Το προαιώνιο μυστήριο του Σταυρού

ΘΑ ΔΑΝΕΙΣΘΩ μιά ἁπλή διατύπωση, ἀντλημένη ἀπό ἕνα νεότερο περιφανή καθηγητή τῆς θεολογίας, ἅγιο τῆς μητρικῆς του Ἐκκλησίας, ὅπως καί τῆς οἰκουμενικῆς Ὀρθοδοξίας.
«Ὅταν ὁ Χριστός λέει: “Θεέ μου, Θεέ μου!”, ἐπιβεβαιώνει ὅτι ὁ Θεός ὑπάρχει. Λέει λοιπόν στούς ἀνθρώπους: “Ὁ Πατέρας μου δέν θέλει νά ἀντιδράσει ἐνάντια στήν κακία σας· οὔτε ἀκόμη γιά νά ὑπερασπιστεῖ τόν Υἱό Του, δέν θέλει νά σᾶς τιμωρήσει”.
Ὁ Θεός προτιμᾶ τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, εἰς βάρος τοῦ Υἱοῦ Του… Πολλοί λένε: ὑπάρχει ἕνας Θεός, ἀλλά δέν εἶναι ἀγαθός, γιατί ἀφήνει τούς ἀνθρώπους νά πάσχουν. Εἶναι ἐντελῶς ἀκατανόητο [αὐτό] γιά τόν κόσμο. Μέσα στό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ φανερώνεται ἡ ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ. Δέν τιμωρεῖ, δέν ἀντιδρᾶ, δέχεται τά πάντα, ἀκόμη καί τήν ὀδύνη, ἀκόμη καί τόν θάνατο τοῦ Υἱοῦ Του, γιά τήν ἀγάπη τῶν ἀνθρώπων. Ἄν ὁ ἄνθρωπος δέν σώζεται, εἶναι ἐπειδή παραμένει ἀδιάφορος πρός αὐτό» («Πρόσωπο καί Σταυρός, συζητήσεις μέ τόν π. Δημήτριο Στανιλοάε», ἐκδ. “Ἐν πλῷ”, 2014, σ. 280-1).
Δέν πρωτοτυποῦσε βεβαίως ὁ ἅγιος Δημήτριος Στανιλοάε (περί αὐτοῦ πρόκειται) γράφοντας καί συζητώντας ἁπλά γιά τά πιό ἀπερινόητα. Σέ ἄλλες πρωιμότερες ἐργασίες του ἦταν ἐκφραστικά πιό φιλοσοφημένος, ἀλλά γενικά στά κίνητρά του προεῖχε ἡ εὐχερέστερη ἀπήχηση στό λαό καί ἡ εὐρύτερη ὠφέλεια (ἴσως λόγῳ καί τῆς ἱερατικῆς του ἰδιότητας, τῶν μαρτυρικῶν χρόνων πού ἔζησε καί τῆς ὁμολογιακῆς του ταλαιπωρίας). Ἄλλωστε, βασιζόταν στή διαιώνια Πατερική πρακτική, γιά τή μεταδοτική μέθεξη καί τήν προσληπτική κηρυγματική προβολή τοῦ βιουμένου μυστηρίου τῆς σωτηριώδους Σταυρώσεως. Ἀντλοῦμε τά παραθέματα ἤ μᾶλλον τά προθέματά μας ἀπό ἕνα βιβλίο (γραπτοῦ καί προφορικοῦ) διερμηνευτικοῦ διαλόγου τοῦ π. Δημητρίου μέ τόν π. Μᾶρκο-Ἀντώνιο Κόστα Ντέ Μποργκάρ (ὅ.π.).
Τό εἰσαγωγικό παράθεμα, ἡ διατύπωση τοῦ π. Δημητρίου γιά τά ἀνθρώπινα μέτρα πρόσληψης μιᾶς θεολογικῆς ἀλήθειας, μπορεῖ νά φαίνονται ἁπλουστευτικά, ὥστε νά γίνουν ἀνθρωπίνως ἐννοήσιμα καί προσλήψιμα. Κι ὅμως· εἶναι θεολογικά, καθώς καί ὁ Θεός, πρίν νά μᾶς πλάσει, μᾶς προεγίνωσκε, μᾶς προ-όριζε γιά μιά ὑπαρκτική προοπτική προσληπτότητος, γιά μιά παρασχεθεῖσα ἐλευθερία πρόσληψης αὐτῆς τῆς θεόκτιστης ὑπαρκτικῆς μας προοπτικῆς. Μᾶς θέλησε καί μᾶς θέλει σέ μιά εἰκονιστική καθομοίωση πρός τόν Υἱό Του, πού θά σαρκωνόταν γιά μᾶς καί θά σταυρωνόταν γιά μᾶς.
