Γράφτηκε από τον/την Romfea.gr. 15/10 21:12

martinluther

Βασιλείου Α. Γεωργόπουλου στην Romfea.gr

Αναπληρωτή Καθηγητή Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ


Η πολεμική του Μαρτίνου Λουθήρου, όπως και των λοιπών Μεταρρυθμιστών της Ελβετίας, εναντίον του μοναχισμού αποτελεί έναν από τους θεμελιώδεις άξονες της θεολογικής του κριτικής.

Η κριτική αυτή, πέρα από τις θεολογικές της προεκτάσεις, είχε βαθιές εκκλησιαστικές και κοινωνικές συνέπειες, καθώς συνέβαλε στη διάλυση μοναστηριών και στη μεταρρύθμιση του θεσμικού πλαισίου της χριστιανικής ζωής στον προτεσταντικό κόσμο.

Η έντονα αρνητική στάση του Λουθήρου έναντι του μοναχισμού δεν διαμορφώθηκε ανεξάρτητα από την προσωπική του εμπειρία, αλλά εδράζεται στη βιωματική γνώση του μοναχικού βίου.

Στις 2 Ιουλίου 1505, κατά τη διάρκεια σφοδρής καταιγίδας κοντά στο Stotternheim, προέβη σε τάμα προς την αγία Άννα, υποσχόμενος να ακολουθήσει τον μοναχικό βίο. Δύο εβδομάδες αργότερα εισήλθε στη μονή των Αυγουστινιανών Ερημιτών της Ερφούρτης, παρά την έντονη αντίδραση του πατέρα του, ο οποίος επιθυμούσε να ακολουθήσει ο γιός του νομικές σπουδές. 

Το 1507 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και επιδόθηκε με ιδιαίτερο ζήλο στην τήρηση της μοναχικής πειθαρχίας και της άσκησης.

Ωστόσο, παρά την αυστηρή προσήλωσή του στις μοναχικές υποχρεώσεις, δεν κατόρθωσε να αποκτήσει την ποθούμενη ειρήνη της συνείδησης. Υπό το πρίσμα αυτό καθίσταται κατανοητή και η ιδιαίτερη δριμύτητα της μεταγενέστερης κριτικής του προς τον μοναχικό θεσμό.

1. Η μεταβατική περίοδος

Κατά την περίοδο 1517-1519 ο Λούθηρος βρίσκεται σε μεταβατικό στάδιο. Έχει ήδη απομακρυνθεί από την παραδοσιακή μεσαιωνική αντίληψη, η οποία απέδιδε προνομιακή θέση στον μοναχισμό. Παρότι ασκεί  κριτική σε πολλές μοναστικές πρακτικές. Οι ιδέες που αναπτύσσει κατά την περίοδο αυτή προετοιμάζουν, ωστόσο, τη μεταγενέστερη ριζική απόρριψη του μοναχικού ιδεώδους. Εντούτοις, δεν απορρίπτει ακόμη τον μοναχισμό ως θεσμό, θεωρώντας ότι το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως στις καταχρήσεις και στις εσφαλμένες αντιλήψεις που είχαν αναπτυχθεί στο εσωτερικό του.

2. Οι πρώτες εκδηλώσεις της πολεμικής του 

Το 1520 η στάση του Λουθήρου μεταβάλλεται αισθητά. Στο έργο του: «Προς τη χριστιανική αριστοκρατία του γερμανικού έθνους» (WA 6,404–469) ζητεί τον περιορισμό των μονών και, κυρίως, των επαιτικών ταγμάτων. Στο έργο «Περί της βαβυλωνιακής αιχμαλωσίας της Εκκλησίας» (WA 6, 497–573) συνδέει την κριτική του προς τους μοναχικούς όρκους με την υποβάθμιση της θεολογικής σημασίας του βαπτίσματος. Κατά την αντίληψή του, το βάπτισμα αποτελεί τη θεμελιώδη και διαρκή δέσμευση του χριστιανού ενώπιον του Θεού. 

Επικρίνει ιδιαίτερα την αντίληψη ότι οι πράξεις που απορρέουν από τι μοναχικές  υποσχέσεις διαθέτουν μεγαλύτερη πνευματική αξία από τις πράξεις των λοιπών πιστών, καθώς και τον ισχυρισμό ότι η είσοδος στον μοναχικό βίο συνιστά ένα είδος «νέου βαπτίσματος». Για τον Λούθηρο, η απόδοση ιδιαίτερης σωτηριολογικής αξίας στους μοναχικούς όρκους επισκιάζει τη σημασία του βαπτίσματος και υπονομεύει τη χριστιανική ελευθερία, διότι η δικαίωση του ανθρώπου θεμελιώνεται στην πίστη και όχι στην εκπλήρωση συγκεκριμένων μοναχικών υποχρεώσεων.

3. Η καταδίκη των μοναχικών όρκων

Η πλέον ολοκληρωμένη διατύπωση της πολεμικής του Μαρτίνου Λουθήρου κατά του μοναχισμού απαντά στο έργο του: «Η κρίση του Μαρτίνου Λουθήρου για τους μοναχικούς όρκους» (WA 8, 573-669), το οποίο συνέγραψε στο Βάρτμπουργκ το 1521. Το έργο έχει ως πρόλογο επιστολή προς τον πατέρα του (WA, Br ΙΙ, 410-415), όπου ο μεταρρυθμιστής αναγνωρίζει ως εσφαλμένη την απόφασή του να εισέλθει στον μοναχικό βίο, παρά την αντίθετη επιθυμία και τις επιφυλάξεις του πατέρα του.

Τα βασικά επιχειρήματα που αναπτύσσει σ’ αυτό είναι τα  εξής:

Ι) Οι μοναχικοί όρκοι δεν έχουν βιβλική θεμελίωση.Ο Λούθηρος υποστηρίζει ότι η Αγία Γραφή δεν προβλέπει μοναχικούς όρκους και ότι αυτοί δεν συνιστούν ιδιαίτερη οδό προς τη σωτηρία. Κατά συνέπεια, θεωρεί ότι αντιβαίνουν στο ευαγγελικό μήνυμα.

II) Αντίθεση προς την ελευθερία του Ευαγγελίου. Οι μοναχικοί όρκοι δεσμεύουν τη συνείδηση μέσω ανθρωπίνων θεσπισμάτων και περιορίζουν την ελευθερία του χριστιανού. Ο Λούθηρος απορρίπτει τον διαχωρισμό μεταξύ «ιερών» και «κοσμικών» επαγγελμάτων. Υποστήριζε χαρακτηριστικά ότι μια μητέρα που φροντίζει το σπίτι της ή ένας γεωργός που εργάζεται στον αγρό επιτελούν έργο εξίσου ευάρεστο ενώπιον του Θεού με εκείνο ενός μοναχού που αφιερώνει ολόκληρη την ημέρα στην προσευχή.

Για τον Λούθηρο, ο γάμος, η οικογένεια, η εργασία και η υπηρεσία προς τον πλησίον αποτελούν τον κατ’ εξοχήν χώρο βιώσεως της χριστιανικής ζωής και όχι κάποιο κατώτερο επίπεδο πνευματικότητας. Η θεολογία του προβάλλει την αγιότητα κάθε θεμιτής κλήσεως στη ζωή. Αντιθέτως, το μοναχικό ιδεώδες, κατά την κρίση του, υπονοεί ότι οι απλοί πιστοί ζουν σε κατώτερη πνευματική βαθμίδα.

III) Αντίθεση προς τη δικαίωση μόνο διά της πίστης. Ο μοναχισμός παρουσιάζεται ως προσπάθεια επιτεύξεως της σωτηρίας μέσω έργων, δηλαδή ως μορφή «δικαιώσεως εξ έργων». Ο Λούθηρος υποστηρίζει ότι μόνον ο Χριστός παρέχει την ελευθερία και τη σωτηρία. Η δέσμευση του ανθρώπου με ισόβιους όρκους, όπως η παρθενία, η ακτημοσύνη και η υπακοή, ισοδυναμεί με προσπάθεια εξαγοράς της θείας εύνοιας μέσω ανθρωπίνων κατορθωμάτων, κάτι που θεωρεί θεολογικώς απαράδεκτο και αδύνατο.

IV) Η απόρριψη του μοναχισμού ως «ανώτερου» βίου

Ο Λούθηρος απορρίπτει τη σχολαστική ρωμαιοκαθολική διδασκαλία περί των «υπέρτακτων έργων » που συνδέονται με τη διάκριση  περί  ευαγγελικών «καθηκόντων» για όλους τους πιστούς και «παραινέσεων»  τελειότητάς για τους μοναχούς. Όλοι οι χριστιανοί καλούνται εξίσου στην υπακοή προς τον Θεό, ενώ η κοσμική κλήση, όπως ο γάμος, το επάγγελμα και η οικογενειακή ζωή, διαθέτει την ίδια πνευματική αξία. Η καθημερινή τίμια  εργασία αποτελεί, επίσης, αληθινή μορφή λατρείας.

V) Η αγαμία δεν μπορεί να επιβάλλεται

Κατά τον Λούθηρο, όσοι έδωσαν μοναχικούς όρκους χωρίς πλήρη επίγνωση των συνεπειών τους δεν δεσμεύονται από αυτούς και μπορούν να εγκαταλείψουν το μοναστήρι με καθαρή συνείδηση. Αντίθετα προς την αντίληψη που θεωρούσε την αγαμία ανώτερη πνευματική κατάσταση, ο Λούθηρος υπερασπίσθηκε με ιδιαίτερη έμφαση τον γάμο, τον οποίο θεωρούσε το κατεξοχήν πεδίο ασκήσεως της αγάπης, της υπομονής και της πίστεως.

4. Οι συνέπειες

Η κριτική αυτή είχε άμεσες συνέπειες. Μοναχοί και μοναχές μπορούσαν πλέον να εγκαταλείψουν τους όρκους τους χωρίς να θεωρούνται αμαρτωλοί, δεδομένου ότι οι όρκοι αυτοί κρίνονταν εξαρχής άκυροι. Μετά το 1521 πολλοί Αυγουστινιανοί στη Βυρτεμβέργης εγκατέλειψαν το μοναστήρι τους.

Το 1523 ο Λούθηρος δημοσίευσε το έργο: « «Λόγος και απάντηση: γιατί τα γυναικεία μοναστήρια μπορούν να εγκαταλειφθούν με τη συγκατάθεση του Θεού», (WA 11, 394 -  400) με το οποίο δικαιολογούσε την απόφαση της Katharina von Bora και άλλων μοναζουσών να εγκαταλείψουν το μοναστήρι τους. Ο ίδιος εγκατέλειψε το μοναχικό σχήμα το φθινόπωρο του 1524 και νυμφεύθηκε την Katharina von Bora στις 13 Ιουνίου 1525.

Σε πρακτικό επίπεδο, υποστήριζε ότι τα έσοδα των μονών έπρεπε να διατίθενται για την ανακούφιση των πτωχών. Η πρότασή του αυτή είχε περιορισμένη επιτυχία, καθώς οι ηγεμόνες και οι πόλεις συχνά προέβαιναν σε κατάσχεση των μοναστηριακών περιουσιών προς ίδιον όφελος.

Στα Σμαλκαλδικά Άρθρα (ΙΙ, 3), ο Λούθηρος υποστηρίζει ότι οι μονές και τα ιδρύματα που είχαν αρχικώς συσταθεί για την εκπαίδευση λογίων ανδρών και «σεμνών γυναικών» έπρεπε να επανέλθουν στην αρχική τους αποστολή, προκειμένου να εξυπηρετούν την κατάρτιση ποιμένων, κηρύκων και άλλων εκκλησιαστικών λειτουργών. Εάν αυτό δεν καταστεί δυνατό, θεωρεί προτιμότερη την εγκατάλειψη ή ακόμη και την κατεδάφισή τους από τη διατήρηση των «βλάσφημων λατρειών» που, κατά την άποψή του, είχαν επινοηθεί από ανθρώπους. Οι λατρείες αυτές θεωρούνται ανώτερες από τον κοινό χριστιανικό βίο και από τις κλήσεις που όρισε ο Θεός, γεγονός που, σύμφωνα με τον Λούθηρο, αντιβαίνει στη θεμελιώδη αλήθεια της λυτρώσεως διά του Ιησού Χριστού.

5. Αυστηρές ρωμαιοκαθολικές επικρίσεις

Οι θέσεις αυτές αμφισβητήθηκαν συστηματικά ήδη από την εποχή της Μεταρρύθμισης. Ο Johann Eck, ο σημαντικότερος θεολογικός αντίπαλος του Λουθήρου κατά τον 16ο αιώνα, τις αντέκρουσε στο βασικό αντιρρητικό του έργο, το Enchiridion locorum communium adversus Lutherum (1525), το οποίο γνώρισε περισσότερες από εκατό εκδόσεις έως τα μέσα του 16ου αιώνα. Σε αυτό, ο Eck υπερασπίστηκε τη διδασκαλία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.

Η αμφισβήτηση αυτή δεν περιορίσθηκε στον 16ο αιώνα. Η εικόνα του μοναχισμού που παρουσίασε ο Λούθηρος αποτέλεσε αντικείμενο έντονης κριτικής και κατά τους νεότερους χρόνους. Ο Heinrich Denifle (1844-1905), εκπρόσωπος της ρωμαιοκαθολικής ιστοριογραφίας, αμφισβήτησε τις περιγραφές του και τον κατηγόρησε για μεροληπτική και παραμορφωτική παρουσίαση της μοναστικής πραγματικότητας.

Παρόμοια στάση τήρησε και ο Ιησουίτης Hartmann Grisar (1845-1932), ο οποίος στο τρίτομο έργο του Luther (1911-1912) ερμηνεύει την απόρριψη των μοναχικών όρκων κυρίως ως έκφραση προσωπικής και ψυχολογικής κρίσεως και όχι ως θεολογικά τεκμηριωμένη θέση. Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και ο Δομινικανός Albert Maria Weiss (1844-1925), ο οποίος στο έργο Luthers Seelenleben (1906) υποστηρίζει ότι η στάση του Λουθήρου απέναντι στον μοναχισμό απορρέει κυρίως από ηθικές και ψυχολογικές αδυναμίες.

Παρενθετικώς, κρίνεται σκόπιμο να επισημανθεί ότι, κατά τη μεταπολεμική περίοδο και ιδίως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στο πλαίσιο της αναπτύξεως των διαχριστιανικών σχέσεων, η ρωμαιοκαθολική θεολογία υιοθέτησε συχνά περισσότερο νηφάλιες και αποδεσμευμένες από παλαιότερες πολεμικές προσεγγίσεις ως προς την αξιολόγηση του προσώπου και της θεολογικής σκέψεως του Λουθήρου.

Στο πλαίσιο αυτής της επαναξιολογήσεως αναδείχθηκαν νέες ερμηνευτικές προσεγγίσεις και θεολογικές τοποθετήσεις σχετικά με την κριτική του Μεταρρυθμιστή έναντι του μοναχισμού. Οι προσεγγίσεις αυτές επικεντρώνονται κυρίως στην ανάδειξη των θεολογικών παραμέτρων που συνέβαλαν στη διαμόρφωση της στάσεώς του, επιχειρώντας μια πληρέστερη κατανόηση των δογματικών και θεολογικών προϋποθέσεων της σχετικής κριτικής.

6. Αποτίμηση

Η απόρριψη του μοναχισμού από τον Λούθηρο δεν υπήρξε προϊόν στιγμιαίας αντιδράσεως. Αντιθέτως, αποτυπώνει μια εμπειρία που γεννήθηκε μέσα από τα χρόνια της προσωπικής του μοναστικής πορείας και συνδέεται οργανικά με τη θεολογία της δικαιώσεως διά της πίστεως.

Εφόσον η σωτηρία προσφέρεται ως δωρεά της θείας χάριτος και όχι ως ανταμοιβή της ασκητικής προσπάθειας, οι μοναχικοί όρκοι, ιδίως όταν παρουσιάζονται ως ανώτερη οδός τελειότητας σε σχέση με τη χριστιανική κλήση μέσα στον κόσμο, υπονομεύουν, κατά τον Λούθηρο, την επάρκεια του βαπτίσματος και της χάριτος του Χριστού.

Ως εκ τούτου, η κριτική του δεν στρέφεται απλώς εναντίον ορισμένων καταχρήσεων του μοναχισμού, αλλά αγγίζει το ίδιο το θεολογικό του θεμέλιο.

Εμφανίσεις: 5110
H αναδημοσίευση του παραπάνω άρθρου ή μέρους του επιτρέπεται μόνο αν αναφέρεται ως πηγή το Romfea.gr με ενεργό σύνδεσμο στην εν λόγω καταχώρηση.
FOLLOW ROMFEA: