
Του Σπύρου Συμεών στην Romfea.gr
Σε ένα μικρό χωριουδάκι, στον Καθίκαρο, της ευλογημένης Τήνου ζούσε μια ταπεινή και απλοϊκή οικογένεια.
Μέλος της οικογένειας ήταν και ένα πεντάχρονο αγοράκι, χαριτωμένο και με ιδιαίτερη αγάπη στον πατέρα. Κάπως έτσι δεν είναι τα αγοράκι αυτής της ηλικίας;
Παίρνουν σαν πρότυπο τον πατέρα τους και θέλουν πάντοτε να βρίσκονται μαζί του αλλά και να του μοιάσουν. Έτσι και ο μικρός μπόμπιρας δεν ξεκολούσε από τον πατέρα του. Εξερευνούσε τον κόσμο στους ώμους του πατέρα του.
Βέβαια δεν ήταν δυνατόν κάθε στιγμή ο πατέρας του να τον έχει μαζί του. Άλλες φορές αυτό γινόταν κατανοητό από το μικρό παιδάκι κι άλλες όχι.
Ε σε μια από τις περιπτώσεις που δεν είχε γίνει κατανοητό από τον 5χρονο μπόμπιρα θα αναφερθούμε η οποία όμως επεφύλαξε εκπλήξεις στον ίδιο αλλά και σε ολάκαιρη την οικογένεια του.
Ήταν ένα φθινοπωρινό απόγευμα όπου ένα φιλικό πρόσωπο της οικογένειας όπου κηδευόταν μιας και αποφάσισε να πετάξει προς τους ουρανούς. Έτσι και ο πατέρας ξεκίνησε να ετοιμάζεται για να πάει στο διπλανό χωριό, στον Τριπόταμο, που απείχε μισή ώρα με τα πόδια για να μετέχει της εξοδίου ακολουθίας και να συμπάσχει στο πένθος της φιλικής τους οικογένειας.
Όπως ήταν φυσικό αρνήθηκε στον γιο του ο οποίος ήθελε να πάει μαζί του αλλά είναι να μην αρνηθεί κάποιος σε μικρό παιδί. Αν το βάλει πείσμα το παιδί θα βρει τον τρόπο να το καταφέρει.
Έτσι και ο μικρός μπόμπιρας, φρόντισε να διαφύγει της προσοχής της μητέρας του και να ξεκινήσει το ταξίδι του προς τον Τριπόταμο όπου θα έβρισκε τον ήρωα του για να περάσει κι άλλο χρόνο μαζί του.
Περπατώντας στα μονοπάτια που συνέδεαν τα δύο χωριά έφτασε σε ένα ρέμα το οποίο όμως δεν ήταν κι εύκολο κάνεις να το περάσει διότι είχε φουσκώσει από την βροχή που είχε προηγηθεί.
Ε ο μικρός έβαλε τα κλάματα αισθανόμενος την αδυναμία του να εκτελέσει τον σκοπό του καί ξαφνικά παρατήρησε από ένα εκκλησάκι που βρισκόταν κοντά στο ρέμα να ανοίγει η πόρτα και να ξεπροβάλει από εκεί μέσα ένας γεροντάκος και να έρχεται προς το μέρος του.
Φορούσε ένα βαρύ μάλλινο πανοφώρι κάτι σαν την κάπα των βοσκών και στο κεφαλάκι του είχε ένα μικρό στρογγυλό σκουφάκι.
Ηρθε κοντά του και τον ρώτησε:
— Ποῦ πᾶς, καλό μου παιδί;
Και ο μπόμπιρας του απαντάει:
— Πάω στον Τριπόταμο να βρώ τον πατέρα μου, γιατὶ έφυγε και δεν με πήρε μαζί του, ενώ ἐγώ ήθελα να με πάρει παππούλη.
Κι ο γέροντας του λέγει:
— Το ξέρει η μητέρα σου που έφυγες απο το σπίτι;
Αυθόρμητα και με παρρησία του απαντά ο 5χρονος:
—Όχι !!!
— Δεν έκανες, του λέγει, καλά που έφυγες από το σπίτι, χωρίς να το.πεις στην μητέρα σου. Τα καλά παιδιά όταν φεύγουν από το σπίτι ενημερώνουν την μητέρα τους. Τώρα θα σε βοηθήσω να πας στον Τριπόταμο αλλά, άλλη φορά να μην το ξανακάνεις. Έπιασε τον μικρό μπόμπιρα από το χέρι και σαν να πετάξανε μαζί βρέθηκαν απέναντι από το ρέμα ενώ συνέχισε να τον κρατάει από το χέρι για μια απόσταση περίπου πεντακοσίων μέτρων ώσπου έφθασαν σε ένα σημείο που διακρινόταν ο Τριπόταμος και η εκκλησία του χωριού.
Και τότε του λέγει:
— Στην εκκλησία που βλέπεις αυτήν την στιγμή είναι μέσα ο πατέρας σου. Εκεί να πας και να τον βρεις.
Το μικρό αγοράκι φίλησε (συνηθιζόταν εκείνη την εποχή οι νεαρότεροι να ασπάζονται από σεβασμό το χέρι των γηραιότερων) το χέρι του γεροντάκου ευχαριστόντας τον και ο γεροντάκος τον χάιδεψε στο κεφαλάκι του και του είπε:
— Πήγαινε τώρα στη ευχή του Θεού και μην ξεχνάς όταν θα φεύγεις από το σπίτι θα ενημερώνεις την μητέρα σου.
Κι άρχισε ο μπόμπιρας να κατηφορίζει τον δρομάκι. Πριν καλά καλά αρχίσει να κατηφορίζει θέλησε να ξαναδεί τον γεροντάκο και γύρισε το κεφαλάκι του.
Κοιτούσε από εδώ κι από εκεί αλλά ο γεροντάκος με την μάλλινη κάπα του είχε εξαφανιστεί. Του φάνηκε παράδοξο παρά το ότι ήταν μικρός στην ηλικία και αναλογιζόμενος το πώς αυτό θα μπορούσε να γίνει συνέχισε τον δρόμο του φθάνοντας στην εκκλησία.
Μπήκε μέσα και προσπαθούσε μέσα στον κόσμο που παρευρισκόταν να βρει τον πατέρα του, τον οποίο αντίκρυσε σε ένα στασίδι και μονομιάς έτρεξε να χωθεί στην αγκαλιά του. Ο πατέρας του αναστατώθηκε και τον ρωτούσε πως βρέθηκε εκεί. Ο μικρός χώθηκε στην αγκαλιά του λέγοντας του απλά ότι ήρθε.
Μετά το πέρας της κηδείας πήραν πατέρας και γιος τον δρόμο της επιστροφής και φθάνοντας έξω από το εκκλησάκι εκεί ο μικρός μπόμπιρας του διηγήθηκε τι είχε συμβεί.
Ο πατέρας του ξαφνιάστηκε αλλά και γνωρίζοντας πως εκεί τριγύρω δεν ζει κανείς πήρε τον γιο του και μπήκαν μέσα στο εκκλησάκι λέγοντας του ότι αν αντικρίσει ξανά τον γεροντάκο να του το πει κι άρχισε να του δείχνει τις εικόνες του τέμπλου.
Στην αρχή του έδειξε την εικόνα του Χριστού, έπειτα του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου αλλά ο μικρός έγνεφε αρνητικά καθώς τους αντίκρυζε.
Έπειτα του έδειξε την εικόνα του αγίου Σπυρίδωνος κι όταν ο μικρός την αντίκρυσε ξαφνιάστηκε και άρχισε με δυνατή φωνή να λέγει στον πατέρα του:
-- Μπαμπά αυτός είναι, νάτος, αυτός. Να με το σκουφάκι του όπως ήταν και πριν.
Ο πατέρας του σάστησε και ευθύς αμέσως έπεσε γονιπετής και προσευχήθηκε μπροστά στην εικόνα του αγίου. Όταν δε, σηκώθηκε άναψαν μαζί το καντηλάκι του Αγίου και θυμίασαν.
Όταν επέστρεψαν στο σπίτι ο μικρός τα διηγήθηκε και στην μητέρα του.
Οι γονείς και δικαίως θεώρησαν τον άγιο Σπυρίδωνα ως προστάτη του παιδιού ενώ κάθε Σάββατο πήγαιναν στο εκκλησάκι και άναβαν τα καντήλια του Αγίου ενώ πάντοτε τον τιμούσαν με την ταπεινή και ευγενική παρουσία του όταν εόρταζε στην μνήμη του.
Βλέπεις αδελφέ μου αυτό έγινε πριν λίγες δεκαετίες. Θαύματα συμβαίνουν. Άλλωστε σε ευσεβείς και άλλωτε σε άπιστους.
Πολλές φορές και σε μικρά παιδιά λόγω της αγνότητας τους, της καθαρής τους ψυχής που βλέπουν πράγματα παράδοξα αλλά δεν τους ξενίζουν διότι είναι ότι πιο κοντινό έχει η ανθρωπότητα προς τον Θεό.
Ο Άγιος Σπυρίδων να πρεσβεύει για όλους μας και να στέκεται πλάι μας σε κάθε στιγμή της ζωής μας.