Αὐτό μάλιστα τό ἀπερινόητο μέτρο τῆς θεανδρικῆς ἀγαπήσεως τοῦ Σωτῆρος, θέλησε καί τό παρέχει μεθεκτό σέ μᾶς (καί) διά τῆς ἀγαπήσεως καί συσταυρώσεως ὑπέρ ἀλλήλων.
***
ΒΕΒΑΙΩΣ, ὅλα αὐτά μᾶς ἀνάγουν στόν πυρήνα τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας, ὅπως θά μᾶς κατηχοῦσε ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης. «Τάχα δ᾽ ἄν τις δι᾽ ἀκριβείας καταμαθών τό μυστήριον, εὐλογώτερον εἴποι, μή διά τήν γένεσιν συμβεβηκέναι τόν θάνατον, ἀλλά τό ἔμπαλιν τοῦ θανάτου χάριν παραληφθῆναι τήν γένεσιν· οὐ γάρ τοῦ ζῆσαι δεόμενος ὁ ἀεί ζῶν τήν σωματικήν ὑποδύεται γέννησιν, ἀλλ᾽ ἡμᾶς ἐπί τήν ζωήν ἐκ τοῦ θανάτου ἀνακαλούμενος» (Λόγος Κατηχητικός Μέγας, PG 45, 80).
Ὁ σαρκωμένος Θεός δέν ἀπέθανε ἀπό ἀγάπη πρός ἐμᾶς, σέ κάποια συμβεβηκότα στά ὁποῖα βρέθηκε ἐνανθρωπήσας καί ἀποθανών. Οὔτε τοῦ χρειαζόταν ἡ δική μας ζωή, ἐφόσον εἶναι ὁ πάντοτε ζωντανός, ὁ ἀΐζωος καί συναΐδιος.
Φανερώνεται μέσα ἀπό τή σωματική (ἐνανθρώπινη) γέννηση, ὥστε μέ τό σωματικό Του θάνατο νά μᾶς καλέσει ἀπό τό θάνατο πρός τήν ζωή. Ὅποιος λοιπόν θέλει νά κατηχηθεῖ καί νά μάθει ἐπακριβῶς τό μυστήριο, σωστότερα θά μιλήσει ἄν πεῖ ὅτι ὁ [σταυρικός] θάνατος τοῦ Σωτῆρος δέν ἐπῆλθε ὡς ἐπακόλουθο τῆς γένεσης, ἀλλά τουναντίον ἡ ἐνανθρώπινη γέννηση παραλήφθηκε ἀπό τό Θεό, ὥστε νά δυνηθεῖ ὡς ἄνθρωπος νά ἀποθάνει ὑπέρ ἡμῶν.
Εἶναι αὐτό πού χριστολογεῖ σέ Τριαδολογικό κήρυγμα τριῶν μόλις στίχων ὁ ἀπ. Πέτρος γιά τό λυτρωτικό κι ἀπελευθερωτικό ἀτίμητο αἷμα τοῦ ὡς ἀμνοῦ ἀμώμου καί ἀσπίλου [σταυρωθέντος] Χριστοῦ «προεγνωσμένου μὲν πρὸ καταβολῆς κόσμου, φανερωθέντος δὲ ἐπ᾿ ἐσχάτων τῶν χρόνων δι᾿ ὑμᾶς…» (Α΄ Πε 1: 19-22).
Ὁ σαρκωμένος καί σταυρωμένος Υἱός τοῦ Θεοῦ -πού ὡσάν νά Τόν ἁγιογραφοῦμε ἐπάνω μας μέ τό σταυροκόπημα καί τό σταυρώσιμο ἦθος- ὑπάρχει προεγνωσμένος καί φανερωμένος “δι᾽ ἡμᾶς”, τούς “δι᾽ αὐτοῦ πιστεύοντας εἰς Θεόν” καί αὐτό ἐπάγεται σέ μᾶς τό “ἐκ καθαρᾶς καρδίας ἀλλήλους ἀγαπήσατε ἐκτενῶς”, τήν ἐκκλησιαστική κοινωνικότητα (ὅ.π.).
