
Αρχιμανδρίτης Δημήτριος Πολιτάκης
Ιεροκήρυκας Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης
Κυριακή ΙΖ΄ Λουκά
(Λουκά ιε΄ 11 - 32)
Η παραβολή του ασώτου υιού που ακούσαμε σήμερα θεωρείται ένα από τα πιο ωραία και διδακτικά Ευαγγελικά κείμενα.
Μας φέρνει στο νου το ταξίδι του Οδυσσέα ο οποίος έζησε αρκετό καιρό περιπλανώμενος μακριά από την πατρίδα του, βιώνοντας τον πόνο της πικρής ξενιτειάς και της νοσταλγίας για την Ιθάκη του.
Ο Ευαγγελιστής Λουκάς μας ομιλεί για έναν πατέρα, έναν πλούσιο άρχοντα που υπεραγαπάει τους δύο γιους του.
Ο μικρότερος υιός είναι ο επαναστάτης της οικογένειας που δείχνει να ασφυκτιά, να ενοχλείται από την παρουσία του πατέρα και του μεγαλύτερου αδελφού του.
Είναι ζωηρός και ευέξαπτος, άνθρωπος που αναζητεί την περιπέτεια, το άγνωστο.
Προσπαθεί να μην αισθάνεται ότι είναι το μικρότερο παιδί που οφείλει να υπακούει στις προσταγές και αμφισβητεί με αυτόν τον τρόπο την εξουσία του πατέρα του.
Απαιτεί το μερίδιο που του αναλογεί από την πατρική περιουσία και φεύγει για να ζήσει κάπου μακριά, ανεξάρτητος, δημιουργώντας ένα δικό του νέο κόσμο.
Ο πατέρας φαίνεται να προβληματίζεται για την επιλογή του μικρότερου υιού αλλά δεν τον εμποδίζει, δε φέρνει αντίρρηση, σέβεται απόλυτα την επιλογή του και του δίδει ό, τι του αναλογεί κι έτσι ο υιός φεύγει από την πατρική εστία, « εἰς χώραν μακράν ».
Φεύγει λοιπόν, σε τόπους μακρινούς, άγνωστους, αμαρτωλούς, « καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως ».
Όμως αιφνιδιάζεται από τα νέα δεδομένα. Σπάταλος, απρόσεχτος, ξοδεύει τα χρήματά του και τσακίζεται ψυχικά.
Μένει μόνος, χωρίς φίλους αφού κι αυτοί έμειναν κοντά του όσο κράτησαν τα πλούτη του.
Ζει ως άσωτος, μέσα στη φτώχεια, στην εξαθλίωση και καταντάει να γίνει βοσκός χοίρων τρώγοντας την ίδια τροφή με αυτούς, ξυλοκέρατα.
Η εικόνα του είναι φρικτή, υφίσταται τρομερές δοκιμασίες, η ζωή του κινδυνεύει από τον ισχυρό λιμό.
Το κύρος και η αξιοπρέπειά του χάνονται, στερείται τα πάντα, γίνεται ένας έσχατος μισθωτός, γυμνός και περιφρονημένος από όλους.
Όμως ... μέσα στη δυστυχία του αρχίζει να σκέφτεται τι είχε και τι έχασε, κάνει αυτοκριτική, μετανοεί για όλα όσα είχε πράξει και βλέπει ότι η μόνη λύση που υπάρχει είναι η επιστροφή στο πατρικό του σπίτι σαν υπηρέτης του πατέρα του, άλλωστε η ζωή τους είναι καλύτερη από αυτήν που βιώνει ο ίδιος.
Με αυτές τις σκέψεις παίρνει το δρόμο της επιστροφής, πέφτει στην πατρική αγκαλιά η οποία είναι η μόνη που παρέχει ασφάλεια και αγάπη αληθινή.
Ο πατέρας αποδέχεται το γιο του χωρίς προϋποθέσεις, του φοράει το δαχτυλίδι της εμπιστοσύνης, τα υποδήματα της μετανοίας και τα ενδύματα της καθαρότητας.
Τον εισαγάγει στο σπίτι και δίδει εντολή στους υπηρέτες να ετοιμάσουν ένα μεγάλο, επίσημο και εορταστικό τραπέζι, σφάζοντας μάλιστα το πιο θρεμμένο μοσχάρι, ώστε να φάνε όλοι και να εορτάσουν αυτήν την επιστροφή του υιού του.
