
Του Πρεσβυτέρου Νικολάου Γονιδάκη
Εφημ. Ι. Ν. Προφήτου Ηλιού Νέων Παγασών Βόλου
Μία διαφορετική ιαματική παρέμβαση αντικρίσαμε στην σημερινή ευαγγελική μας περικοπή, αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί.
Αυτή τη φορά ο Κύριός μας, περνώντας από τα Ιεροσόλυμα, αντικρίζει έναν άνθρωπο εκ γενετής τυφλό. Υπήρχε όμως μία διαφορά στην αναπηρία αυτού του άνθρωπου.
Η τυφλότητά του, δεν υπήρξε αποτέλεσμα κάποιας βλάβης του οπτικού νεύρου ή των οφθαλμών του, αλλά στο ότι ο άνθρωπος αυτός δεν είχε καθόλου μάτια.
Τότε οι μαθητές Του τον ρώτησαν γιατί αυτός ο άνθρωπος γεννήθηκε έτσι; Εξαιτίας των δικών του αμαρτιών ή των αμαρτιών των γονέων του; Εκεί ακούμε από το ίδιο στόμα του Χριστού μας πως η αναπηρία αυτή επετράπει «ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ».
Και πως θα συμβεί αυτό; Με την απόδειξη πως ο ίδιος ο Ιησούς δεν ήταν μόνο ένας τέλειος άνθρωπος, διδάσκοντας ή θεραπεύοντας τους πονεμένους ανθρώπους, αλλά αποδεικνύοντας μας και την τέλειά Του θεότητα.
Τι κάνει λοιπόν; Σαν τον Θεό πατέρα κατά τον τρόπο δημιουργίας του ανθρώπου, σκύβει κάτω, πτύει στο χώμα κάνοντας πηλό και με αυτό χρίει τους ανύπαρκτους οφθαλμούς του ανθρώπου, στέλνοντάς τον να πλυθεί στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ.
Εκεί το μέγα θαύμα αποκαλύπτεται, ο άνθρωπος βρίσκει το κτιστό φως, με τα νέα του μάτια που ο ίδιος ο Χριστός του δημιούργησε. Η αίσθηση πρωτόγνωρη για τον πρωταγωνιστή της περικοπής μας.
Πρωτοαντικρίζει τον κόσμο, χαίρεται έχοντας εν πληρότητα πλέον όλες τις νοητές αισθήσεις του συν αυτή της οράσεως, που τον έκανε να βρίσκεται βυθισμένος στο σκοτάδι.
Η χαρά όμως δεν μπόρεσε να του χαρίσει την ηρεμία και την γαλήνη, μιας που το θαύμα αυτό αρχίσε να του δημιουργεί προβλήματα με τους γραμματείς και τους φαρισαίους πρώτους να τον ανακρίνουν για το πώς συνέβη το γεγονός της θεραπείας του.
Μη θέλοντας να αποδεχθούν το θαύμα, άλλοι έλεγαν πως δεν ήταν αυτός, άλλοι πως ήταν κάποιος που του έμοιαζε και μέχρι τους ίδιους του τους γονείς περιέπλεξαν ώστε να μπορέσουν, αντί να τον συγχαρούν, να τον αγκαλιάσουν και να δοξολογήσουν μαζί του τον Θεό, να τον απαξιώσουν και να του πουν πως δεν είχε δικαίωμα να θεραπευθεί, διότι ήταν ημέρα Σάββατο, άρα ημέρα αργίας για τους Ιουδαίους.
Παρατηρούμε λοιπόν κάτι το οποίο είναι επιλήψιμο για κάποιους αλλά για άλλους σωτήριο. Τι είναι αυτό; Πως ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός καταργεί τα εγκόσμια, δεν πάει με το γράμμα του νόμου, γιατί είναι ο Ίδιος Θεός, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος και, όπου χρειάζεται να παρέμβει, δεν περιορίζεται από το τι μέρα είναι ή τι ώρα, παρά ενεργεί προς την σωτηρία του αγαπημένου Του δημιουργήματος εκτός ανθρωπίνων περιορισμών.
Η σχέση του Θεού με τους ανθρώπους είναι αγαπητική και πάντοτε προς όφελος πρώτα μεν της ψυχής και έπειτα δε του σώματος. «Γῆ εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ», ακούμε στην νεκρώσιμη ακολουθία, η μόνη αποσκευή που φέρουμε από την γέννησή μας, το βιολογικό μας τέλος, όμως η ψυχή εστίν αθάνατος και για αυτό άλλωστε πασχίζουμε όλοι, αγωνιζόμενοι και βιώνοντας τον Χριστό μέσα από την Εκκλησία Του.
Αδελφοί μου, ο τυφλός σήμερα θεραπεύθηκε, δεν έπαψαν τα προβλήματά του, από το σκοτάδι βρήκε το φως, αλλά όχι μόνο το εγκόσμιο φως, το νοητό του κόσμου.
Με την ομολογία του και την αποδοχή της δωρεάς της Θεότητας προσκυνώντας Τον, «πιστεύω, Κύριε· καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ», βρήκε και το άκτιστο φως, το φως της ζωής, που ποτέ δεν χάνεται, απλά κάποιες φορές, όπως συμβαίνει σε όλους μας, ελαχιστοποιείται λόγω των δικών μας παραλείψεων και της έπαρσης του «εγώ» μας.
Ας αποφασίσουμε και εμείς να παραδεχθούμε τις δωρεές του Χριστού στην ζωή μας, αλλά και τους διάφορους πειρασμούς και δυσκολίες που προκύπτουν, χωρίς γογγυσμό, έτσι ώστε, όταν θα χρειαστεί, και εμείς σαν τον θεραπευμένο τυφλό να Τον δεχθούμε με την ολότητα μας, να τον προσκυνούμε και να τον ομολογούμε καθημερινά, κρατώντας άσβεστο μέσα μας το ανέσπερο φως της Αναστάσεως που ο ίδιος ο Κύριός μας μάς χαρίζει, κερδίζοντας ο καθένας μας όχι την επίγεια αλλά την άνω Ιερουσαλήμ, της βασιλείας των ουρανών.
Αμήν
Χριστός Ανέστη
Αληθώς Ανέστη