***
ΕΔΩ βρίσκουμε ἀναδυόμενο τό κοινωνικό-προσληπτικό-κοινωνικοποιητικό ὑπόδειγμα τοῦ καινοῦ ἀνθρώπου, τοῦ θεολογημένου ἀνθρώπου, τοῦ χριστολογημένου ἀνθρώπου, αὐτό πού οἱ ἱεροί Εὐαγγελιστές καί οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Πατέρες καί οἱ Διδάσκαλοι παρουσίαζαν μέ τίς τόσο συχνές παραβολικές-ἀναλογικές-ἀναφορικές-ὁδηγητικές λέξεις “ὡς”, “ὥσπερ”, “καθάπερ”, “οἷος ὁ ἐπουράνιος [ἄνθρωπος]”· ὅπως καί μ᾽ ἐκείνη τή χαρακτηριστική ὑπόδειξη τοῦ ἀπ. Πέτρου γιά μιά εἰδική κοινωνική κατηγορία: “ὑμῖν ὑπολιμπάνων ὑπογραμμόν ἵνα ἐπακολουθήσητε τοῖς ἴχνεσιν αὐτοῦ” (Α΄ Πε 2:21).
Ὁ σαρκωμένος καί σταυρωμένος Θεός μᾶς ἀφήνει τά ἴχνη Του, γιά νά ἐπακολουθήσουμε κι ἐμεῖς. Ὡς Θεός δέν ἔχει ἴχνη. Ὡς Θεάνθρωπος -λέει ὁ ἀπ. Πέτρος- μᾶς χάρισε ἀκόμη καί τά ἴχνη τοῦ βηματισμοῦ Του, γιά νά ξέρουμε ποῦ καί πῶς θά βαδίσουμε, νά μήν ξεστρατίσουμε, ἀλλά νά εὐθυπορήσουμε. Ἀκολουθώντας αὐτά τά ἴχνη Του, ἀγαθοποιοῦμε ἀπό τή μιά καί ἀπό τήν ἄλλη ὑπομένουμε πειρασμούς “διά συνείδησιν Θεοῦ”, σέ μιά κοσμική πραγματικότητα ἀπορριπτική, πού ὡστόσο ἐμεῖς δέν τήν ἀπορρίπτουμε, ἀλλά τήν προσδεχόμεθα ὑπομένοντες, περιμένοντας νά μιλήσει ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ μέσα κι ἀπό τή δική μας ὑπομονετική συσταύρωση (Α΄ Πε. κεφ. 2). Ἔχουμε ἐδῶ μιά βασική διαλεκτική τῆς χριστιανικῆς κοινωνικῆς στάσης καί ἀντίστασης.
«Ὁ σταυρός πού μέ σώζει δέν εἶναι τά δικά μου βάσανα, ἀλλά τά βάσανα τῶν ἄλλων: πάσχει γιά μένα, πάσχω γιά ἐκεῖνον. Ὁ Χριστός πάνω στόν Σταυρό πάσχει γιά τούς ἄλλους, ὄχι γιά τόν Ἑαυτό Του, ἤ γιά μιά ὁμάδα εἰς βάρος κάποιας ἄλλης ὁμάδας» (“Πρόσωπο καί Σταυρός…”, σ. 284).
Ὁ προσφιλής στόν π. Δημήτριο θεοφόρος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής -αἰῶνες πρίν- σαφηνίζει πολλάκις ὅ,τι (πρέπει νά) κατεργάζεται ἡ λατρευτική καί ἡ κοινωνική συναίσθηση καί αἴσθηση καί ἀρετή τῶν πιστευόντων. Δέν πρωτοτυπεῖ, ἀλλά διαφυλάσσει τήν εὐαγγελική καί πατερική παρακαταθήκη: «…ἥν ἀγάπην καί οἴδαμεν καί ὀνομάζομεν, οὐκ ἄλλην καί ἄλλην μεμερισμένως Θεῷ καί τῷ πλησίον προσνέμοντες, ἀλλά μίαν καί τήν αὐτήν ὅλην. Θεῷ μέν ὀφειλομένην, ἀνθρώπους δέ ἀλλήλοις ἐπισυνάπτουσαν. Ἐνέργεια γάρ καί ἀπόδειξις σαφής τῆς πρός τόν Θεόν τελείας ἀγάπης ἐστιν, ἡ γνησία δι᾽ εὐνοίας ἑκουσίου πρός τόν πλησίον διάθεσις» (Πρός Ἰωάννην κουβικουλάριον, PG 91, 404).
