Ωσάν μια «ακτινογραφία» του θεσμικού σώματος της Ι.Μ. Γουμενίσσης

(παραλειπόμενα ἀπό τήν εἰδική σύναξη μέ τά νέα ἐκκλησιαστικά συμβούλια)
«… Η ΑΠΟΨΙΝΗ σύναξη εἶναι σάν μιά “ἀκτινογραφία” τοῦ θεσμικοῦ σώματος τῆς τοπικῆς μας Ἐκκλησίας. Σ᾽ αὐτήν τήν “ἀκτινογραφία” ἀποτυπώνεται ὅλο τό θεσμικό σῶμα, ὁ διοικητικός σκελετός, τά διοικητικά ὄργανα, μέ τά ὁποῖα διακονεῖται ἡ τοπική μας Ἐκκλησία.
Δέν εἴμαστε ἐμεῖς “τά κύτταρα”, δέν εἴμαστε ἐμεῖς τό “πᾶν”. Κύτταρα εἶναι ὅλοι οἱ ἐνορίτες, οἱ τακτικοί, οἱ προσκυνητές καί οἱ ἐπισκέπτες.
“Τό πᾶν” εἶναι ἐκεῖνοι γιά τούς ὁποίους οἱ κληρικοί παρακαλεῖτε στόν Ὄρθρο καί στή θεία Λειτουργία:
“…Μνήσθητι, Κύριε, τῶν συμπαρόντων καί συνευχομένων ἡμῖν πάντων κατ᾽ ὄνομα…”. “…Καί πάντων τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν, τῶν ἐν γῇ, τῶν ἐν θαλάσσῃ, τῶν ἐν παντί τόπῳ τῆς δεσποτείας Σου δεομένων τῆς Σῆς φιλανθρωπίας καί βοηθείας καί πᾶσι χορήγησον τά πρός σωτηρίαν αἰτήματα…”.
“Ὑπέρ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν Δημητρίου, τοῦ τιμίου πρεσβυτερίου, τῆς ἐν Χριστῷ διακονίας, παντός τοῦ κλήρου καί τοῦ λαοῦ” (λέμε “παντός τοῦ κλήρου”, διότι κάποτε ὑπῆρχαν ὑποδιάκονοι, ἀναγνῶστες, κατηχητές κ.λπ.).
Γιά νά μιλήσω σωστότερα, ἐμεῖς εἴμεθα ὁ “σκελετός” καί τά “ὄργανα” πού δείχνει ἡ ἀκτινογραφία. Δέν εἴμαστε “τό πᾶν”, ἀλλά τά “ὄργανα διακονίας καί συνοχῆς” τοῦ σώματος.
Ὅλοι ὅσοι μετέχουν στήν Ἐκκλησία, οἱ ἐνορίτες κ.λπ., εἶναι “τό σῶμα”.
Τό “ἅπαν” ὅμως, τό Α καί τό Ω εἶναι ὁ Χριστός μας καί τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ὁ Χριστός μας πού Τόν λατρεύουμε εὐχαριστιακά (σύν Πατρί καί Πνεύματι), καί τό Ἅγιο Πνεῦμα πού δρᾶ καί μεταβάλλει τίς λειτουργικές μας συνάξεις σέ “ναόν Θεοῦ”.
“Τό πᾶν“ καί “τό ἅπαν” στήν Ἐκκλησία εἶναι ἕνα πολυμελές ἀνθρώπινο σῶμα καί μία θεανθρώπινη κεφαλή, ἕνα θεανθρώπινο μυστήριο.
ΩΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ δέν ἀποτελοῦμε μιά “λαογραφική συγκέντρωση θρησκευομένων”. Κι ἐσεῖς ὅλοι, ὁ καθένας στό ρόλο του, δέν ὑπηρετεῖτε ἕνα θρησκευτικό πολιτιστικό σωματεῖο. ΟΧΙ!
Βεβαίως ἡ Μητρόπολη, οἱ Ἐνορίες, οἱ Μονές, τά Ἡσυχαστήρια εἶναι ἀναγνωρισμένα θεσμικά ἀπό τό Κράτος. Ὅμως, δέν ἐξαντλεῖται ἡ οὐσία τῆς Ἐκκλησίας σ᾽ αὐτήν τήν ἐγκόσμια νομική ὑπόσταση.
Ἡ οὐσία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι αὐτό πού εἶπε ὁ ἀπόστολος Παῦλος: “σῶμα Χριστοῦ”. Κεφαλή ὁ Χριστός, μέλη ὅλοι ἐμεῖς, ὀ καθένας μέ μιά ὁρισμένη ἀποστολή, γιά τήν ὁποία λογοδοτοῦμε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ διαρκῶς καί ζυγιζόμαστε ἀπό τίς συνειδήσεις τῶν ἄλλων μελῶν.
Ἐμεῖς ὡς Ἐπίσκοπος-Μητροπολίτης καί ὅλοι ἐσεῖς οἱ ἄμεσοι συνεργάτες μου (Κληρικοί, ἐπίτροποι, ἐθελοντικά στελέχη, κατηχητές) καί οἱ ἐνορίτες ἀποτελοῦμε μιά ὀργανωμένη “σύναξη” ἀνθρώπων, (καί λατρευτική, καί κοινωνική), ὅπου ὁ Χριστός εἶναι ἡ κεφαλή μας, καί τό Πνεῦμα τό Ἅγιο ἐμψυχώνει-ἐμπνέει αὐτήν τήν σύναξη, ὥστε ἀπό ἄτομα νά γινόμαστε «ἀλλήλων μέλη» (αὐτό πού ὀνόμασα κάποια στιγμή «συμ-μελία», ἑνότητα μελῶν).
Πρέπει νά ἔχουμε αὐτήν τήν αἴσθηση, σέ ὅ,τι πράττουμε ὡς Κληρικοί καί ὡς Ἐπίτροποι.
Πρῶτοι ἐμεῖς νά εἴμεθα “λειτουργημένοι”, μέ τέλεια (ὅσο γίνεται) διάθεση λατρευτική πρός τόν Θεό·
νά εἴμεθα “συν-εκκλησιασμένοι”, μέ τέλεια (ὅσο γίνεται) διάθεση προσφορᾶς στό ἐνοριακό σῶμα, μέ διάθεση ἁγνῆς καρδιᾶς γιά ὅ,τι πράττουμε. Αὐτό δέν εἶναι εὔκολο στήν ἐποχή μας…».
(ἀπόσπασμα τῆς βασικῆς ὁμιλίας μας πρός τά νέα ἐκκλησιαστικά συμβούλια)
***
ΜΙΑ ΤΕΤΟΙΑ ΠΕΡΙΠΟΥ εὐαισθησία καί συναίσθηση συμμετοχικότητος (καί τῆς ἐξ αὐτῆς ἀπορρεούσης ὑπευθυνότητος) θελήσαμε νά τονίσουμε ὡς βασικό χρέος στούς νέους μας ἐκκλησιαστικούς ἐπιτρόπους μαζί καί στούς Κληρικούς μας, τούς προέδρους τῶν ἐκκλησιαστικῶν συμβουλίων, σέ σχετική κοινή σύναξη.
Ἡ συνάξη πραγματοποιήθηκε πρό μηνός, στήν φιλόξενη εὐρύχωρη ἐνοριακή αἴθουσα συνάξεων-ἐκδηλώσεων τῆς Ἐνορίας «Παναγία-Ἄξιόν Ἐστιν» Ἀξιουπόλεως.
Ὅμως, τόσες ἄλλες ἀφορμές ἐπαλλήλων τοπικῶν καί γενικῶν ἐκκλησιαστικῶν ἑορτασμῶν, ἡ πρώτη μας ἐθνική ἐπέτειος, ἡ ὀφειλομένη μας παρέμβαση σέ ἐκκλησιολογικῆς σημασίας ζητήματα, ἕνα πρός ἔνα καίριας καί συνάλληλης σπουδαιότητος, ἐξ ἀνάγκης παρέπεμπαν αὐτήν τή σεμνή καί ἀξιομνημόνευτη τοπική μας διοργάνωση σέ ἀναβολές παρουσίασης, κοινολόγησης καί διαμετοχῆς.
Πέρασε ἀρκετός καιρός, πού ἀνέλαβαν τίς ἀνατεθειμένες ὑποχρεώσεις τους οἱ ἀνανεούμενες συγκροτήσεις τῶν παρ᾽ ἡμῖν ἐνοριακῶν ἐκκλησιαστικῶν συμβουλίων. Πρόταση τῶν κατ᾽ ἐνορίες ὑπευθύνων Κληρικῶν μας, ἐγκριτικός διορισμός ἀπό τό Μητροπολιτικό Συμβούλιο.
Τούς ὀφείλαμε μιά ἐπίσημη σύναξη ἄμεσης ἐπικοινωνίας. Ὄχι μόνο γιά βασικές ὑποδείξεις τῆς διοικητικῆς καί διαχειριστικῆς δεοντολογίας, νομιμότητος καί συνέπειας, ἀλλά καί γιά τήν κατάρτισή τους περί τό καίριο ζητούμενο τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος καί τοῦ λειτουργικοῦ-λατρευτικοῦ ἤθους πού πρέπει νά τούς ἐμπνέει, ὥστε καί νά βιώνουν το ἐκκλησιαστικό γεγονός-μυστήριο καί νά τό ἐμπνέουν τά ἀνάλογα στό ὑπόλοιπο ἐκκλησιαστικό πλήρωμα.
ΓΙ᾽ ΑΥΤΟ καί τούς ἐπεδείξαμε σκοπίμως ἐκφαντορικά θαυμάσια-σημεῖα τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, στά ὁποῖα -ἀσφαλῶς- οὐδόλως ὁρίζεται εἴτε περιορίζεται τό ἀνερμήνευτα θεουργικό λειτουργικό γεγονός-μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας μας. Τό λειτουργικό γεγονός παραμένει πάντοτε μυστήριο.
Εἶναι κάτι πού τελεῖται διακονούμενο παρ᾽ ἡμῶν, ἀλλά συντελεῖται παρά τοῦ Κυρίου διά Πνεύματος Ἁγίου καί δέν ἐξαντλεῖται στίς ἀνθρώπινες προοπτικές, ἀκόμη κι ἄν θεολογίζουν. Εἶναι γινόμενο γεγονός, πού ὅμως δέν ὁριοθετεῖται οὔτε περιγράφεται ἐξ ἀντικειμένου.
Διότι εἶναι θεῖο, θεανθρώπινο, ἁγιοπνευματικό, καί διά τοῦτο μετεχόμενο, ἀκόμη κι ὅταν ἐκφαίνεται συγκαταβατικά σέ σημεῖα ἐμφανεστάτης χαριτοδοσίας. Ἕκαστος ἡμῶν τό εἰσπράττει μετέχων καθ᾽ ὅ δύναται καί προπαντός καθ᾽ ὅ τοῦ ἐπιτρέπει ὁ Κύριος νά τό βιώσει, θεολατρευτικά, θεομεθεκτικά, θεοδοξαστικά.
Ὅπως τά περιέγραφε ἐν ἱεροῖς τεκμηρίοις σ᾽ ἐκεῖνο τό ἐκπληκτικό, ἐμπειρικά θεολογικό καί ἐκφαντορικά μυσταγωγικό βιβλίο του ὁ ἄρτι κοιμηθείς παπα-Στέφανος Ἀναγνωστόπουλος (ὁ ἐπιμελητής τῶν ἐκδόσεων τοῦ ἀοιδίμου ὁσιωτάτου Ἀρχιμ. Ἐφραίμ τοῦ Ἀριζονίτου).
Ὁ Θεός εἶναι ἀπερίγραπτος, ἀπερινόητος καί ἀπερίληπτος, ἀλλά τό θέλησε καί ἀναμείχθηκε μαζί μας διά τῆς σωτηρίου ἐνανθρωπήσεώς Του καί μᾶς προσφέρεται «σημαινόμενος διά τῶν ἀχράντων μυστηρίων» καί ἐκκλησιάζων κοινωνούμενος τό σῶμα τῶν πιστῶν.
Ἰδού, λοιπόν, ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο θελήσαμε ὁπωσδήποτε στην ὀργανωθεῖσα σύναξη τῶν νέων Ἐκκλησιαστικῶν Συμβουλίων νά «προκαλέσουμε» ποιάν τινα αἴσθηση θείας εὐλαβείας καί φόβου Θεοῦ καί ἀγάπης Θεοῦ στά βασικά μας στελέχη πού κι αὐτά ἀναστρέφονται σ᾽ ἕνα ἀλλοτριωμένο-ἀκατήχητο-ἀλειτούργητο κόσμο.
Ἄν ὁ Κληρικός πρωτίστως δέν ἔχει μιά διαρκή τέτοια ζῶσα αἴσθηση καί δευτερευόντως οἱ ἄμεσοι συνεργάτες του (πού συνοικονομοῦν τήν ἐκκλησιαστική μαρτυρία μέ μιά κάπως δημόσια σημαντική ἤ τουλάχιστον «παρασημαντική»)…, τότε, τί θά μπορέσουν νά συνεισφέρουν ἀνθρωπίνως στά συνανθρώπινα ὑπόλοιπα δυνάμει μέλη τῆς Ἐκκλησίας;
Μόνο τίς διοργανώσεις μιᾶς σωματειοποίησης, πού βεβαίως φέρει ἤ «μεταλλεύει» τίς θρησκειακές χρεῖες τῶν ἀνθρώπων. Μόνον ἕνα κοινωφελή κοινωνισμό, ἐπιφάνειας, ἄγονης τελικά, ἐκτός κι ἄν ἐπιβλέψει ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ καί θαυμαστώσει τήν ἀπήχησή του στίς ἀνθρώπινες συνειδήσεις, ἑλκύοντάς τες πρός τό μυστήριο τῆς καθαρτικῆς μετανοίας, πρός τό μυστήριο τῆς «βαθείας καρδίας».
ΕΥΚΑΙΡΩΣ ἀκαίρως, προσπαλαίουμε πρός μιάν τυραννική κοσμικότητα πίστης-ἤθους, και ἀγωνιζόμεθα αὐτά νά ἐκδιδάσκουμε στήν ἐκκλησιαστική συνείδηση ἡμῶν αὐτῶν, τῆς συναθλουμένης συνοδείας μας, τῶν εὐλογημένων συνεργατῶν μας ἐφημερίων καί τῶν τιμίων λαϊκῶν στελεχῶν τῆς παρουσίας μας ὡς Ἐπισκόπου καί Ποιμενάρχου.
+ Ὁ Γουμενίσσης, Γεφύρας, Ἀξιουπόλεως & Πολυκάστρου Δημήτριος
ΠΛΗΡΗΣ Η ΒΑΣΙΚΗ ΟΜΙΛΙΑ ΜΑΣ
ἀγαπητοί πατέρες καί ἀδελφοί, καλῶς σᾶς βλέπω ὅλους. Ὁ Θεός νά ἐπιδοτεῖ τό φιλότιμο καί τήν καθαρότητα τῶν διαθέσεών σας.
ΘΑ ΞΕΚΙΝΗΣΩ μέ μιάν ὀφειλή.
Τιμῶ μέ συγκίνηση καί ὑπερεύχομαι τῆς μνήμης τοῦ π. Ἀνδρέου (τοῦ Φανοῦ) καί τῶν Πρεσβυτερῶν πού ἀπεβίωσαν τήν παρελθοῦσα τριετία (τῆς μακαριστῆς Μερόπης τῆς Γοργόπης και τῆς μακαριστῆς Ἀντωνίας τῆς Καστανερῆς).
Τιμοῦμε μέ σεβασμό τίς ἡρωΐδες Πρεσβυτέρες κοιμηθέντων ἀπό πολλῶν ἐτῶν Ἱερέων μας καί τίς Ἱερατικές οἰκογένειες ὅλων σας, διότι συμμερίζονται τούς κόπους τοῦ ποιμαντικοῦ μας παρόντος σ᾽ αὐτόν ἐδῶ τόν ἀκριτικό τόπο. Ὁ Κύριος νά ἐπευλογεῖ τήν φιλοτιμία καί τήν συνέργεια ὅλων τῶν Ἱερατικῶν οἰκογενειῶν. Κάποτε ἦταν σπάνια τιμή νά εἶναι κανείς Ἱερεύς, νά εἶναι Πρεσβυτέρα μιά γυναίκα (τά παλαιότερα χρόνια τῆς φιλοῦσαν κι ἐκείνης τό χέρι!), νά εἶναι κάποιος παιδί εἴτε κάποια κόρη Ἱερέως. Ὅλα αὐτά σήμερα δέν ἔχουν “ἱερό πρόσημο”, ἀπολαμβάνουν ―εὐτυχῶς― τό κοινωνικό πρόσημο τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων. Ὅμως, λείπει ἡ κοινωνική “ἐπιδότηση” τῆς τιμῆς, ὡς ἐπικουρία τοῦ ἐξαιρετικοῦ μόχθου πού ἐπάγεται ἡ ἀληθινή ἰδιότητα τοῦ κάθε φιλότιμου παπᾶ, τῆς κάθε φιλότιμης ἱερατικῆς οἰκογένειας.
Κάποιοι ἐλάχιστοι ἀδελφοί μας εἶναι ἀσθενεῖς (ὁ π. Χρῆστος, ὁ π. Σταῦρος, ὁ π. Κωνσταντῖνος), δέν εἶναι παρόντες μεθ᾽ ἡμῶν, ἀλλά τούς ἔχουμε παρόντες στήν καρδιά μας. Τούς περιβάλλουμε μέ τήν ἀγάπη, τήν συμπάθεια, τήν στοργή, τίς προσευχές μας, τήν λειτουργική μνημόνευση. Προσευχόμαστε, νά τούς δώσει ὁ Θεός ἀντοχή ψυχῆς καί ὑγεία σώματος, ἤ τουλάχιστον “ὑπομονή” (αὐτήν τήν πολύ μεγάλη ψυχική καί πνευματική ὡριμότητα, τήν ὑπομονή, τήν γενναιότητα τῆς πίστης καί τῆς ἐλπίδας)…
ΓΙΑΤΙ ξεκινῶ ἔτσι; θά μέ ρωτήσετε.
Διότι πάντοτε πρέπει νά ἔχουμε τήν αἴσθηση ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν ξεκίνησε ἀπό μᾶς, οὔτε θά λήξει μέ μᾶς. Ὁ καθένας ὅμως ἔχει μιά μοναδικότητα, μιά ἀποστολή, ἕνα χρέος προσφορᾶς. Ἀνάλογα μέ τήν διάθεση καί τήν προσφορά, ὁ καθένας θά λάβει την εὐλογία τοῦ Θεοῦ.
Ὅλους σχεδόν τούς Ἱερεῖς καί Διακόνους σᾶς βλέπω τακτικά στίς ἱερατικές συνάξεις ἤ σέ ἑορτασμούς.
Χαιρετίζω διά ζώσης τούς νεότερους Ἱερεῖς, πού χειροτονήσαμε μέχρι πρό τινος, τήν τελευταία τριετία.
Χαιρετίζω διά ζώσης τά νέα Μέλη τῶν ἐκκλησιαστικῶν συμβουλίων, πού δέν εἶχαν ὑπηρετήσει τήν προηγούμενη τριετία καί ἀναλαμβάνουν ἀπό φέτος γιά πρώτη φορά.
Χαιρετίζω καί τά παλαιότερα στελέχη τῶν ἐκκλησιαστικῶν συμβουλίων.
Εὔχομαι καί ἐλπίζω, οἱ πάντες νά τιμήσετε τήν πρόταση τῶν Ἐφημερίων, τήν ἔγκριση τοῦ Μητροπολιτικοῦ Συμβουλίου, τήν δική μου προσωπική εὐλογία γιά τόν καθένα καί τήν καθεμιά.
Η ΑΠΟΨΙΝΗ σύναξη εἶναι σάν μιά “ἀκτινογραφία” τοῦ θεσμικοῦ σώματος τῆς τοπικῆς μας Ἐκκλησίας.
Σ᾽ αὐτήν τήν “ἀκτινογραφία” ἀποτυπώνεται ὅλο τό θεσμικό σῶμα, ὁ διοικητικός σκελετός, τά διοικητικά ὄργανα, μέ τά ὁποῖα διακονεῖται ἡ τοπική μας Ἐκκλησία.
Δέν εἴμαστε ἐμεῖς “τά κύτταρα”, δέν εἴμαστε ἐμεῖς τό “πᾶν”. Κύτταρα εἶναι ὅλοι οἱ ἐνορίτες, οἱ τακτικοί, οἱ προσκυνητές καί οἱ ἐπισκέπτες.
“Τό πᾶν” εἶναι ἐκεῖνοι γιά τούς ὁποίους οἱ κληρικοί παρακαλεῖτε στόν Ὄρθρο καί στή θεία Λειτουργία:
«…Μνήσθητι, Κύριε, τῶν συμπαρόντων καί συνευχομένων ἡμῖν πάντων κατ᾽ ὄνομα…». «…Καί πάντων τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν, τῶν ἐν γῇ, τῶν ἐν θαλάσσῃ, τῶν ἐν παντί τόπῳ τῆς δεσποτείας Σου δεομένων τῆς Σῆς φιλανθρωπίας καί βοηθείας καί πᾶσι χορήγησον τά πρός σωτηρίαν αἰτήματα…».
«Ὑπέρ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν Δημητρίου, τοῦ τιμίου πρεσβυτερίου, τῆς ἐν Χριστῷ διακονίας, παντός τοῦ κλήρου καί τοῦ λαοῦ» (λέμε “παντός τοῦ κλήρου”, διότι κάποτε ὑπῆρχαν ὑποδιάκονοι, ἀναγνῶστες, κατηχητές κ.λπ.).
Γιά νά μιλήσω σωστότερα, ἐμεῖς εἴμεθα ὁ “σκελετός” καί τά “ὄργανα” πού δείχνει ἡ ἀκτινογραφία. Δέν εἴμαστε “τό πᾶν”, ἀλλά τά “ὄργανα διακονίας καί συνοχῆς” τοῦ σώματος.
Ὅλοι ὅσοι μετέχουν στήν Ἐκκλησία, οἱ ἐνορίτες κ.λπ., εἶναι “τό σῶμα”.
Τό “ἅπαν” ὅμως, τό Α καί τό Ω εἶναι ὁ Χριστός μας καί τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ὁ Χριστός μας πού Τόν λατρεύουμε εὐχαριστιακά (σύν Πατρί καί Πνεύματι), καί τό Ἅγιο Πνεῦμα πού δρᾶ καί μεταβάλλει τίς λειτουργικές μας συνάξεις σέ “ναόν Θεοῦ”.
“Τό πᾶν καί τό ἅπαν” στήν Ἐκκλησία εἶναι ἕνα πολυμελές ἀνθρώπινο σῶμα καί μία θεανθρώπινη κεφαλή, ἕνα θεανθρώπινο μυστήριο.
ΩΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ δέν ἀποτελοῦμε μιά “λαογραφική συγκέντρωση θρησκευομένων”.
Κι ἐσεῖς ὅλοι, ὁ καθένας στό ρόλο του, δέν ὑπηρετεῖτε ἕνα θρησκευτικό πολιτιστικό σωματεῖο. Ὄχι!
Βεβαίως ―ὡς ἀναγνωρισμένος θεσμός ἀπό τό Κράτος― ἡ Μητρόπολη, οἱ Ἐνορίες, οἱ Μονές, τά Ἡσυχαστήρια εἶναι Ν.Π.Δ.Δ. εἴτε Ν.Π.Ι.Δ.
Ὅμως, δέν ἐξαντλεῖται ἡ οὐσία τῆς Ἐκκλησίας σ᾽ αὐτήν τήν ἐγκόσμια νομική ὑπόσταση.
Ἡ οὐσία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι αὐτό πού εἶπε ὁ ἀπόστολος Παῦλος: “σῶμα Χριστοῦ”.
Κεφαλή ὁ Χριστός, μέλη ὅλοι ἐμεῖς, ὀ καθένας μέ μιά ὁρισμένη ἀποστολή, γιά τήν ὁποία λογοδοτοῦμε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ διαρκῶς καί ζυγιζόμαστε ἀπό τίς συνειδήσεις τῶν ἄλλων μελῶν.
Ὁ Ἐπίσκοπος-Μητροπολίτης… καί ὅλοι ἐσεῖς οἱ ἄμεσοι συνεργάτες μου (Κληρικοί, ἐπίτροποι, ἐθελοντικά στελέχη, κατηχητές)… καί οἱ ἐνορίτες…
ἀποτελοῦμε μιά ὀργανωμένη “σύναξη” ἀνθρώπων, καί λατρευτική καί κοινωνική, ὅπου ὁ Χριστός εἶναι ἡ κεφαλή μας, καί τό Πνεῦμα τό Ἅγιο ἐμψυχώνει-ἐμπνέει αὐτήν τήν σύναξη, ὥστε ἀπό ἄτομα νά γινόμαστε «ἀλλήλων μέλη» (αὐτό πού ὀνόμασα κάποια στιγμή «συμ-μελία», ἑνότητα μελῶν).
Πρέπει νά ἔχουμε αὐτήν τήν αἴσθηση, σέ ὅ,τι πράττουμε ὡς Κληρικοί καί ὡς Ἐπίτροποι.
Πρῶτοι ἐμεῖς νά εἴμεθα “λειτουργημένοι”, μέ τέλεια (ὅσο γίνεται) διάθεση λατρευτική πρός τόν Θεό·
νά εἴμεθα “συν-εκκλησιασμένοι”, μέ τέλεια (ὅσο γίνεται) διάθεση προσφορᾶς στό ἐνοριακό σῶμα, μέ διάθεση ἁγνῆς καρδιᾶς γιά ὅ,τι πράττουμε.
Αὐτό δέν εἶναι εὔκολο στήν ἐποχή μας.
ΛΟΙΠΟΝ. Ὁ πολιτισμός τῆς φιλοσοφίας στή Δύση ὁδήγησε στόν αὐτόνομο οὐμανισμό καί σέ ὅλα τά συστήματα καί τίς ἰδεολογίες.
Ἀπό τήν ἀβάσιμη θεολογική ἰδεολογία φθάσαμε μέχρι σήμερα στήν ἰδεολογία τοῦ κέρδους, τῆς οἰκονομικῆς κυριαρχίας καί σέ ὅλα αὐτά πού κυριαρχοῦν στό διεθνή ὀρίζοντα (ὄχι μόνο τώρα, ἀλλά διαρκῶς). Αὐτό ἦρθε εἰσαγόμενο σάν πολιτισμός καί κυριαρχεῖ κι ἐδῶ στήν Ἑλλάδα.
Νά σᾶς πῶ ἔνα-δυό παραδείγματα.
(α) Ἀντί νά δείχνουμε ἀληθινή ἀνθρωπιά ἀπέναντι στίς ἀτομικές πτώσεις καί νά βοηθοῦμε πρός μετάνοιαν, ἐμεῖς σήμερα φθάσαμε νά νομιμοποιοῦμε τά πάντα. Ἔχουμε μιά «φυσιοκρατία ἀτομισμοῦ καί πτώσεως».
Αὐτό δέν εἶναι σεβασμός τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά ἰσοπέδωση τοῦ ἀνθρώπου, στό ὄνομα ἑνός πολιτισμοῦ πού ἔκανε τήν πίστη φιλοσοφία καί ἰδεολογία, και επειτα ἀπέρριψε την ἄψυχη ἰδεολογική πίστη, προτιμώντας τόν ψεύτικο οὐμανισμό καί σταδιακά τόν… τόν… τόν… φιλελευθερισμό.
(β) Ὡς «λογική» διαμόρφωσης τῆς κοινῆς γνώμης, συνεχῶς προβάλλονται μόνο σκάνδαλα καί σκηνές βίας, ἐγκλήματα καί προκλητικές σκηνές, ἀσέβειες καί καταφρονήσεις.
Γιατί διαφημίζεται αὐτός ὁ πολιτισμός τῆς ἀσέβειας, τῆς ἀπάτης καί τῆς κατάπτωσης;
Διότι, ἄν οἱ τηλεοράσεις καί οἱ ἱστότοποι «διαφήμιζαν» τήν ἁγιωσύνη, τήν ἀρετή, τήν δικαιοσύνη, τήν ἀγνότητα, τήν σωφροσύνη τοῦ γάμου, τήν κοινωνική θυσία κ.λπ., τότε οἱ τηλεοράσεις καί τό διαδίκτυο δέν θά εἶχαν μεγαλύτερα κέρδη τηλεθέασης. Ἄρα ἔχουμε τήν «λογική τοῦ κέρδους» καί ὄχι τήν «λογική τοῦ φιλότιμου καί τῆς λεβεντιᾶς».
Σ᾽ ΕΝΑ ΤΕΤΟΙΟ κόσμο ζοῦμε.
Σ᾽ ἕναν τέτοιο κόσμο ἀσκοῦμε τόν ἐκκλησιαστικό μας ρόλο, οἱ Κληρικοί καί ἐσεῖς οἱ συνεργάτες μας. Δέν μποροῦμε νά ἀνατρέψουμε ὁριστικά αὐτόν τόν καρκινικό πολιτισμό μέ τά τόσα αὐτοάνοσα καί τίς πανδημίες (διότι πρέπει νά ἀλλάξουμε την νοοτροπία ὅλου-ὅλου τοῦ κόσμου, πράγμα πού θά γίνει ὁριστικά στή Β´ παρουσία). Μέχρι τότε, τό σιτάρι θά συναυξάνει μέ τά ἄχυρα.
Τί μποροῦμε νά κάνουμε;
Νά μήν εἴμαστε «ἄχυρα», ἀλλά «σιτάρι».
Μέ τόν ἑαυτό μας, μέ τήν ἐνορία μας, μέ τίς λειτουργίες μας, ἀκόμη καί μέ τήν ἄψογη διαχείρισή μας, μέ τά ἔργα μας, μέ τήν ἀνθρωπιά μας, μέ τήν ἀρχοντιά μας, μέ τήν πίστη μας, μέ τήν μετάνοιά μας, μέ τά λόγια μας… μέ ὅλα αὐτά νά δείχνουμε τήν ἐκκλησιαστικότητά μας.
Ἐκκλησιαστικότητα εἶναι ὁ πολιτισμός τῆς μετάνοιας, ὁ πολιτισμός τῆς πίστης, ὁ πολιτισμός πού ἔχει φόβο Θεοῦ.
ΟΙ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΕΣ γενιές ἀνατρέφονταν μέ τον ἐκκλησιασμό, μέ την Ἐξομολόγηση, μέ τούς Ἁγίους, μέ τό Ψαλτήρι. Καί τί μάθαιναν;
«Θεός οὐ μυκτηρίζεται» (Γαλ. 6:7)
Ὁ Θεός δέν ἐξαπατᾶται, δέν κοροϊδεύεται, δέν ἐξαπατᾶται.
Δέν εἴμεθα αὐθύπαρκτοι. Δέν εἴμεθα αὐτόζωοι. Ὁ Θεός μακροθυμεῖ-χρηστεύεται, περιμένοντας τήν αὐτοπροαίρετη διόρθωσή μας.
Ἡ Παλαιά Διαθήκη (καί ὅλη ἡ Ἁγία Γραφή καί ὅλη ἡ εὐλογημένη Παράδοση πού μᾶς κράτησε Χριστιανούς) λέει ξεκάθαρα μιά φράση πού θά σᾶς φανεῖ περίεργη: «τά βλέφαρα τοῦ Θεοῦ ἐξετάζουν τούς υἱούς τῶν ἀνθρώπων».
Εἶναι ὁ στίχος 4 τοῦ 10ου ψαλμοῦ: «Κύριος ἐν ναῷ ἁγίῳ αὐτοῦ· Κύριος ἐν οὐρανῷ ὁ θρόνος αὐτοῦ. Οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ εἰς τὸν πένητα ἀποβλέπουσι, τὰ βλέφαρα αὐτοῦ ἐξετάζει τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων».
- Ὁ Θεός εἶναι στόν οὐρανό (στόν ἄκτιστο “οὐρανό”, ἀπερινόητος καί ἀκατάληπτος).
- Ὁ Θεός συγκαταβαίνει στόν ἅγιο ναό Του (πού γιά μᾶς δέν εἶναι ἁπλά ὁ ναός, ὅπως στήν Παλαιά Διαθήκη, ἀλλά «ἅγιος ναός»/ «ναός ἁγιασμοῦ» εἶναι ὁ χῶρος τοῦ ἐκκλησιασμοῦ καί οἱ ἄνθρωποι τοῦ ἐκκλησιασμοῦ, καί τά δύο).
- Ὅλο τό βλέμμα τοῦ Θεοῦ εἶναι στραμμένο μέ στοργή στούς φτωχούς, σ᾽ αὐτούς πού ἔχουν τήν ἀκούσια ταπείνωση τῆς φτώχειας-τῆς ἀνάγκης-τῆς ταπεινῆς προσευχῆς (δηλαδή καταφεύγουν καί κρατιοῦνται ἀπό τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ).
- Καί -προσέξτε τό τελευταῖο- ἡ προσοχή τοῦ Θεοῦ στρέφεται παρατηρητικά σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους (ὁ ψαλμός λέει: «… τὰ βλέφαρα αὐτοῦ ἐξετάζει τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων»/ ὅπως, ὅταν κλείνεις τά βλέφαρα, γιά νά κυττάξεις πολύ προσεκτικά κάτι).
Ὅλα αὐτά μαζί ἐνεργοῦνται ἀπό τόν Θεό. Εἶναι ἀκατάληπτος γιά μᾶς, κι ὅμως συγκαταβαίνει φιλανθρώπως σέ μᾶς (καί τό ἀπέδειξε αὐτό μέ τίς ἀποκαλύψεις Του ὡς ἄσαρκος Ἄγγελος τοῦ Πατρός στήν Παλαιά Διαθήκη καί ὡς Θεάνθρωπος στήν Καινή Διαθήκη). Εῖναι ἀκατάληπτος καί ὅμως ἀποκαλύπτεται σέ μᾶς, μετέχεται ἀπό μᾶς.
Τό βλέμμα Του εἶναι σέ ὅλους ἐμᾶς πού ἀποτελοῦμε τήν Ἐκκλησία. Βλέπει στοργικά εἰδικά τούς φτωχούς, αὐτούς πού ὑπομένουν τούς «πειρασμούς» τῆς ἀθέλητης ταπείνωσης τοῦ βίου. Καί τήν ἴδια στιγμή ὁ Θεός προσέχει τόν καθένα μας, ἐξετάζει τόν καθένα μας.
ΒΕΒΑΙΩΣ, ἡ διατύπωση αὐτή τοῦ Ψαλμωδοῦ εἶναι ἀνθρωποπαθής, ὅμως ἀποδίδει αὐτό πού ἐσεῖς κι ἐγώ πρέπει νά ἔχουμε πάντοτε κατά νοῦν.
Δέν εἴμεθα τυχαῖοι ἐπί τῆς γῆς. Δέν πρέπει νά ἐνεργοῦμε ὡς ἄφρονες ἐπί τῆς γῆς, καταφρονώντας τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ καί τήν κρίση τοῦ Θεοῦ.
Αὐτό πού ὁ κόσμος τό ἔχασε καί τό χάνει ―τήν πίστη καί τήν σχέση μέ τό Θεό― αὐτό ἀκριβῶς εἶναι πού πρέπει νά δείξουμε ὅτι ἐμεῖς τό σεβόμαστε καί τό ἐπιδιώκουμε.
Τό πρῶτο-πρῶτο καί ἀναπόδραστο χρέος κάθε ἐκκλησιαστικοῦ στελέχους, κάθε κληρικοῦ, κάθε ἐπιτρόπου, κάθε ἐθελοντῆ καί ἐθελόντριας, κάθε κατηχητοῦ.
Ὄχι μέ λόγια, ἀλλά στήν πράξη νά τό βλέπουν, νά τό νιώθουν, νά τό χαίρονται σέ σᾶς οἱ ἐνορίτες, οἱ συμπατριῶτες, οἱ γνωστοί, οἱ φίλοι, οἱ συνεργαζόμενοι… τήν πιό λεπτή καί τήν πιό δυνατή βεβαιότητα τῆς πίστης καί τῆς σχέσης μέ τό Θεό.
Δέν ἦταν ἀφελής ὁ ἅγιος Παΐσιος, ὅταν λεπτολογοῦσε τό παραμικρό στή ζωή του. Ἤξερε νά στοχεύει ἐκεῖ πού ἐπαναπαυόταν ὁ Χριστός καί ἡ Παναγία μας.
Καί εἴδατε, πῶς ἀναπαυόταν ἐπάνω του τό Πνεῦμα τό Ἅγιο, πῶς τοῦ φανερωνόταν ὁ Χριστός μας, ἡ Παναγία μας, οἱ Ἅγιοι, πῶς γιάτρευε τά βάσανα τῶν ἀνθρώπων, πῶς διόρθωνε τούς λογισμούς τῶν ἀνθρώπων.
ΜΕΣΑ ἀπ᾽ αὐτήν τήν ἐκκλησιαστική προοπτική, πρέπει νά βλέπουμε καί τόν σοβαρό, σοβαρότατο, ὑπεύθυνο διαχειριστικό καί διοικητικό μας ρόλο.
Στή διοίκηση καί διαχείριση τῶν Ναῶν ὑπάρχει ἕνα διοικητικό & διαχειριστικό ὄργανο: ὁ Ἐφημέριος-Πρόεδρος καί οἱ Σύμβουλοι. Οὔτε ὁ ἕνας μόνος του, οὔτε οἱ ἄλλοι μόνοι τους. Κατά κανόνα πέντε μέλη, σάν τά πέντε δάκτυλα τῆς παλάμης.
Κι ἐπειδή ξεχνιόμαστε πολλές φορές ―παρασυρόμενοι ἀπό τή νοοτροπία τοῦ κόσμου πού μᾶς τριγυρίζει― ὑπάρχουν εἰδικές ρῆτρες νόμου, ἔκτακτοι ἔλεγχοι, προβλέψεις γιά παρεμβάσεις τοῦ Μητροπολιτικοῦ Συμβουλίου καί ἐνδεχομένως ἄλλων Πολιτειακῶν Ὀργάνων οἰκονομικοῦ ἐλέγχου.
Θά μοῦ πεῖτε:
Τί νά ἐλέγξουν σέ μᾶς;
Οἱ πιό πολλοί εἴμαστε μικρές ἐνορίες, λίγο ἐκκλησίασμα, πολλές ἀνάγκες, μικρά ἔσοδα. Προέκυψε καί ἡ ἠλεκτρονική καταγραφή κτιρίων γιά ὅλες τίς ἐνορίες, μικρές καί μεγάλες (ἠλεκτρονική καταγραφή ναοῦ καί αἰθουσῶν) πού ἀπαιτοῦν δαπάνες. Δέν ἀντιλέγω.
Ἀναφέρομαι ὅμως στή δεοντολογία ὅλης τῆς τριετίας πού ξεκίνησε. Ἀναφέρομαι πρωτίστως στίς κωμοπόλεις, στίς μεγαλύτερες ἐνορίες, στίς ἐνορίες πού διαθέτουν κάποιους πόρους. Ἀλλά καί στίς μικρότερες Ἐνορίες πρέπει νά εἴμεθα ἀκέραιοι καί ἄψογοι.
Πρέπει νά ὑπάρχει ἀξιοπιστία καί τέλεια συνεργασία Ἐφημερίου καί Ἐπιτρόπων. Οὔτε ἡ μία πλευρά οὔτε ἡ ἄλλη πλευρά νά διεκδικοῦν “τό ἀλάθητο” καί τό ἀσυνεννόητο. Διότι τότε ἀνατρέπεται ἡ δεοντολογία τῆς εὐθύνης, ἡ δεοντολογία τῆς ποιμαντικῆς Ἐφημερίας, ἡ δεοντολογία τῆς ἐπικουρίας καί συνεργασίας τῶν Ἐπιτρόπων.
Δέν θέλω νά ἀναφερθῶ σέ λεπτομέρειες. Ὑπάρχουν ―δόξα τῷ Θεῷ― ἀξιοπρεπεῖς συνεργάτες καί φιλότιμοι στά Γραφεῖα, γιά τήν ἀντιμετώπιση τῶν ἐπισυμβαινόντων καί γιά τήν προώθηση εἰδικῶν αἰτημάτων.
ΑΤΥΧΩΣ ἤ εὐτυχῶς, διακονοῦμε σέ μιά πολύ δύσκολη περίοδο. Ὁ διεθνής ὁρίζοντας εἶναι “ρευστός”, “ρευστότατος”. Οὔτε ἡ εἰρήνη στέκει, οὔτε ἡ ἀσφάλεια στέκει. Ἡ ἀρετή ἔχει εὐτελιστεῖ, ἡ πίστη καταφρονεῖται, ἡ κοινωνία ἀποδομεῖται, ὁ πληθυσμός ἀφανίζεται, τό καράβι τῆς ἐπιβίωσης τρικυμίζεται καί… ψάχνει τόν Κύριο νά βηματίσει ἐπί τῶν κυμάτων καί νά πραΰνει τούς κινδύνους.
Ὅλες αὐτές οἱ συγκυρίες εἶναι ἀτυχεῖς συγκυρίες.
Καί ὅμως. Μέ τόν Κύριο στήν καρδιά μας…, μέ τόν Κύριο στό τιμόνι τῆς ζωῆς μας…, μέ τόν Κύριο λατρευόμενο στούς ναούς μας…, μέ τόν Κύριο δοξολογούμενο διά τῆς μετανοίας μας…, μέ τόν Κύριο στά χείλη μας…, μιά τόσο περίεργη ἕως δυστυχέστατη κατάσταση μπορεῖ νά γίνει γιά μᾶς εὐκαιρία εὐαρεστήσεως τοῦ Θεοῦ.
Πρέπει νά ἐξασκηθοῦμε στήν πίστη πού δέν ἐκπίπτει, στή θεία λατρεία πού δέν ἐκπίπτει, στήν μετάνοια πού δέν ἐκπίπτει, στό θεῖο φόβο πού δέν ἐκπίπτει…, μέ δυό λόγια, σέ “στρατηγικές ἀντίστασης” πνευματικῆς.
Πρίν 2000 χρόνια, ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἔγραφε: «Ξυπνῆστε, νά στέκεστε σέ ἑτοιμότητα» (Νήψατε, γρηγορήσατε…). Σάν λιοντάρι ὠρυόμενο σᾶς κυνηγάει ὁ ἀντίδικος. Μήπως αὐτό δέν συμβαίνει καί σήμερα;
Ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννη περιγράφει αὐτήν τήν διαρκῆ (ἀπό τότε καί μέχρι τά ἔσχατα) ἀντίθεση Ἐκκλησίας (σώματος Χριστοῦ) καί κόσμου. Ποιός νικάει; Τό ἐσφαγμένον Ἀρνίον ἀπό καταβολῆς κόσμου. Ὁ Θεός σαρκώθηκε καί θυσιάζεται, ὑπομένει, καταφρονεῖται, βλασφημεῖται, ἀπό μιά στάση ζωῆς πού “λατρεύει” ὅ,τι ἄλλο θέλει καί λαχταρᾶ ἐκτός ἀπό τόν Θεό τῆς ἱερᾶς Ἀποκαλύψεως.
Ἄν θέλετε νά εἶσθε “εὔχρηστοι” σ᾽ αὐτό πού σᾶς θέλει ὁ Θεός, νά εἶστε πολύ ἁπλά θεολατρευτικοί, θεοδοξαστικοί, θεοφοβούμενοι. Ὄχι στήν ἐπιφάνεια, ἀλλά στό βάθος τῆς καρδιᾶς σας.
Αὐτό εἶναι τό πρωτεῦον τῆς ἀποστολῆς γιά τήν ὁποία ἐκλήθητε…
ΜΕ ΑΡΚΕΤΟΥΣ ἕως πολλούς ἀπό ἐσᾶς συνέπεσε νά ἔχουμε συναντηθεῖ στήν ἀντίστοιχη σύναξη πρίν τρία χρόνια, ἐδῶ πάλι, σ᾽ αὐτόν τόν φιλόξενο Ναό καί σ᾽ αὐτήν τήν φιλόξενη αἴθουσα.
Νά τό εἰπῶ κι αὐτό, νά τό ἔχετε ὑπόψη σας, κι ἄν χρειασθεῖ, νά τό ἐπικαλεσθεῖτε. Πρίν ἀπό χρόνια, μετά τίς ἐκδηλώσεις γιά τήν ἐπέτειο τοῦ Σκρᾶ, ἐδῶ ἔγινε ἡ ἐπίσημη διοργάνωση γεύματος γιά τόν τότε Πρόεδρο τῆς Δημοκρατίας Κωστή Στεφανόπουλο.
Καί πόσες ἄλλες διοργανώσεις ἔλαβαν χώρα σ᾽ αὐτήν τήν αἴθουσα; Πολλές, πάρα πολλές, καθε χρόνο. Ὄχι τυπικά ἐκκλησιαστικές, ἀλλά κοινωνικές, δημοτικές, ἐκπαιδευτικές, μορφωτικές, ἰατρικές, παιδαγωγικές. Αὐτό σημαίνει ὅτι ―ἀκόμη καί σήμερα― ἡ Ἐκκλησία (ὡς θεσμός, ὡς ΝΠΔΔ) ὑπηρετεῖ, διακονεῖ, προσφέρει, γίνεται θυσία, γιά τήν προκοπή αὐτῆς τῆς συνοριακῆς περιοχῆς.
Ἐπιστρατεύει ἠ Ἐκκλησία τόν ἐθελοντισμό καί παράγει πολλαπλάσια ἀποτελέσματα.
Ἐπιστρατεύει τό φιλότιμο, τήν θυσία, τήν εὐαισθησία, τήν αὐτοπροσφορά.
Ἐπιστρατεύει τούς ἐθελοντές Ἱερεῖς καί τά ἐθελοντικά Συμβούλια καί τίς ἐθελόντριες Κυρίες, καί ἔτσι πολλαπλασιάζει τούς ἐλάχιστους πόρους, σέ μέγιστο ὄφελος καί μέγιστη ἀποδοτικότητα, ὑπέρ τοῦ λαοῦ, ὑπέρ τῆς κοινωνίας, ὑπέρ τῆς πατρίδος μας.
Αὐτό πάντοτε γινόταν. Καί ὅπου ἐφαρμόζεται σήμερα, παράγει ἀνθρωπιά, παράγει ἐλπίδα, παράγει αἰσιοδοξία, παράγει ἀνακούφιση καί χαρά, παράγει μεγαλύτερο ἐθελοντισμό, παράγει σωστά κοινωνικά παραδείγματα.
Δέν στέκομαι ἁπλά στήν κοινωφελή προσφορά τῶν φορέων, τῶν παραγόντων, τῶν θεσμῶν τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλά σέ κάτι πιό σπουδαῖο, πού ἤδη τό ἀνέφερα. Στήν “οὐσία” τῆς Ἐκκλησίας.
Ὅσο εἴμαστε ἀκέραιοι καί συνεργατικοί, σεβόμεθα καί τιμοῦμε τήν “οὐσία” τῆς Ἐκκλησίας. Ὅσο εἴμαστε ἰδιοτελεῖς, ἀπρόσεκτοι ἤ μίζεροι, γινόμαστε ὅ,τι χειρότερο, γιά μᾶς, γιά τίς οἰκογένειές μας, γιά τήν ἐνορία μας, γιά τήν τοπική Ἐκκλησία.
ΣΗΜΕΡΑ καί αὔριο, ἡ Ἐκκλησία ὑμνολογεῖ τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμά, Ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης. Ἔζησε τόν 14ο αἰώνα, περίπου 100 χρόνια πρίν τήν Ἅλωση τῆς Βασιλεύουσας. Ἦταν πέντε ἀδέλφια, κι ὁ πατέρας του ἦταν στό αὐτοκρατορικό συμβούλιο.
Ὁ Γρηγόριος σπούδασε τήν ἀριστοτελική φιλοσοφία. Ὅμως, ὅλη ἡ οἰκογένεια ἄφησαν στήν ἄκρη τά πάντα καί ἀφιερώθηκαν μοναχικά στό Θεό.
Ὁ Γρηγόριος ἀσκήτεψε στή Βέροια καί στόν Ἄθωνα. Ἐξελέγη ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, ἀλλά γιά πέντε χρόνια ―ὅπου ὑπῆρχε ἐλεύθερη περιοχή τοῦ Βυζαντίου― μαινόταν ἕνας διχαστικός πόλεμος ἀνάμεσα στόν Αὐτοκράτορα καί στόν ἀρχιστράτηγο τόν Ἰωάννη Καντακουζηνό. Τόν Γρηγόριο δέν τόν δέχονταν στή Θεσσαλονίκη.
Κι ὅταν ἐπῆλθε συμφιλίωση στίς δύο μερίδες, ἔστειλαν τόν Γρηγόριο νά συμφιλιώσει τό κλίμα μέ τήν Κωνσταντινούπολη, ἀλλά συνελήφθη ἀπό τούς Τούρκους στή Λῆμνο καί τόν κρατοῦσαν ἕνα χρόνο αἰχμάλωτο στά ΒΔ παράλια τῆς Μικρᾶς Ἀσίας.
Θέλω νά πῶ, ὅτι ἕνας τόσο μεγάλος Ἅγιος, θεόπτης, πού ἔβλεπε καί θεολογοῦσε τό θεῖο φῶς, πέρασε πολλές ἀκραῖες ταλαιπωρίες, ἀλλά δέν ἔχασε τήν ἁγιότητα, τήν τελειότητα, τήν ἅγια προαίρεση καί τήν ἅγια προσφορά.
Κι ἐμεῖς, διαβάζοντας τό βίο του, νά ἔχουμε ἕνα “μέτρο” σύγκρισης γιά τήν ἐφημεριακή μας διακονία ἤ τήν ἐπιτροπική διακονία.
Νά μήν χάσουμε τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, τήν εὐλογία τῆς Παναγίας, λαθεύοντας τή ζωή μας, καταφρονώντας τά οὐσιώδη τῆς ζωῆς μας, πού εἶναι ὁ ἐκκλησιαστικός τρόπος σχέσης μέ τόν Θεό.
Νά εἶστε εὐλογημένοι παρά Θεοῦ, διότι “χωρίς τόν Θεό τίποτε δέν καρποφορεῖται” (“χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν”, εἶπε ὁ Κύριος ξεκάθαρα)
Νά ἔχετε προστάτιδα τήν Παναγία μας “Ἄξιόν Ἐστι” (γιά νά γινεσθε πάντοτε ἄξιοι σ᾽ αὐτό πού σᾶς ἐμπιστεύθηκε ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ, σ᾽ αὐτόν ἐδῶ τόν συνοριακό τόπο).
+ Ὁ Γουμενίσσης, Γεφύρας, Ἀξιουπόλεως & Πολυκάστρου Δημήτριος












