
Του Πρεσβυτέρου Νικολάου Γονιδάκη
Εφημ. Ι. Ν. Προφήτου Ηλιού Νέων Παγασών Βόλου
Το γεγονός των κλήσεων δύο μαθητών από τους πρώτους εκ του κύκλου των δώδεκα Αποστολών ακούσαμε σήμερα να συντελείται, κατά την Ευαγγελική μας περικοπή (Κυριακή Β’ Ματθαίου), αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί μου.
Ακούμε λοιπόν πως ο Κύριος μας, Ιησούς Χριστός, ενώ περπατούσε κοντά στην θάλασσα της Γαλιλαίας, κάλεσε τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, τα δύο αυτά αδέλφια, που ήταν γιοι του Ζεβεδαίου και της Αγίας Σαλώμης, που στα Εβραϊκά σημαίνει Ειρήνη, κατά την ιερά παράδοση κόρη του μνήστορος Ιωσήφ από τον πρώτο του γάμο ή συγγενής της Υπεραγίας Θεοτόκου, Μυροφόρου και πιστής ακολούθου του Κυρίου μας, καθ’ όλη την διάρκεια της δημοσίας Του εμφάνισης, μιας που αναφέρεται κατά τους Ιερούς Ευαγγελιστές να είναι παρούσα και κατά την Σταύρωση, την Ταφή και την Ανάστασή Του.
Τους ψάρεψε, ας μας επιτραπεί η έκφραση, στο πλοίο στο οποίο δούλευαν, μιας που το επάγγελμά τους ήταν αυτό των αλιέων.
Εκείνοι αμέσως, με το κάλεσμά Του, τα άφησαν όλα και ευθύς τον ακολούθησαν.
Εδώ ακριβώς είναι το σπουδαίο γεγονός, που πρέπει να μας κάνει να αισθανθούμε ποικίλα συναισθήματα μα και διδάγματα, για το πώς θα πρέπει και εμείς οι ίδιοι να αντιλαμβανόμαστε τις κλήσεις του Χριστού στην καθημερινότητά μας, στην ζωή μας και εν τέλει στην ολότητά μας.
Το πρώτο συναίσθημα λοιπόν είναι αυτό του θαυμασμού. Θαυμάζουμε τους Αποστόλους, διότι χωρίς δεύτερη σκέψη τα παράτησαν όλα και ξεκίνησαν αυτό το άγνωστο, δύσκολο μα και συνάμα ευλογημένο ταξίδι της ατελευτήτου ζωής.
Τονίζουμε το ότι ήταν εκ των πρώτων, διότι ήταν στην κυριολεξία μια πορεία προς το άγνωστο. Δεν είχαν καμία ιδέα για το τι θα περνούσαν, πού θα πήγαιναν και πώς θα τους αντιμετώπιζαν.
Ένα άλλο συναίσθημα, που μας κυριεύει με αυτή τους την συμπεριφορά, είναι το δέος για την οξυδέρκεια που επέδειξαν.
Παρά το ότι το μορφωτικό τους επίπεδο δεν ήταν τόσο μεγάλο, κατανόησαν πως ο άνθρωπος που τους έλεγε να αφήσουν όλη τους την ζωή δεν ήταν κάποιος τυχαίος προφήτης, γιατί την εποχή εκείνη κυκλοφορούσαν πολλοί αυτοχριζόμενοι Μεσσίες, αλλά είχε κάτι που τον έκανε ξεχωριστό.
Και μόνο η παρουσία Του, τους προσέλκυσε.
Αδελφοί μου, πώς να διδαχθούμε εμείς σήμερα από εκείνους; Να θέσουμε απλά στον εαυτόν μας κάποιους προβληματισμούς.
Βλέπουμε πώς έπραξαν 2000 χρόνια πριν, όταν έλαβαν την κλήση. Είχαν Θεωρία. Κοιτούσαν τον Θεό κατάματα και τον αισθάνθηκαν, τον ένιωσαν, τον ακούμπησαν και σήμερα χαίρονται μαζί Του. Εμείς;
Παρά τις αμέτρητες ευκαιρίες που μας δίνει ο Χριστός στο πέρασμα μας από ετούτον εδώ τον κόσμο, πολλές φορές στέκουμε σκληρόκαρδοι, δίχως να συγχωρούμε τους ανθρώπους με τα λάθη και τις αδυναμίες τους, με αποτέλεσμα να μην αντιλαμβανόμαστε τα διάφορα καλέσματά Του.
Όταν τελούνται στους Ιερούς Ναούς πολλά και συνεχόμενα Μυστήρια, εμείς μένουμε αμέτοχοι, ξέροντας μόνο να κρίνουμε τους ανθρώπους της Εκκλησίας, χωρίς εμείς οι ίδιοι να είμαστε στην Εκκλησία.
Εμείς δεν φταίμε σε τίποτα, πιστεύουμε εγωιστικά, ενώ μόνο οι άλλοι είναι αυτοί που μας αδικούν και αμαρτάνουν, σκανδαλίζοντάς μας, δικαιολογώντας έτσι την δική μας αποχή.
Πρέπει να καταλάβουμε πως η Εκκλησία δεν είναι ένας οργανισμός αποτελούμενος από τέλειους, αλλά ένα νοσοκομείο, που εκεί θα βρούμε πάσχοντες που παλεύουν για την πνευματική τους ίαση.
Ο Χριστός μας παρέδωσε το ακριβές παράδειγμα ταπεινώσεως και συγχωρητικότητας.
Έτσι ακριβώς και οι Άγιοί μας ακολούθησαν το παράδειγμά Του, όπως και αυτό των Αποστόλων της σημερινής μας περικοπής, και στην ουσία άρπαξαν την ευκαιρία της σωτηρίας τους.
Το χέρι του Χριστού είναι πάντα απλωμένο προς τα εμάς.
Tο θέμα είναι να μπορέσουμε να καθαρίσουμε τα σύννεφα των παθών μας πάντα μέσα από την «πολυκλινική» του Κυρίου μας, την Εκκλησία, και να τον ακολουθήσουμε σε αυτό το καθημερινό κάλεσμα που δεχόμαστε, στο πιο ευλογημένο, θεωτικό ταξίδι της προσωπικής μας σωτηρίας και αιωνιότητας.
Αμήν
Χρόνια Πολλά & Ευλογημένα