Καί «… δέον πάντων τῶν ὁρωμένων καί αὐτοῦ τοῦ σώματος τήν παντός ἀνθρώπου προτιμῆσαι ἀγάπην· ἥτις ἐστίν γνώρισμα τῆς εἰς Θεόν ἀγάπης, καθώς αὐτός ὁ Κύριος ἐν εὐαγγελίοις δείκνυσιν… Ὁρᾷς ὅτι ἡ ἀλλήλων ἀγάπη τήν εἰς Θεόν ἀγάπην συνίστησιν, ἥτις ἐστί πλήρωμα πάσης Θεοῦ ἐντολῆς;» (Λόγος ἀσκητικός PG 90, 916D – 917A).
Ἐκφαντορικά δέ: «Πιστεύω καθώς παρέλαβον καί ἐδιδάχθην ὅτι ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί· καί ὅτι καθώς αὐτός εἷς ἐστι, μηδέποτε τοῦ εἷς εἶναι παυόμενος, οὕτω τούς κατά τήν αὐτοῦ ἀγάπην ζώντας ἕν ποιεῖ καί μίαν αὐτοῖς χαρίζεται καρδίαν, κἄν πολλοί τύχοιεν ὄντες» (Πρός Κόνωνα πρεσβύτερον καί ἡγούμενον, PG 91, 613).
***
Η ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ τοῦ θεολογικοῦ μυστηρίου προσλαμβάνεται σωτηριωδῶς καταρχήν πιστευομένη καί εἰσπραττομένη ὡς ἐκκλησιασμός στό Χριστό, μέ τό Χριστό, γιά τό Χριστό.
Ἀλλά καί ὡς ἐπακόλουθος συνεκκλησιασμός μετ᾽ ἀλλήλων ἐν Χριστῷ, ὁπότε ἡ δογματική μετέχεται καί ὁμολογεῖται μέσα κι ἀπό τήν ἀληθεύουσα ἠθική τοῦ συνεκκλησιασμένου θεαρέστου βίου! Ὁπότε ἔχουμε τή δική μας χριστολογημένη συνέργεια στήν ἀνακεφαλαίωση πάντων στό Χριστό.
Εἶναι τό βροντόφωνο κήρυγμα ἐκείνων τῶν δύο ἀλληλένδετων ἐντολῶν πού τίς ἐπικύρωσε ὡς Θεάνθρωπος Ἐκεῖνος πού τίς πρωτοέδωσε ὡς Θεός Λόγος στό Σινά: “ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου… καί τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν” (Ματθ. 22:37-40· Μαρκ. 12:29-31· Λουκ. 10:27-28). Ὁ διάλογος τοῦ Κυρίου μέ τό νομοδιδάσκαλο, ὅπου ἔχουμε τήν ἐπικύρωση αὐτῆς τῆς κεφαλαιώδους Σιναϊτικῆς διττῆς ἐντολῆς, διασώζεται ἀπό τούς δύο πρώτους Εὐαγγελιστές μετά τήν εἴσοδο στά Ἱεροσόλυμα, ἐνῶ ὁ Λουκᾶς κατά τήν πορεία τοῦ Κυρίου πρός Ἱεροσόλυμα. Πάντως καί οἱ τρεῖς τήν παρουσιάζουν ὡς προεισαγωγή γιά τό ἑκούσιο σωτηριῶδες Πάθος. Μέ ἄλλα λόγια, ἔχουμε μιά προεξαγγελία τοῦ Σταυροῦ, μιά προεξαγγελία τέλειας ἐφαρμογῆς τῆς διττῆς ἐντολῆς ἀπό τόν ἴδιο τόν ἐντολέα.