Ο πρώην άσωτος ομολογεί τη μετάνοιά του με μία λέξη, την πιο γλυκιά λέξη που ανεβαίνει από τα βάθη της ψυχής του, « πατέρα ».
Δε λέγει συγγνώμη, όπως όλοι θα περιμέναμε, απευθύνεται προς τον πατέρα του με απόλυτη εμπιστοσύνη, υιική αγάπη και υπακοή : « πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου ».
Έτσι ο «Οδυσσέας» δεν παραμένει στην περιπλάνησή του, επιστρέφει στην « Ιθάκη του », στο σπίτι όπου μεγάλωσε, στην απόλυτη πατρική ασφάλεια.
Ο μεγαλύτερος υιός, καθώς επιστρέφει από την εργασία του στους αγρούς ακούει θόρυβο, φωνές, τραγούδια και προβληματίζεται. Δε γνωρίζει τι συμβαίνει, ξαφνιάζεται, γι’ αυτό καλεί έναν από τους υπηρέτες να τον ενημερώσει σχετικά.
Όταν έμαθε για την επιστροφή του χαμένου αδελφού του ταράχθηκε, ο φθόνος και η ζήλεια πλημμύρισαν την καρδιά του και δεν επιθυμούσε να εισέλθει στην οικία για να συμμετάσχει στη χαρά και στο πανηγύρι.
Δεν ακούει τις παρακλήσεις του πατέρα του και προσπαθεί να μειώσει τη στάση και τη θέση του μικρότερου αδελφού του προβάλλοντας την υπεροχή του, υπερτονίζοντας την πιστότητά του και τη συνέπειά του στα οικογενειακά καθήκοντα.
Ο πρεσβύτερος υιός επιθυμεί να απέχει από τη χαρά αυτής της οικογενειακής εορτής και είναι απών τη στιγμή που ο άσωτος είναι παρών.
Αυτή η στάση του μεγαλύτερου υιού κρύβει ορισμένα μηνύματα που δείχνουν ότι το κακό έχει πάντα την αιτιολογία του.
Μήπως ο πρεσβύτερος υιός είχε εξαναγκάσει με την άσχημη συμπεριφορά του τον μικρότερο αδελφό του στη φυγή;
Μήπως γι’ αυτόν το λόγο δεν επαινεί τη μετάνοια του αδελφού του και δε χαίρεται για την επιστροφή του διότι δεν επιθυμούσε, δεν περίμενε και δεν ευχόταν ποτέ να υπάρξει;
Στην παραβολή του ασώτου υιού διαπιστώνουμε το μεγάλο και σημαντικό δίδαγμα που αποτελεί και το σπουδαιότερο μήνυμα αυτής της Ευαγγελικής διηγήσεως: «Η άνευ ορίων και ειλικρινής αγάπη του πατέρα!».
Η αγκαλιά του παραμένει ανοικτή για το γιο του που εγκατέλειψε την πατρική οικία και έζησε « ἀσώτως » σπαταλώντας όλα όσα πήρε βιαίως από τον πατέρα του, τον οποίον εγκατέλειψε μέσα στη θλίψη και τον πόνο της σκληρής απορρίψεως.
Η αγκαλιά του πατέρα είναι ανοικτή όμως και για τον σκληρόκαρδο πρεσβύτερο υιό, που πικράθηκε από την επιστροφή του αδελφού του αλλά και από τη στάση του πατέρα του που συγχώρησε το παιδί που επέστρεψε.
Αυτή η άνευ ορίων αγάπη του πατρός και η απόλυτη κατανόηση προς τα παιδιά του, φανερώνει την πραγματική αγάπη και το έλεος του Θεού προς τον κάθε άνθρωπο.
Ας αξιοποιήσουμε αυτά τα δεδομένα. Άλλωστε όλοι έχουμε μία μικρή εμπειρία προσωπικής εξόδου, πνευματικής επαναστάσεως και ... κάποιας περιπέτειας και ας μη λησμονούμε πως είναι εφικτή η επιστροφή στην «Ιθάκη μας », στον πατρογονικό μας τόπο, στην αγκαλιά του Κυρίου μας που αποτελεί και τον μοναδικό τόπο ασφάλειας, ανάπαυσης και πραγματικής σωτηρίας.