Σύντομη παρουσίαση από τον π. Χριστόδουλο Μπίθα, του βιβλίου της Δέσποινας Ζαμάνη και του Σωτήρη Κόλλια, "Χαριτωμένα Θεολογήματα" 

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

Πιο προσωπικά δεν γίνεται!

O Ισίδωρος είχε ακούσει για τους Αγίους, τους φίλους του Θεού και, αν και δεν αισθανόταν άγιος, θεωρούσε τον Θεό φίλο του, φιλαράκι πες καλύτερα. Και όπως λέει η παροιμία «για να μάθεις τον φίλο σου πρέπει να φας ψωμί και αλάτι μαζί του», ο Ισίδωρος ψωμοτύρι είχε καταντήσει τον Χριστό. Έπιανε το όνομά του κάθε λίγο και λιγάκι. «Μα τον Θεό...», ξεκινούσε ευκαίρως ακαίρως τις κουβέντες του για να τους προσδώσει κύρος και αξιοπιστία.

Όταν κάποιος του υπενθύμιζε την εντολή: «Οὐ λήψει τό ὄνομα Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἐπί ματαίῳ», απλώς αδιαφορούσε, γιατί ήταν πεπεισμένος πως δεν τον αφορούσε, μιας και οι κουβέντες του ήταν πάντα σημαντικές και μεστές νοήματος! 

Και επειδή οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους, ο Ισίδωρος το είχε ξεκαθαρίσει: Πολλά πήγαινε έλα σε εκκλησίες, λιβανίσματα και προσευχές δεν τα μπορούσε. Τον εκνεύριζε η πολυκοσμία στην εκκλησία και δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί έπρεπε να βρίσκονται όλοι ταυτόχρονα εκεί. Δεν ήταν τάχα καλύτερα να πηγαίνει ο καθένας όποτε ήθελε ή ακόμα καλύτερα –για μια πιο στενή επικοινωνία– να προσεύχεται ο καθένας σπίτι του, όπως έκανε αυτός; Θα άλλαζε σε κάτι η σχέση του με τον Χριστό; Καθόλου!

Ο ίδιος σαν δικό του άνθρωπο τον ένιωθε, την εικόνα του είχε στην κρεβατοκάμαρα να της μιλάει ώρα πολλή για τις δυσκολίες και τις στενοχώριες του, για να παραπονιέται συνεχώς «γιατί, Θεέ μου, σε μένα, γιατί;», για να βρίσκει κάποιον να γκρινιάζει, για να ξεσπά και να ξαλαφρώνει. Τι να τους κάνει τους παπάδες και τις λειτουργίες! Δεν λέει μία άλλη παροιμία «Στους δύο τρίτος δεν χωράει»; Ε, ανάμεσα σ ̓ αυτόν και τον Χριστό κανένας! Μπορούσαν μια χαρά να τα κανονίζουν όλα μεταξύ τους. Ο Ισίδωρος έλεγε τα πάντα για τον εαυτό του και για τους άλλους. Και φαίνεται πως σε όλα ο Ισίδωρος ήταν σωστός, λάθος οι άλλοι, αφού εκ μέρους του Χριστού ουδεμία παρατήρηση ή αντίρρηση.

Από την άλλη, επειδή οι πραγματικοί φίλοι στα δύσκολα φαίνονται, σαν μάλωνε με κάποιον, ο Χριστός ήταν πιστός υπηρέτης -ουπς!- στρατιώτης -ουπς!- βοηθός του, που έβγαινε στην πρώτη γραμμή για να υπερασπιστεί τα δίκια του (ή και τα άδικά του, δεν έχει σημασία), όταν ο ίδιος αδυνατούσε να πείσει τον άλλο με επιχειρήματα. «Από τον Θεό θα το βρεις», έλεγε με σιγουριά. Ήξερε το θείο θέλημα ο Ισίδωρος; Αν τον ρωτούσες, θα σου απαντούσε βεβαιότατα!