Ἡ ἀναφερόμενη πρώτη ἐντολή τῆς πρός Θεόν ἀγάπης ἐπεξηγεῖται μέ χαρακτηριστικές λεπτομέρειες ἔντασης καί ἔκτασης περισσότερες ἀπό ὅ,τι ἡ δεύτερη ἐντολή τῆς πρός τόν πλησίον ἀγάπης. Ὡστόσο εἶναι ἕνα παρόμοιο συμπληρωματικό διακήρυγμα, ἀσύγχυτο καί ἀξεχώριστο. Ἡ πρώτη ἐντολή ἐπεξηγεῖται μέ πιό λεπτομερεῖς ὁδηγίες, γιά νά μάθουμε νά “μετρᾶμε” ἐν ἑαυτοῖς τό ἀπόλυτο τῆς πρός τόν ἀθεώρητο καί ἀπερίληπτο Θεό ἀγαπήσεως. Ἡ δεύτερη ἐντολή εἶναι συντομότερη, γιατί ἀγκαλιάζει τόν θεατό καί περιληπτό “πλησίον”“ὡς ἑαυτόν”. Γιά τήν ἀγάπηση τοῦ Θεοῦ μέτρο εἶναι τό «ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου» (Μαρκ. 12:30). Ἡ ἀπώθηση τοῦ θείου σέ μιά μακρινή ἀπόσταση μηδενίζεται, ὁ Θεός ἀποκαλύπτεται ἐγγύτατος, στήν καρδιά, στήν ψυχή, στή διάνοια, στήν ἰσχύ μας ὅλη πού Τόν ἐπιποθοῦν οὕτως. Αὐτό ἐξηγήσατο-ἀποκάλυψε ὁ Μονογενής Υἱός, σέ ὅλη τή συναναστροφή Του μέ μᾶς, πού τήν διασώζουν κατηχητικά ἤ μυσταγωγικά τά ἱ. Εὐαγγέλια.
Ἀλλά μᾶς δείχνει ὁ Κύριος καί τήν συμπληρωματική πληρότητα τῆς δικῆς μας ἀνταπόκρισης. Μιά πληρότητα θείας ἀγαπήσεως πού περνάει ἀπαραιτήτως κι ἀπό τήν ἀγάπηση τοῦ πλησίον, μέ μέτρο πληρότητας τόν ἑαυτό μας.
Ἡ δογματική ἀξεχώριστη ἀπό τήν ἠθική.
Ἡ πίστη ἀξεχώριστη ἀπό τήν ἀνθρωπιά.
Τό ἀκατάληπτο προεγνωσμένο μυστήριο τοῦ Σταυροῦ τῆς θείας φιλανθρωπίας, ἀξεχώριστο ἀπό τό ἐνάθλημα τῆς σταυρώσιμης φιλαδελφίας.
Ἡ σταυροειδής ἀγάπηση προσδεχόμενη τήν ἀπερινόητη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, πού μᾶς φανερώθηκε καί μᾶς φανερώνεται ἀσύγχυτα κι ἀχώριστα ἐδῶ, στό γεγονός καί τό μυστήριο καί τή χάρη τοῦ Τιμίου Σταυροῦ.
Δρόμος, πού ὁ Θεός τόν φανέρωσε ἐνανθρωπήσας, γιά νά διευκολύνει πλέον τήν ἐλευθερογνωμία μας, ὥστε ἐν Χριστῷ ἀπελεύθερη ἀπό τήν τυφλότητα “τῆς δουλείας τοῦ ἐχθροῦ” νά συναντᾶται μέ τήν προαιώνια βουλή Του διά τῆς σταυροειδοῦς ἀγαπήσεως. Καί νά παραμένει ἔτσι συνεκκλησιασμένη μέ τήν πρός ἡμᾶς ἀγάπη Του, γιά τήν προεγνωσμένη ἀνακεφαλαίωσή μας στό Χριστό.
***
ΤΗ ΔΥΝΑΜΗ αὐτῆς τῆς προσφερομένης καί διαδιδομένης θείας αὐταγαθότητος, τήν ἀθέατη (στήν οὐσιώδη καί πηγαία πληρότητά της) καί μεθεκτῶς θεατή (στήν ἀνεκφοιτήτως ἐπιφοιτῶσαν ἄκρα φιλανθρωπία της) κοινωνοῦμε διά τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας. Κατεξοχήν κοινωνοῦμε διά τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων.
«Ταύτην τήν ὁδόν [τῶν ἀχράντων μυστηρίων] ὁ Κύριος ἔταμεν εἰς ἡμᾶς ἐρχόμενος, καί ταύτην ἀνέῳξε τήν πύλην, εἰσελθών εἰς τόν κόσμον, καί εἰς τόν Πατέρα ἀνελθών οὐκ ἠνέσχετο κλεῖσαι, ἀλλ᾽ ἐξ ἐκείνου διά ταύτης ἐπιδημεῖ τοῖς ἀνθρώποις. Μᾶλλον δέ πάρεστιν ἀεί καί μεθ᾽ ἡμῶν ἐστι καί ἔσται μέχρι παντός τάς ἐπαγγελίας σῴζων ἐκείνας» (ἁγ. Νικολάου Καβάσιλα, Ἡ ἐν Χριστῷ ζωή, PG 150, 504).
Ἐδῶ δεσπόζει ὁρατά ὁ Σταυρός, ἡ λειτουργική ἐν-τύπωση καί ἐνθύμηση «τοῦ σταυροῦ, τοῦ τάφου, τῆς τριημέρου ἀναστάσεως», τό ἐνεργούμενο μυστήριο τῆς σωτηρίου σταυρώσεως, τά συνεχῆ ἐντυπώματα τοῦ Σταυροῦ στό σῶμα καί στό νοῦ μας, οἱ σταυροειδεῖς εἰρηνεύσεις τοῦ λειτουργοῦ πρός τήν ἐκκλησιαστική σύναξη καί ἡ εὐχετική ἀντίδοση τοῦ ἐκκλησιάσματος πρός τόν λειτουργοῦντα.
Ὁ λειτουργός εὐλογεῖ σταυροειδῶς τά προσφερόμενα Δῶρα, καί ὁ Θεός τά μεταβάλλει καί τά προσδέχεται καί τά μεταδίδει πλέον ὡς ὄντα Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ. Ὁ Θεός συγκαταβαίνει καί εὑρίσκεται “ἀοράτως συνών” μέ τήν λατρεύοσα σύναξη καί θεώμενος στά ὁρώμενα Ἄχραντα Μυστήρια. Τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ἐπιφοιτᾶ καί καθιστᾶ τούς συνεκκλησιασμένους “κοινωνία Πνεύματος Ἁγίου”.
Ἐνίοτε, ἐλεημόνως περί τήν ἀναξιότητα καί οἰκτιρμόνως περί τήν ταπείνωσή μας, “λάμπει ὁ τοῦ Κυρίου Σταυρός τάς φεγγοβόλους ἀστραπάς τάς τῆς χάριτος».
Ἄλλοτε πάλι ὁ Σωτήρ ἡμῶν Θεός φιλανθρωπεύεται καί ὡσάν νά ἐνθυμίζει πρός τίς κοιμώμενες συνειδήσεις μας ὅτι εἶναι «ὁ φωτισμός ἡμῶν, ὁ φωτίζων πάντα τά πέρατα», γιά τόν ὁποῖο ἐν χορῷ ἀνθομολογοῦμε μετά τήν θεία Μετάληψη «εἴδομεν τό φῶς τό ἀληθινόν, ἐλάβομεν Πνεῦμα ἐπουράνιον, εὕρομεν πίστιν ἀληθῆ, ἀδιαίρετον Τριάδα προσκυνοῦντες…».
Ἀπρόβλεπτα καί ἀπροσδόκητα ―στήν ἀγρυπνία τῆς Κυριακῆς πρό τῆς Ὑψώσεως 13/09/2026, τήν ὥρα τῆς ὑψώσεως καί τῆς θείας μεταλήψεως― ἐμφανίζετει ἀκίνητη καί σταθερή ὁλόφωτη ὁλόχρυση φωτοθεοφάνεια, σταυρόσχημη, πού διευρύνεται ὅμως στό κέντρο, περιβάλλεται ἀπό ἕνα λεπτό γαλάζιο χρῶμα καί φωτοβολεῖ κάποια στιγμή πρός τόν ἱερουργό. Παράλληλα ἐμφάνιση μιᾶς μικρῆς σμαράγδινης σφαίρας φωτός, μέ σταυρό στό κέντρο καί ἐγκεντρισμένους ὁλόγυρα μικρούς-μικρότατους κύκλους. Ἀνέρχεται πρός τά ἄνω καί κατέρχεται πρός τήν Ἁγία Τράπεζα.
Στήν ἐπάγρυπνη θεία λειτουργία τῆς 15/09/2026 καί πάλι στήν ἴδια λειτουργική ὥρα τῆς θείας ὑψώσεως καί τῆς μεταλήψεως, ἄλλη φωτοθεοφάνεια θείας χάριτος μέ μία ὁλόφωτη πηγή φωτός πού ἀκτινοβολεῖ κατακόρυφα καί κάποια στιγμή στόν μεταλαμβάνοντα, ἐνῶ διευρύνεται στόν πυρήνα καί γίνεται σφαῖρα φωτός, φωτοβολώντας τό σημεῖο τοῦ τιμίου Σταυροῦ. Παράλληλα ἐμφανίζεται πάλι ἡ μικρή-μικρή σμαράγδινη σφαῖρα φωτός, μέ τό σταυρό στό κέντρο καί τούς ἐγκεντρισμένους ὁλόγυρα μικρούς-μικρότατους κύκλους, ἀνερχόμενη καί κατερχόμενη πρός τήν ἁγία Τράπεζα.
Αὐτά συμβαίνουν ὅταν ὁ ἱερουργός ἐπικαλεῖται τό Ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος, λέγοντας: “Εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος”, τήν ὥρα τῆς θείας Κοιωνίας.
Ἐνδέχεται κάποιος νά προβληματιστεῖ. Ἕνα μόνο θά ἀποκριθῶ μέ ἁπλό λογισμό· ἄν ὑπῆρχαν τά σύγχρονα μέσα στό Σινᾶ ἤ στά χρόνια τῶν προφητικῶν ἀποκαλύψεων ἤ στά χρόνια τῶν μαρτυρικῶν ἤ τῶν νεομαρτυρικῶν θανατώσεων, ποιός ἀποκλείει νά φωτογραφιζόταν ἡ φωτοφανής ἐμφάνεια τόσων καί τόσων ὁρατῶν καί αἰσθητῶν φανερώσεων τῆς θείας χάριτος;
Τά ἀποδίδουμε ὅλα στήν ἐλεήμονα εὐσπλαχνία καί τούς οἰκτιρμούς τοῦ Σωτῆρος, πού δέν ἐξαντλοῦνται στά συγκεκριμένα θαυμαστά λειτουργικά σημεῖα μέ τίς σταυρόσχημες φωτοθεοφάνειες.
Ὅλους μᾶς οἰκονομεῖ, μᾶς ἐλεεῖ, μᾶς ἀγαπᾶ, μᾶς εὐσπλαχνίζεται, μᾶς προσδέχεται εἰς μετάνοιαν βίου καί ἀσφάλειαν, μᾶς ἐπιποθεῖ εἰς σωτηρίαν.
Μέ αὐτά τά λειτουργικά σημεῖα προκαλεῖ στήν εὐτέλειά μας συντριβή καρδίας καί κατάνυξη ψυχῆς καί ἐννοήματα διαρκοῦς εὐλαβικῆς θεολατρευτικῆς δοξολογίας.
Πῶς θεᾶται ἡ ἀθέατος χάρις; Καθάπερ ἐθεᾶτο στούς ἀμυήτους Ἰουδαίους κάτωθεν τοῦ Σινᾶ ἤ ἀπό τόν Ναβουχοδονόσορα στή Βαβυλωνιακή κάμινο ἤ ἀπό τούς δημίους τῶν μαρτύρων καί τῶν νεομαρτύρων, τ.ἔ. ἀπό ἀνθρώπους ἀφωτίστους καί ὅμως θεάμονες τοῦ φωτός τῆς θείας δόξης.
Καί μέ τίνας ὀφθαλμούς; Τοῦ νοός ἤ τοῦ σώματος; Ἄς μή γινόμαστε σχολαστικοί. Μᾶς ἀρκεῖ μόνον νά ἔχουμε τήν αἴσθηση ὅτι δέν ἐξαντλεῖται τό ἀπερινόητο καί ἀπερίγραπτο καί ἀκατάληπτο μυστήριο τῆς παρουσίας Του στά καθορώμενα.
Πῶς θεᾶται ἡ χάρις τοῦ ἀθεάτου; Ὡς εἶδεν αὐτός μόνος. Ἔχει ἀφ᾽ ἑαυτοῦ τήν ἀπόλυτη δεσποτεία τῶν θείων ἐνεργημάτων.
Σέ μᾶς δέ τούς εὐτελεῖς ἀρκεῖ ἡ δοξολογική πρός Αὐτόν εὐχαριστιακή ἀνθομολόγηση, ἡ ἐπιπόθηση τῆς καθημερινῆς λειτουργικῆς ἀναφορᾶς ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός, ἡ αἴσθηση τῆς εὐτελείας, τό ὑπέκκαυμα τῆς συντριβῆς.
Καί ἡ ἔκκαυση τῆς καρδιᾶς σέ διαρκή μνήμη καί δοξολογία τοῦ ζῶντος Θεοῦ.―