Ο Χριστός τού ήταν γνώριμος από τα μικράτα του, όταν η συγχωρεμένη η μάνα του του έλεγε: «Μην σκαλίζεις την μύτη σου, θα σε μαλώσει ο Χριστούλης», «Μην ξανακάνεις ζημιά, θα σε τιμωρήσει ο Χριστούλης», «Αν ξαναπείς κακιά κουβέντα, δεν σ ̓ αγαπάει ο Χριστούλης». Και από την άλλη, του έλεγε κάθε που τον πήγαινε στην εκκλησία για να τον μεταλάβει: «Έλα, παιδί μου, άνοιξε το στόμα σου, ο Χριστούλης είναι». Καi μπερδευόταν στο παιδικό μυαλό του ο Χριστός της φοβέρας και της τιμωρίας με τον Χριστό της Θείας Κοι- νωνίας και της αγάπης, μα πάντα ήταν πρόσωπο της καθημερινότητάς του.

Μεγαλώνοντας όχι ότι κατάφερε να ξεδιαλύνει μέσα του αυτούς τους δύο αντιφατικούς Χριστούς, μα δεν τους αποκήρυξε ποτέ του. Μπέρδευε τον Χριστό και στις δικές του τις φοβέρες, τις απειλές και τις βρισιές ακόμα, αλλά και στα παρακάλια, τους φόβους και τους καημούς του.

Καλά τα είχε βολέψει. Οι άνθρωποι μακριά – τι να τους κάνει άλλωστε με τις ιδιοτροπίες, τις απαιτήσεις και τις διαφωνίες τους; Φίλοι δυό τρεις, για κανά χαρτί στο καφενείο και κανά ποτηράκι κρασί στην ταβέρνα, για παραπάνω κανείς δεν ήταν άξιος εμπιστοσύνης.

Σύζυγος καμία, δεν την άντεχε τη μουρμούρα και τον έλεγχο. Κοντά μόνο ο Χριστός – ο μόνος σιωπηλός, πράος και συγκαταβατικός. Ποτέ του δεν κατάλαβε γιατί στην εκκλησία λέγανε ότι είναι αδύνατο να αγαπήσεις τον Χριστό, που δεν τον βλέπεις, αν δεν αγαπάς τον πλησίον σου, που τον βλέπεις. Μα ακριβώς επειδή έβλεπε πως ήταν οι γύρω του, δεν σχετίστηκε ποτέ μαζί τους!

Ένα βράδυ είδε στο όνειρό του πως διψούσε πολύ, καιγόταν ολόκληρος κι έτρεχε προς τη θάλασσα να βου- τήξει για να δροσιστεί. Όμως ήταν παράξενος, τριχωτός, με δόντια κι αυτιά μυτερά και μάτια κόκκινα, τέρας αλη- θινό!

Μόλις μπήκε στο νερό ένιωσε αγαλλίαση και αναδύθηκε αλλιώτικος, ανθρώπινος τώρα πια, σαν να γεννήθηκε εκεί για δεύτερη φορά. Βγήκε στην ακτή και βρήκε τον Χριστό να τον περιμένει, να περπατάνε έπειτα πλάι πλάι και να κουβεντιάζουν απλά κι απαλά, λόγια γλυκά, λόγια χαράς κι αγάπης.

Ο Ισίδωρος μιλούσε δίχως τους γνωστούς εγωισμούς, τις μαγκιές και τις μεγαλοστομίες που χρησιμοποιούσε, όταν απευθυνόταν στον Χριστό. Και κάποια στιγμή ο Χριστός τον ακούμπησε στον ώμο και του είπε: «Ισίδωρε, τώρα βρήκα τον καλό μου φίλο, που με αγαπά, με σέβεται και με πιστεύει».

Ο Ισίδωρος πετάχτηκε από τον ύπνο. Mπα... «όνειρο ήταν», είπε, και άλλαξε πλευρό... 

Σε όλα τα βιβλιοπωλεία και οnline εδώ: https://bit.ly/3n1OODx

xaritomena kollias

H αναδημοσίευση του παραπάνω άρθρου ή μέρους του επιτρέπεται μόνο αν αναφέρεται ως πηγή το Romfea.gr με ενεργό σύνδεσμο στην εν λόγω καταχώρηση.
FOLLOW ROMFEA: