Logo
Γράφτηκε από τον/την Romfea.gr. 09/09 12:25

tomos alexadnreias 1

του Χριστόφορου Χαραλαμπάκη*


 

Ο Πατριάρχης Θεόδωρος Β΄: 

Σηκώνοντας τον Σταυρό του Μαρτυρίου

επί μία εικοσαετία στην πολύπαθη Αφρική

Οι Οφφικίαλοι του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας και Πάσης Αφρικής εξέδωσαν αφιερωματικό τόμο «Προς τον Μακαριώτατον Πάπαν και Πατριαρχην Αλεξανδρείας και Πάσης Αφρικής κ. κ. Θεόδωρον Β΄ επί τη συμπληρώσει εικοσαετούς ευκλεούς Πατριαρχίας» με τίτλο: Ἡ Ὀρθόδοξος Ἱεραποστολή εἰς τήν Ἀφρικήν, κατά τήν δύσιν τοῦ 20οῦ καί τό λυκαυγές τοῦ 21ου αιῶνος.

Πρόκειται για έναν άκρως καλαίσθητο τόμο 568 σελίδων μεγάλου μεγέθους, Αθήνα 2024: Εκδόσεις Έννοια.

Πρόεδρος της Επιστημονικής Επιτροπής ήταν ο καθηγητής Θεόδωρος Ι. Παναγόπουλος, Πρόεδρος των Οφφικιαλίων, και μέλη ο Μητροπολίτης Πτολεμαΐδος Παντελεήμων, Αρχιγραμματέας της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Πατριαρχείου, και ο Παναγιώτης Τζουμέρκας, Αναπλ. Καθηγητής Α.Π.Θ. Την επιστημονική-εκδοτική επιμέλεια είχαν ο Θωμάς Ιωαννίδης, ομ. Καθηγητής ΕΚΠΑ, και ο Δημήτριος Μπαλιάτσας, καθηγητής - σύμβουλος Ε.Α.Π. Την Τιμητική Επιτροπή αποτέλεσαν οι: Αθανάσιος Μαρτίνος, Άρχων Μέγας Λογοθέτης και Μ. Ευεργέτης του Πατριαρχείου, Λάνα Μανδύλα, Μ. Αρχόντισσα Εκκλησιών, Αικατερίνη Μπελεφάντη-Σοφιανού, Μ. Αρχόντισσα Εκκλησιών, Πρέσβυς Αποδήμου Ελληνισμού, Μ. Ευεργέτις του Πατριαρχείου, Χρήστος Ζερεφός, Επίτιμος καθηγητής του Α.Π.Θ., Γενικός Γραμματεύς της Ακαδημίας Αθηνών, Θεόδωρος Φορτσάκης, Άρχων Δικαιοφύλαξ, πρ. Πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών και ο υπογράφων.

Στα μεστά περιεχομένου «Προλεγόμενα» (σσ. 11-14), ο πρωτεργάτης του έργου, ο καθηγητής Θεόδωρος Ι. Παναγόπουλος, αναφέρεται στο σκεπτικό επιλογής της θεματικής του Τόμου και εκφράζει τις ευχαριστίες του στους συντελεστές του αφιερώματος.

Ο Παναγιώτης Τζουμέρκας στη μελέτη του «Θεόδωρος Β΄ Πάπας και Πατριάρχης Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής» (σσ. 23-30) παρουσιάζει αδρομερώς τη Βιογραφία του Μακαριωτάτου με επίκεντρο το αξιοθαύμαστο ανακαινιστικό του έργο.

Άλλαξαν κυριολεκτικά όψη ο καθεδρικός ναός του Ευαγγελισμού στην Αλεξάνδρεια, ο Πατριαρχικός Οίκος, η Μονή του Αγίου Σάββα στην Αλεξάνδρεια, οι ναοί του Αγίου Νικολάου και του Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης στο Κάιρο, όπως και η αρχαία βασιλική και πατριαρχική Μονή του Αγίου Γεωργίου στο παλαιό Κάιρο.

Μέγα επίτευγμα αποτελεί η ψηφιοποίηση των πολύτιμων θησαυρών της Πατριαρχικής Βιβλιοθήκης. Αξιέπαινα έργα είναι η δημιουργία πλήρως εξοπλισμένου συνεδριακού κέντρου και η ίδρυση της επιστημονικής σειράς «Πηγές και τεκμήρια Πατριαρχικής Ιστορίας».

Όταν ανέλαβε ο Μακαριώτατος τα ηνία του θρόνου της Εκκλησίας Αλεξανδρείας υπήρχαν 13 Μητροπόλεις και 4 Επισκοπές. Σήμερα επιτελούν το σπουδαίο εκκλησιαστικό, κοινωνικό και φιλανθρωπικό έργο του Πατριαρχείου 30 Μητροπόλεις και 12 Επισκοπές.

Η ίδρυση της Πατριαρχικής Σχολής «Αθανάσιος ο Μέγας» ενισχύει πολλαπλώς το ιεραποστολικό έργο του Πατριαρχείου, ενώ τα πατριαρχικά περιοδικά Πάνταινος και Εκκλησιαστικός Φάρος φιλοξενούν σπουδαία άρθρα του Πατριάρχη τα οποία δείχνουν (σ. 28) «την έμπρακτη αγάπη του για τον συνάνθρωπο, τον ιεραποστολικό του ζήλο, μα προπάντων τη θυσιαστική διακονία που διαπερνά ολόκληρη τη μέχρι τώρα πορεία του».

Η αγιοποίηση του Κυρίλλου Λουκάρεως (1572-1638), με καθυστέρηση πολλών αιώνων, προσμετράται στις φωτεινές πράξεις του Πατριάρχη, ενώ η αναδιοργάνωση της Αδελφότητας των Οφφικιαλίων-Αρχόντων οδήγησε στην αποτελεσματικότερη ενίσχυση του σπουδαίου έργου του Πατριαρχείου.

Η συμμετοχή του Πατριάρχη στις «Πανορθόδοξες συνάξεις» του Οικουμενικού Πατριαρχείου (2005, 2008, 2014), όπως και στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο (2016) ανέδειξε τον δυναμισμό της Εκκλησίας Αλεξανδρείας.

Στους διαχριστιανικούς και διαθρησκευτικούς διαλόγους ο Πατριάρχης τονίζει εμφατικά την ανάγκη ειρηνικής συνύπαρξης όλων των λαών και των θρησκειών, ιδίως στην πολύπαθη Μέση Ανατολή.

Ο Πατριάρχης Θεόδωρος έχει τιμηθεί με πολλές διακρίσεις. Η Ακαδημία Αθηνών τον Ιούνιο του 2023 τον εξέλεξε επίτιμο μέλος της, ύψιστη τιμή η οποία απονέμεται σε ελάχιστες προσωπικότητες.

Επίτιμα μέλη εν ζωή είναι σήμερα μόνο ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος Α΄, ο Jean-Claude Junker, ο Emmanuel Macron και ο Θεόδωρος Β΄. Δικαίως τονίζει εμφατικά ο συγγραφέας (σ. 30) ότι ο Θεόδωρος Β΄ «θα μείνει στην Ιστορία ως ο Πατριάρχης της Αγάπης, της Ειρήνης, της Ανακαινίσεως και της Καταλλαγής».

Η «Προσφώνηση» (σσ. 33-36) του Αρχιεπισκόπου Κρήτης κ.κ. Ευγενίου, με αφορμή τη συμπλήρωση πενήντα ετών από τη μοναχική κουρά του Πατριάρχη στην Ιερά Μονή Αγκαράθου, είναι συγκινησιακά φορτισμένη.

Ο προκαθήμενος της Εκκλησίας της Κρήτης αναφέρεται στα χαρίσματά του που διακρίνουν τον αληθινό μοναχό, τα οποία είναι «Αγία υπομονή και αγία ταπείνωση, σοφία και σύνεση, αγία απλότητα και προπάντων αγάπη».

Ο Γέρων Μητροπολίτης Καισαρείας Θεοφύλακτος (Τζουμέρκας) αναφέρεται εν συντομία στο «Πατριαρχείον Αλεξανδρείας και Εξωτερική Ιεραποστολή εις την Αφρικήν» (σσ. 39-41) με την ευχή «να διαλυθεί κάποτε η κοινωνική ομίχλη και να εξαφανιστεί διά παντός η αδικία από την Αφρικήν».

Ο Μητροπολίτης Ζιμπάμπουε και Αγκόλας Σεραφείμ (Κυκκώτης) ασχολείται με το θέμα «Η ορθόδοξη Ιεραποστολή στην Αφρική και ο ρόλος των αποδήμων» (σσ. 43-67). Μετά την απαραίτητη «Εισαγωγή», στην οποία τονίζεται ότι κλήρος και λαός είναι δίπλα στον Πνευματικό τους Πατέρα, «αγωνιστές της Ορθοδοξίας, ταπεινοί στρατιώτες και Ιεραπόστολοι του Χριστού», ακολουθούν άρτια δομημένες 9 ενότητες: 1. Σύντομη αναφορά στην Ιστορία του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας. 2. Η ανάπτυξις της Ορθοδοξίας στην Αφρική. 3. Η παγκοσμιότητα της Ορθόδοξης Ιεραποστολής. 4. Σύντομη αναφορά στην πολιτική κατάσταση της Αφρικής. Συγκλονιστική είναι η μαρτυρία ότι (σ. 54) «σήμερα στην Αφρική περισσότερες από είκοσι χώρες έχουν μεταξύ τους πόλεμο ή εμφύλιο πόλεμο, με χιλιάδες νεκρούς, μάλιστα μικρά παιδιά». 5. Σύγχρονη Ορθόδοξη Ιεραποστολική παρουσία στην Αφρική και ο ρόλος του Εθνάρχου Μακαρίου. 6. Η Ορθόδοξη Ιεραποστολή ως μαρτυρία και παρουσία της Εκκλησίας. 7. Μαρτυρία και δράση της Ορθόδοξης Ιεραποστολής. 8. Τρόποι στηρίξεως της Ορθόδοξης Ιεραποστολής. 9. Συμπεράσματα και Προτάσεις.

Ο συγγραφέας προτείνει τρόπους για αποτελεσματικότερη φιλανθρωπική δράση στην αφρικανική Ήπειρο, μεταξύ άλλων, αν «ακολουθήσουμε με συνέπεια το αποστολικό παράδειγμα της πρωτοχριστιανικής Εκκλησίας» (σ. 63) και αν αναλάβουν συντονισμένη δράση όλες οι Ορθόδοξες Εκκλησίες. Στον Επίλογο τονίζεται η συμβολή των μελών της Διασποράς ως μεγάλης πνευματικής δύναμης του Πατριαρχείου για τον καταρτισμό στελεχών για όλες τις ποιμαντικές δραστηριότητες. 

Ο Μητροπολίτης Γουινέας Γεώργιος (Βλαδιμήρου) μελετά με πυκνότητα λόγου δύο από τους σημαντικότερους θεμελιωτές της Ιεραποστολής. Στηριζόμενος σε πρωτογενείς και δευτερογενείς πηγές, παρουσιάζει το θέμα «Οι απαρχές του μοναχισμού στην Αίγυπτο. Μέγας Αντώνιος και Παχώμιος», (σσ. 69-78). Ο ορθόδοξος μοναχισμός του 3ου και 4ου αιώνα αντιπροσωπεύεται από τον αναχωρητικό και τον κοινοβιακό, αντίστοιχα. Στην πρώτη ενότητα εξετάζεται «Ο Μέγας Αντώνιος και οι επιστολές του».

Ο σχολιασμός των επτά επιστολών του Αγίου Αντωνίου γίνεται με ευσύνοπτο τρόπο, έτσι ώστε να διαφανούν τα θέματα που απασχολούσαν τους μοναχούς κατά την πρώιμη περίοδο του μοναχισμού και οι πρακτικές λύσεις που πρότεινε ο Άγιος.

Στη δεύτερη ενότητα ερευνάται «Η κοινωνία του Παχωμίου», δηλαδή το κοινόβιό του το οποίο λειτουργούσε με βάση ορισμένους κανόνες, με σημαντικότερους αυτούς που αναφερόταν στη συμπεριφορά των μοναχών, σε οικονομικά θέματα και στο ζήτημα της ιεραρχίας. Εύστοχα επισημαίνεται (σ. 77) ότι «αν καρποφορεί σήμερα το έργο της ιεραποστολής, αυτό οφείλεται και στους αγώνες των πατέρων και μοναχών της Νειλοχώρας».

Ο Μητροπολίτης Ειρηνουπόλεως Δημήτριος (Ζαχαρέγκας) παρουσιάζει αδρομερώς «Προβλήματα της χριστιανικής Ορθόδοξης Εκπαίδευσης στα πολυπολιτισμικά κράτη της Αφρικής» (σσ. 79-84). Ως υπερεθνική, η Εκκλησία Αλεξανδρείας αντιμετωπίζει πολλές δυσκολίες για τη διαμόρφωση ορθόδοξης ταυτότητας (σ. 80) «διότι στην Αφρική υπάρχουν σήμερα περισσότερα από πενήντα ανεξάρτητα κράτη, περισσότερες από οκτακόσιες (800) φυλές και περισσότερες από επτακόσιες (700) γλώσσες και διάλεκτοι, οι οποίες ομιλούνται από μεγάλες ομάδες πληθυσμού». Η αποικιοκρατία δημιούργησε πληθώρα προβλημάτων τα οποία εξακολουθούν να ταλανίζουν τους Αφρικανούς, με κυριότερα τη φτώχεια, την έλλειψη παιδείας, τις ασθένειες και τους πολέμους.

Η πρόκληση για την Ορθοδοξία είναι με ποιους τρόπους μπορεί να γίνει αποδεκτή και να συνυπάρχει με τον πολιτισμό, τα ήθη και έθιμα κάθε λαού και κάθε φυλής. Ο συγγραφέας γνωρίζει εκ πείρας ότι (σ. 81) «η Ορθοδοξία είναι διδακτή και αφομοιώνεται από τον Αφρικανό γιατί προσεγγίζει την παράδοσή του με τρόπο γόνιμο και δημιουργικό», δεν υπάρχουν όμως αρκετοί κατάλληλα εκπαιδευμένοι δάσκαλοι και κατηχητές.

Το πρόβλημα επιτείνει η μεγάλη διασπορά των Ορθοδόξων ενοριών και η δράση προτεσταντικών ομάδων. Παρά τις τεράστιες δυσκολίες το έργο του Πατριαρχείου προχωρά και μεγαλώνει. Μιλούν, συγκινούν, εμπνέουν και δίνουν θάρρος για τη συνέχιση του αγώνα «τα μεγάλα εκφραστικά μάτια των παιδιών της Αφρικής».

Ο Μητροπολίτης Ανταναναρίβο και Βορείου Μαδαγασκάρης Ιγνάτιος (Σέννης) καταγράφει «Στιγμές από την Ορθόδοξη Ιεραποστολή στη Μαδαγασκάρη» (σσ. 85-87). Οι επισκέψεις του Πατριάρχη Θεόδωρου στο τέταρτο σε μέγεθος νησί στον κόσμο (με εντυπωσιακά υψηλή βιοποικιλότητα καθώς έχουν καταγραφεί γύρω στα 12.000 φυτά από τα οποία το 70% - 80% είναι ενδημικά) δεν ήταν εθιμοτυπικές.

Κατά την πρώτη του παρουσία στη Μαδαγασκάρη, το 2008, εγκαινίασε πολλούς ναούς, αρκετά σχολεία και ένα ορφανοτροφείο θηλέων. Το 2015 εγκαινίασε στην πρωτεύουσα τον μεγαλοπρεπή ναό των Εισοδίων της Θεοτόκου και στην περιοχή Manakara Πανεπιστήμιο κατασκευασμένο από την Ορθόδοξη Ιεραποστολή με κατευθύνσεις στη δασολογία και ιχθυολογία. Κατά την τρίτη επίσκεψή του (2022) ο Πατριάρχης εγκαινίασε στο Ανταναναρίβο την «Ακαδημία Πλάτωνος», σχολικό συγκρότημα με νηπιαγωγείο, δημοτικό, γυμνάσιο και λύκειο. 

Ο Μητροπολίτης Κατάνγκας Μελέτιος (Καμηλούδης) σε σύντομο άρθρο του, επιγραφόμενο «Ο Μοναχισμός στην Αφρική. Η καλλιέργεια του μοναχικού ιδεώδους, πρακτικά ζητήματα και ιδιαιτερότητες» (σσ. 89-93), τονίζει τη σημασία των μοναστικών Κέντρων για την ενίσχυση των κατά τόπους Ιεραποστολών.

Ο Μητροπολίτης Λιβύης Γεννάδιος (Στάντζιος) εκθέτει «Τα πρώτα Ιεραποστολικά Βήματα στη νεοσύστατη Επισκοπή (2010) και μετέπειτα Μητρόπολη (2016) Μποτσουάνας» (σσ. 95-106). Η μελέτη ασχολείται με τρία θέματα: την Ορθόδοξη Ιεραποστολή σε μια από τις πιο αραιοκατοικημένες χώρες του κόσμου, καθώς το 70% της έκτασής της καλύπτει η έρημος Καλαχάρι, το Ελληνικό Σχολείο και την περιπετειώδη ανέγερση Ιερού Ναού στην πρωτεύουσα Γκαμπορόνε. Ο συγγραφέας τονίζει εύστοχα (σ. 95): «Η διαφορετικότητα δεν αποτελεί απειλή για την Ορθοδοξία στην Αφρική, αλλά δυναμικό παράγοντα εξέλιξης, καθώς στο επίκεντρο βρίσκεται η αγάπη προς τον συνάνθρωπο».

Ο Μητροπολίτης Πτολεμαΐδος Παντελεήμων (Αράθυμος) αναπτύσσει το σημαντικό θέμα «Η συστηματική εκπαίδευση των γηγενών στελεχών της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Αφρική ως μία απάντηση στις σύγχρονες πολλαπλές προκλήσεις» (σσ. 107-121). Με στατιστικά στοιχεία τεκμηριώνει τη θέση ότι η ιεραποστολική θεολογία έχει αναπτυχθεί σε μεγάλο βαθμό τα τελευταία χρόνια, «δεν έχουμε όμως αναπτυγμένη συστηματικά ιεραποστολή». Στη συνέχεια παρουσιάζεται «Η ορθόδοξη Ιεραποστολή και τα προβλήματά της» και η «Θεολογική διδασκαλία».

Το τεράστιο ιστορικο-πνευματικό χάσμα που παρατηρείται στην Αφρική οφείλεται κατά τον συγγραφέα «στην απουσία του αφρικανικού κόσμου από τις ιστορικές εξελίξεις ως παντελώς αγνώστου και στη δική του αυτοτελή ιστορική διαδρομή υπό τις εντελώς αυτόνομες δικές του πολυπληθείς εθνολογικές, γλωσσικές, κοινωνιολογικές, πνευματικές και παραδοσιακές συνθήκες». Το χριστιανικό ήθος και η Ορθόδοξη ηθική αποτελούν την ασφαλή πυξίδα προσανατολισμού στο δύσκολο πεδίο της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης η οποία έχει να αντιμετωπίσει νέα πολυπολιτισμικά και πολυθρησκευτικά περιβάλλοντα. Ο συγγραφέας πιστεύει ορθώς ότι πολλά από τα ανακύπτοντα προβλήματα μπορούν να επιλυθούν με την κατάρτιση στελεχών (σ. 112) «που θα προέρχονται από τα σπλάχνα της κάθε τοπικής κοινωνίας». Η επιτυχής λειτουργία του εκπαιδευτικού συστήματος της Ορθόδοξης Εκκλησίας προϋποθέτει κατανόηση της πολιτισμικής ταυτότητας και του τρόπου σκέψης των ανθρώπων στους οποίους απευθύνεται «το προσκλητήριο του ευαγγελισμού». Ο Σεβασμιότατος ολοκληρώνει την εργασία του επισημαίνοντας το ρόλο της γυναίκας στην Ιεραποστολή ο οποίος επιβάλλεται να ενισχυθεί καθώς (σ. 115) «οι γυναίκες είναι σε θέση να κάνουν καλύτερους τους ανθρώπους. Είναι ικανές να φέρουν στη γη περισσότερη κατανόηση, δικαιοσύνη και αγάπη».

Ο Μητροπολίτης Καρθαγένης Μελέτιος (Κουμάνης) παρουσιάζει την εργασία «Η Ιερά Μητρόπολις Καρθαγένης διά μέσου των αιώνων έως σήμερον. (Σύντομος ιστορική αναδρομή)» (σσ. 117-121). Η αυτόνομη Αρχιεπισκοπή Καρθαγένης των πρώτων χριστιανικών χρόνων επανιδρύθηκε με εισήγηση του Πατριάρχη Μελετίου Μεταξάκη στις 6 Νοεμβρίου 1931 και περιέλαβε στην πνευματική της δικαιοδοσία τις χώρες της Τυνησίας, της Αλγερίας και του Μαρόκου με έδρα την Τύνιδα. Η τοπική Εκκλησία (σ. 121) «συνεχίζει τη μαρτυρική της πορεία με αγάπη προς κάθε άνθρωπο, ανεξαρτήτως θρησκεύματος και καταγωγής».

Ο Μητροπολίτης Άκκρας Δανιήλ (Μπιάζης) καταγράφει ενδιαφέροντα στοιχεία για «Το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας στην Αιθιοπία. Από το ένδοξο παρελθόν προς το ελπιδοφόρο μέλλον. Μαρτυρία και διαχριστιανική συνεργασία (σσ. 123-142). Παρουσιάζεται ο χριστιανισμός στην Αιθιοπία και η συμβολή των αδελφών Φρουμέντιου και Αιδέσιου. Αξιοπρόσεκτες είναι οι μαρτυρίες για τον Άγιο Γρηγέντιο, Επίσκοπο Ταφάρ (σσ. 131-135) και για την ελληνική Παροικία (σσ. 135-140). Η μητρόπολη Αξώμης, η οποία δεν θεωρείται ιεραποστολική και είναι αυτοσυντηρούμενη, ανασυστάθηκε το 1908 από τον Πατριάρχη Φώτιο Α΄.

Ο μακαριστός Μητροπολίτης Νιγηρίας Αλέξανδρος (Γιαννίρης), 1960-2023, παρουσιάζει σε δύο σελίδες (143-144) την «Ορθόδοξη Εκκλησία στην Νιγηρία», τονίζοντας τη στήριξη Ελλήνων επιχειρηματιών, κυρίως των οικογενειών Μανδύλα, Λεβέντη και Κουμάνταρου. Πρόκειται για το κύκνειο άσμα του σεμνού Ιεράρχη.

Ο Επίσκοπος Αρούσας και Κεντρικής Τανζανίας Αγαθόνικος (Νικολαΐδης) επιγράφει τη συμβολή του «Θεόδωρος Β΄. Ο Ιεραπόστολος Πατριάρχης» (σσ. 145-147). Γίνεται συνοπτική αναφορά στο ιεραποστολικό, το ανακαινιστικό και το εν γένει πνευματικό έργο του Πατριάρχη ο οποίος χρησιμοποιεί συχνά την προσφιλή του έκφραση: «Ό,τι κάνει κανείς για τον εαυτό του πεθαίνει μαζί του, ενώ ό,τι κάνει για την Εκκλησία μένει εις αιώνας αιώνων».

Ο Επίσκοπος Μαλάουι Φώτιος (Χατζηαντωνίου) τονίζει την «Αιώνια αξία της Ιεραποστολής στην Αφρική» (σσ. 149-151) και το θυσιαστικό πνεύμα του Πατριάρχη, όπως αποτυπώνεται σε μια απλή συγκλονιστική πρόταση: «Πώς θα φάγω ενώπιον τόσων ανθρώπων νηστικών;».

Ο Επίσκοπος Μπουκόμπας και Δυτικής Τανζανίας Χρυσόστομος (Μαϊδώνης) καταγράφει τις «Αρχές της Ορθοδοξίας στην Δυτική Τανζανία» (σσ. 153-177), οι οποίες ανάγονται μόλις στο 1911. Η Μητρόπολη Ειρηνουπόλεως ιδρύθηκε το 1958 από τον Πατριάρχη Χριστοφόρο και περιλάμβανε τις χώρες Κένυα, Ουγκάντα και Τανζανία. Η Α΄ περίοδος (1962-1981) χαρακτηρίζεται (σ. 161) «από τον πρώτο ζήλο των προσερχομένων, αλλά και από το σύγχυση που επικρατούσε λόγω των αυτοσχεδιασμών και της έλλειψης καθοδήγησης και οργάνωσης». Η Β΄ περίοδος (1981-1991), η οποία αποτέλεσε σταθμό στην Ιεραποστολή στην Μπουκόμπα, συνδέεται με την εκλογή του τότε επισκόπου Ανδρούσης κ. Αναστασίου (Γιαννουλάτου) ως Τοποτηρητή της Μητρόπολης Ειρηνουπόλεως μέχρι την ημέρα εκλογής του ως Πατριαρχικού Επιτρόπου Αλβανίας. Ακολουθούν μαρτυρίες ανώνυμης Ελληνίδας για το έργο και την προσωπικότητα του πρώτου Ορθόδοξου ιερέα στην Μπουκόμπα, του Τανζανού πατρός Σωσθένους. Η ίδια περιγράφει παραστατικότατα την πρώτη επίσκεψη του Αναστασίου το 1986. Στις σελίδες που ακολουθούν (168-171) παρατίθενται αποσπάσματα από τις περιπετειώδεις εμπειρίες του Αναστασίου, όπως τις βίωσε τα δύσκολα εκείνα χρόνια. Παραθέτω μικρά αποσπάσματα για να φανεί η βαθιά πίστη στον Θεό, η φιλοσοφημένη παιδεία και η δύναμη της περιγραφής με ασυνήθιστες λογοτεχνικές αρετές: «Ο δρόμος λόγω των βροχών ήταν τόσο άθλιος με αμέτρητες λακκούβες, ανηφοριές, κατηφοριές με λάσπες, ώστε κατά κανόνα έπρεπε να κινούμεθα με ταχύτητα 1-10 χλμ. την ώρα. Όλο το κορμί τρανταζόταν μ’ ένα σκληρό, άγριο ρυθμό. […] Το φτωχό εκκλησάκι του Αγίου Λουκά, πρόσφατα φτιαγμένο με κορμούς δένδρων, κλαδιά, πηλό και τσίγκους, ήταν κατάμεστο. Αρχίσαμε τη Θ. Λειτουργία. Μετά βίας προσπαθούσα να συγκεντρωθώ. Στο καταμεσήμερο, η τσίγκινη στέγη έκανε τον μικρό ναό φούρνο. Σε κανονικές συνθήκες θα ’πρεπε να είχαμε λιποθυμήσει. Ακούγοντας όμως τους εκατοντάδες νέους Ορθοδόξους, μέσα και έξω από τον ιερό χώρο, να ψέλνουν και να μετέχουν με την ψυχή τους, έπαιρνες νέες πρωτόγνωρες δυνάμεις. […] Μια νύχτα εξαίσια στη Μακονγκόρα. Τόσα λαμπερά αστέρια δεν είχα δει ποτέ στη ζωή μου. Ο ουράνιος θόλος ήταν ολοφώτιστος με χιλιάδες, λες, λαμπάδες. ‘Ο ουρανός γιορτάζει κι αυτός την Ανάσταση’, ψέλλισα με αγαλλίαση, απολαμβάνοντας αυτό το Πάσχα των άστρων». Η μελέτη ολοκληρώνεται με «Στοιχεία της νέας Εκκλησίας».

Ο Μητροπολίτης Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας Παντελεήμων (Καλπακίδης) επιγράφει τη συμβολή του με ένα απόσπασμα της Προς Ρωμαίους Επιστολής (10, 15) «Ὡς ὡραῖοι οἱ πόδες τῶν εὐαγγελιζομένων εἰρήνην, τῶν εὐαγγελιζομένων τά ἀγαθά» (σσ. 181-184). Η Ιερά Μητρόπολη στηρίζει πολλαπλώς το ιεραποστολικό έργο του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας ήδη από την εποχή του μακαριστού Πατριάρχη Πέτρου. Ενδεικτικά αναφέρεται η ανέγερση ναού προς τιμήν του Αποστόλου Παύλου στα περίχωρα της πόλης Νακούρο, ο οποίος εγκαινιάστηκε από τον Μητροπολίτη Κένυας κ. Μακάριο το 2015, και τη συνδρομή στην κατασκευή της Ιεράς Μονής Αγ. Αντωνίου της Μητροπόλεως Νιγηρίας. Μεγάλες είναι οι δωρεές εκκλησιαστικών ειδών και τροφίμων, εκτός των άλλων, στις Μητροπόλεις Κινσάνσας και Ναϊρόμπι.

Ο Μητροπολίτης Ξάνθης και Περιθεωρίου Παντελεήμων (Καλαφάτης) παρουσιάζει τη «Συμβολή της Μητροπόλεως Ξάνθης στο ιεραποστολικό έργο του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας» (σσ. 185-192), επισημαίνοντας εύστοχα την ανάγκη της Ιεραποστολής η οποία πηγάζει από τη φύση και τον εσχατολογικό χαρακτήρα της Εκκλησίας, από την ένδοξη Ανάσταση του Κυρίου και από την επιθυμία του Αποστόλου των Εθνών Παύλου. Το Γραφείο Εξωτερικής Ιεραποστολής της Μητρόπολης ιδρύθηκε το 2006 και έχει επιτελέσει ως σήμερα αξιοθαύμαστο έργο, ιδιαίτερα στο Καμερούν, όπου υπηρέτησε ως Μητροπολίτης ο Πατριάρχης, ο οποίος κατάγεται από την πλευρά της μητέρας του από τον Δαφνώνα Ξάνθης. Στην Κανάγκα, την τρίτη μεγαλύτερη πόλη του Κονγκό, οικοδόμησε εξατάξιο δημοτικό σχολείο το οποίο εγκαινίασε ο Μητροπολίτης Παντελεήμων το 2016. Πολλές άλλες δωρεές απαριθμούνται συνοπτικά και σεμνά.

Ο Αρχιμανδρίτης Εφραίμ, Καθηγούμενος της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, αναπτύσσει το θέμα «Η (εξωτερική) ιεραποστολή και η (εσωτερική) αποστολή της Εκκλησίας» (σσ. 195-204). Παρουσιάζει με εμβρίθεια μαρτυρίες των Πατέρων της Εκκλησίας και νεότερων Αγίων, όπως του Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτη, του Αγίου Παϊσίου και του Αγίου Ιωσήφ του Ησυχαστή. Αξιοσημείωτη είναι μία επιστολή του Αββά Αμμωνά προς τους μαθητές του στην οποία συνδέεται η ησυχία με την ιεραποστολή. Ο αληθινός ιεραπόστολος έχει γνήσιο ησυχαστικό φρόνημα, ενώ (σ. 202) «η μετά έργων πίστη και η βίωση της θείας Χάριτος θα πρέπει να κατέχουν σημαντική θέση στη ζωή του», γνωρίζοντας ότι τον αναμένουν «θλίψεις, στενοχώριες, λοιμοί, κίνδυνοι, συκοφαντίες». Σημαντική είναι η θέση (σ. 203) ότι η εξωτερική ιεραποστολή «έχει μάλλον εκκλησιολογικό χαρακτήρα, μυστικό και μυστηριακό που αφορά, επομένως, σε όλα τα μέλη του Σώματος της Εκκλησίας» και η διαπίστωση ότι «ο χώρος στον οποίο διαδραματίζεται σήμερα κυρίως η Ορθόδοξη εξωτερική ιεραποστολή είναι η υποσαχαρική Αφρική». Απονέμεται δίκαιος έπαινος στον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Θεόδωρο τον Β΄ ο οποίος «επιδεικνύει ιδιαίτερο ζήλο και μέριμνα για την ιεραποστολή».

Η μελέτη της Μοναχής Θεοξένης, Καθηγουμένης Ιεράς Πατριαρχικής και Σταυροπηγιακής Μονής Ζωοδόχου Πηγής-Χρυσοπηγής Χανίων, «Ορθόδοξος μοναχισμός και Ιεραποστολή» (σσ. 205-210), αναφέρεται στους δεσμούς της Μονής Χρυσοπηγής με τη Μονή της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας στην περιοχή Μόντε της Ουγκάντα. Αρχικά γίνεται ιδιαίτερη μνεία στη μακαριστή γερόντισσα Θεοσέμνη, τη νέα κτητόρισσα της Μονής, η οποία διακρινόταν για το μεγάλο ιεραποστολικό της ζήλο. Αρκετές μοναστικές κοινότητες στην Αφρική έχουν αδελφές που εκπαιδεύτηκαν στη Χρυσοπηγή, η οποία συνδέεται πνευματικά και με την Επισκοπή Αρούσας και Κεντρικής Τανζανίας. Οι μοναχές αυτές (σ. 209) «έχουν ευαισθητοποιηθεί σε θέματα προστασίας του περιβάλλοντος και της άρρηκτης σχέσης του με την ορθόδοξη παράδοση». Η μοναχή Θεοξένη τονίζει συμπερασματικά (σ. 210) ότι «είναι μεγάλη παρηγορία και ευλογία […] να υπάρχουν ψυχές αφιερωμένες στον Χριστό που ζουν, προσεύχονται και εργάζονται, περιχωρώντας και θεραπεύοντας τον ανθρώπινο πόνο και ανοίγοντας ένα φωτεινό παράθυρο ελπίδας στον ουρανό της Αφρικανικής ηπείρου».

Ο Αρχιμανδρίτης Βασίλειος Γιαννάκας στη εργασία του «Ιεραποστολή ‘πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα ἔθνη’ (Μτ. 28,19)» (σσ. 213-220) παρουσιάζει τον ιεραποστολικό αγώνα στο Kolwezi του Κονγκό τον οποίο άρχισε το 1976 ο μακαριστός ιερομόναχος π. Κοσμάς Γρηγοριάτης. Η Ιεραποστολή διαθέτει έκταση αρκετών στρεμμάτων, την οποία καλλιεργεί με καλαμπόκι. Υπάρχουν περίπου 200 ναοί, από τους οποίους οι 50 είναι κτιστοί και οι υπόλοιποι είναι καλύβες από πλίνθους με χορτάρινη στέγη. Έχει δημιουργηθεί μεγάλο ιατρικό κέντρο και από το 2005 ραδιοφωνικός σταθμός «Η φωνή της Ορθοδοξίας». Με την ευλογία του Μητροπολίτη Νέας Σμύρνης Συμεών και με τη φροντίδα της ενορίας Παλαιού Φαλήρου ιδρύθηκε η ενορία της Αγίας Κυριακής στην περιοχή Luilu στο Kolwezi, ανεγέρθηκε ομώνυμος ναός ο οποίος εγκαινιάστηκε το 2016. Η καρποφόρος συνεργασία των δύο Εκκλησιών ευχόμαστε να βρει μιμητές και σε άλλες χώρες της πολύπαθης Αφρικής.

Ο Αρχιμανδρίτης Γεώργιος Μαγκιρίδης παρουσιάζει εύγλωττα το θέμα του: «Άγιος Φρουμέντιος, ο ιεραπόστολος και φωτιστής της Αιθιοπίας» (σσ. 221-226). Ο Άγιος έζησε τον 4ο αιώνα, υπήρξε ο πρώτος επίσκοπος Αξώμης και συνέβαλε τα μέγιστα στον εκχριστιανισμό του αιθιοπικού λαού. Ο μοναδικός ορθόδοξος ναός που έχει αφιερωθεί στη μνήμη του, βρίσκεται στην πρωτεύουσα της Αιθιοπίας η οποία είναι και έδρα της Ιεράς Μητροπόλεως Αξώμης. Εδώ δημοσιεύονται για πρώτη φορά Απολυτίκιο, Κοντάκιο και Μεγαλυνάριο του Αγίου τα οποία συνέθεσε κατά παράκληση του συγγραφέα ο Μ. Υμνογράφος του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας Χαράλαμπος Μπούσιας.

Ο Αρχιμανδρίτης Αθηνόδωρος Παπαευρυβιάδης στην ερευνητική του εργασία «Ιεραποστολική δράση του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας και η συμβολή του Πάπα και Πατριάρχου Θεοδώρου Β΄» (σσ. 227-248), εξετάζει την Ιεραποστολή από μια ευρύτερη οπτική γωνία στο ιστορικό της πλαίσιο. Ο συγγραφέας επισημαίνει (σ. 236) ότι ο Πατριάρχης Μελέτιος Μεταξάκης «ήταν αυτός που άρχισε την οργάνωση της σύγχρονης Ορθόδοξης Ιεραποστολής στην αφρικανική ήπειρο» και ο Πατριάρχης Πέτρος Ζ΄ «ανανέωσε και αναδιοργάνωσε τη δραστηριότητα του Πατριαρχείου». Ο Πατριάρχης Θεόδωρος Β΄, ο έβδομος κρητικής καταγωγής Πατριάρχης, επιτελεί λαμπρό ιεραποστολικό έργο, θεωρώντας ο ίδιος ευτύχημα του βίου του ότι μαθήτευσε επί επτά χρόνια ως βοηθός Επίσκοπος του Πατριάρχη Παρθενίου, ενώ (σ. 238) «ως Ιεραπόστολος πριν την ενθρόνισή του εργάστηκε για το Καμερούν, το Σουδάν, την Γκαμπόν, τη Ζιμπάμπουε, τη Μοζαμβίκη, το Μαλάουι, τη Μποτσουάνα, την Αγκόλα». Τα αποσπάσματα που παραθέτει ο συγγραφέας από συνεντεύξεις και ομιλίες του Πατριάρχη είναι ενδεικτικά του νέου πνεύματος αντιμετώπισης της Ιεραποστολής στην Αφρική (σ. 239): «Θα τους πω ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν εκμεταλλεύτηκε ποτέ τον Αφρικανό τον άνθρωπο, […] δεν θα τους δώσω φάρμακα για να έρθουν στο δικό μου δόγμα, όχι, θα τους δώσω αγάπη, θα τους πω ότι πάνω από όλα να μάθετε να αγαπάτε τα χώματά σας, να αγαπάτε την πατρίδα σας, να αγαπάτε τον άλλο Αφρικανό, να αγαπάτε τα άλλα παιδιά που είναι ξυπόλητα σαν και σας». Ο πραγματικός ιεραπόστολος πρέπει να έχει την ικανότητα να εμπνέει και να καθοδηγεί. Ο Πατριάρχης Θεόδωρος Β΄, συνεχίζοντας την παράδοση του Μελετίου Πηγά, επανίδρυσε και λειτούργησε την Πατριαρχική Σχολή Αλεξανδρείας «Άγιος Αθανάσιος». Στα περίπου 5.000 σχολεία της Ιεραποστολής διδάσκεται «η Ελληνική λαλιά, η Ελληνική γλώσσα», θα πει με συγκίνηση και δίκαιη υπερηφάνεια ο Πατριάρχης. Το 2018 δήλωσε ότι στην Τανζανία, στον ιερό ναό του Αγίου Φρουμεντίου, ευλόγησε τις πρώτες γυναίκες διακόνισσες της αγάπης του Χριστού, όχι ιερείς, για να βοηθούν στο ιεραποστολικό έργο. Ο συγγραφέας καταγράφει (σ. 245) τα χαρακτηριστικά και τις βασικές αρχές που πρέπει να διέπουν την Ιεραποστολή και τονίζει συμπερασματικά (σ. 248) ότι «Εκκλησία χωρίς Ιεραποστολή είναι Εκκλησία χωρίς μέλλον».

Ο πρωτοπρεσβύτερος Αντώνιος Μπαλαφούκος στην εργασία «Διακονώντας στον αμπελώνα του Βορείου Καμερούν. Θεωρία και πράξη» (σσ. 249-272), αναπτύσσει καίριο θεωρητικό προβληματισμό, ξεκινώντας από τη διαπίστωση (σ. 253) ότι «δεν παύει ποτέ η πείνα και η δίψα του κόσμου για γνησιότητα και αλήθεια και σωτηρία», για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι στην εποχή του «παγκόσμιου χωριού» είναι ανάγκη να συνειδητοποιήσουμε την οικουμενική διάσταση και την αποστολική ευθύνη της Ορθοδοξίας και της Ιεραποστολής ως διακονίας αγάπης. Ο συγγραφέας αναφέρεται εκτενώς στο ιεραποστολικό έργο του Μακαριωτάτου από το 1997, όταν ο μακαριστός Πατριάρχης Πέτρος επέλεξε τον τότε επίσκοπο Κυρήνης Θεόδωρο να τον διαδεχτεί στη Μητρόπολη Καμερούν, όπου υπηρέτησε και υπηρετεί τη γνήσια και αποτελεσματική Ιεραποστολή η οποία (σ. 260) «χρειάζεται νεανική καρδιά, ρωμαλέα διάθεση, εγρήγορση, ετοιμότητα για την αντιμετώπιση κάθε απροόπτου και άσκηση της αρετής που δίδαξε ο Χριστός». Σταθμό στο ιεραποστολικό έργο του Θεοδώρου αποτέλεσε το Ορθόδοξο Σεμινάριο και η ιατρική αποστολή με τους «Γιατρούς του κόσμου» στο Γιαουντέ. Υποδειγματική υπήρξε η λειτουργία σχολικής μονάδας στο χωριό Gangala με παράλληλη στήριξη των γηγενών πληθυσμών στην εκμάθηση τεχνών, στην καλλιέργεια της γης και την κτηνοτροφία. Το ετήσιο κατά κεφαλή εισόδημα δεν υπερβαίνει τα εκατό δολάρια. Ο Θεόδωρος έστελνε μαθητές από το Καμερούν να φοιτήσουν στη Ριζάρειο Εκκλησιαστική Σχολή της οποίας ο ίδιος υπήρξε απόφοιτος. Ο Πατριάρχης έχει κυριολεκτικά οργώσει την Αφρική, εξαντλώντας τα όρια αντοχής του και θέτοντας πολλές φορές σε κίνδυνο τη ζωή του. Η φυλή Tiburi τον φιλοξένησε σε μπουκαρού (χορτοκαλύβα). Όπως σημειώνει ο συγγραφέας (σ. 271), «παραμένει απλός και ταπεινός ιεραπόστολος και εργάτης του Ευαγγελίου, όπως ήταν και τότε που διαποίμανε την Ιερά Μητρόπολη Καμερούν».

Ο Δαμασκηνός Μοναχός Γρηγοριάτης στην εισήγησή του «π. Λάζαρος Wazeng, μια αγιασμένη μορφή της Ορθοδόξου Ιεραποστολής στο Kolwetsi Congo (1942-2020)» (σσ. 273-285), παρουσιάζει σε μορφή συνέντευξης το έργο και την προσωπικότητα του πατρός Λαζάρου τον οποίο γνώρισε ως «διακο-Λάζαρο» το 1990 στο Κονγκό. Πρόκειται για μια εκ βαθέων εξομολόγηση ενός ανθρώπου που τον βρήκαν αλλεπάλληλες συμφορές και κακουχίες. Αρκεί ένα μικρό απόσπασμα (σ. 274): «Η μητέρα μου απέθανε ένα χρόνο αφού με γέννησε, δηλαδή το 1943, σε ηλικία 21 ετών, ενώ ο πατέρας μου πέθανε στο 1947, σε ηλικία 30 ετών. Έτσι με μεγάλωσε η γιαγιά μου, μάνα της μάνας μου. Αλλά μετά από ένα χρόνο, το 1944, πέθανε και η γιαγιά μου. Έτσι έμεινα με τη μάνα του πατέρα μου, η οποία με κτυπούσε σκληρά και με έβριζε. Κάθε ημέρα ήμουν στενοχωρημένος από τα βάσανα που μου προκαλούσε». Οι λιτές διηγήσεις του πατρός Λαζάρου, διαποτισμένες από την πίστη στο Θεό, συγκινούν και εμπνέουν.

Ο Νικόλαος Μοναχός Γρηγοριάτης εξηγεί «Γιατί στην Ορθόδοξο Εκκλησία δεν χρησιμοποιούμε μουσικά όργανα» (σσ. 287-291), επισημαίνοντας (σ. 289) ότι «οι Ρωμαιοκαθολικοί μέχρι τον 8ον αιώνα δεν είχαν σε χρήση μουσικό όργανο κατά τη λατρεία». Η Ορθόδοξη Θεία Λατρεία δεν τα αποκλείει το αρμόνιο ούτε το παραδοσιακό αφρικανικό ταμ-ταμ, η χρήση του οποίου επιτρέπεται εκτός των ιερών ναών. Ο Νικόλαος Μοναχός Γρηγοριάτης παρουσιάζει δεύτερη μελέτη την οποία επιγράφει «† Παπα-Κοσμάς Γρηγοριάτης. Ο Ιεραπόστολος του Ζαΐρ (1944-1989)», σσ. 295-308. Πρόκειται για συνοπτική αναφορά της ζωής και ιδίως του έργου που επιτέλεσε στο Κονγκό κατά το σύντομο βίο του. Φοίτησε επί ένα έτος στο Ανώτερο Φροντιστήριο της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής, διέκοψε όμως το 1975 τις σπουδές του για να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο τότε λεγόμενο Ζαΐρ, όπου σε διάστημα 15 μηνών κατάφερε να κτίσει εννέα ναούς. Οι ιεραποστολικοί του αγώνες περιγράφονται επαρκώς και επιβεβαιώνονται με μαρτυρίες ζώντων πνευματικών του τέκνων. 

Ο Ανδρέας Νανάκης, Μητροπολίτης Αρκαλοχωρίου, Καστελλίου και Βιάννου, Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, στην εμβριθή μελέτη του «Η Αγία Υπομονή» (σσ. 311-321) παρουσιάζει, αξιοποιώντας πλούσια βιβλιογραφία, το χριστιανικό ήθος και την ενάρετη βιοτή της Ελένης Παλαιολογίνας-Δραγάση, συζύγου του Αυτοκράτορα Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγου, μητέρας εννέα παιδιών, η οποία εκάρη μοναχή το 1425 και έλαβε το όνομα «Υπομονή», καθαγιάζοντάς το. Ο συγγραφέας τονίζει εύστοχα (σ. 311): «Η υπομονή είναι κύριο χαρακτηριστικό της προσωπικότητας του Πατριάρχη Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής Θεοδώρου», αρετή η οποία διέκρινε και την αείμνηστη μητέρα του Κλεοπάτρα. Στη συνέχεια απαριθμεί σταθμούς του εκκλησιαστικού του βίου που τον όπλισαν με υπομονή για τον μεγάλο ιεραποστολικό του αγώνα: «Υπομονή κατά πάντα και διά πάντα, στον Προφήτη Ηλία, στο Αρκαλοχώρι, στις Αγιές Παρασκιές, στην ιστορική Μονή της Αγκαράθου, στο Σπήλι, στην Οδησσό, στον λόγιο Ιεράρχη Ρεθύμνης Θεόδωρο, στον Κύπριο Πατριάρχη Πέτρο, στον στοχαστή Πατριάρχη Παρθένιο». Αξιοσημείωτες είναι οι παρατιθέμενες απόψεις του Γεννάδιου Σχολάριου, του πρώτου Πατριάρχη μετά την άλωση της Πόλης, και του φιλοσόφου Γεωργίου Γεμιστού Πλήθωνος για την Αγία Υπομονή, η οποία έτρεφε ιδιαίτερη ευλάβεια στον ασκητή της ερήμου Άγιο Πατάπιο. Η μνήμη της εορτάζεται την 29η Μαΐου. 

Ο Κωνσταντίνος Κωτσιόπουλος, καθηγητής Θεολογικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, στην εργασία του «Η Ιεραποστολή ως όργανο διπλωματίας και ιμπεριαλισμού» (σσ. 323-330), τονίζει εξ αρχής ότι «η εκκλησιαστική μαρτυρία μέσω της χριστιανικής Ιεραποστολής δεν μπορεί να έχει απολογητικό, πολιτικό και δικανικό χαρακτήρα», επικαλούμενος τις ρητές και υπόρρητες θέσεις του Αρχιεπισκόπου Αλβανίας Αναστάσιου. Ο συγγραφέας, λαμβάνοντας υπόψη σύγχρονη βιβλιογραφία, θεωρεί επιτακτική την ανάγκη (σ. 330) «στον σύγχρονο κόσμο της μετα-εκκοσμίκευσης να αναδειχθεί εκ νέου ο προφητικός και κριτικός ιεραποστολικός λόγος των Εκκλησιών, απέναντι στα φαινόμενα της οικονομικής κρίσης, της ξενοφοβίας, του ρατσισμού, της παγκοσμιοποίησης και της πολιτικής και οικονομικής εκμετάλλευσης», για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το ιεραποστολικό όραμα της διαλογικής και ειρηνικής συνύπαρξης των λαών πρέπει να στηρίζεται στην Ορθόδοξη πίστη η οποία δίνει έμφαση στην αξία του ανθρώπινου προσώπου και των δημοκρατικών δικαιωμάτων του.

Ο Χαράλαμπος Μ. Μπούσιας, Ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Δ. Αττικής, Μέγας υμνογράφος της των Αλεξανδρέων Εκκλησίας, τιτλοφορεί τη συμβολή του «Η Ιεραποστολή κατά τον Ιερό Χρυσόστομο είναι θείο έργο» (σσ. 331-362), περνώντας τα βασικά μηνύματα: «Η Ιεραποστολή είναι απόδειξη της αγάπης μας προς τον Θεό και καθήκον, είμαστε υπεύθυνοι για τη σωτηρία των άλλων και δεν σωζόμαστε αν δεν φροντίζουμε γι’ αυτήν, πρέπει να επιμένουμε στο ιεραποστολικό έργο, ο Θεός ανταμείβει τους ιεραποστόλους». Έπεται η «Ακολουθία εις την υπεραγίαν Θεοτόκον την χαριτόβρυτον χελιδονίτισσαν» (σ. 335-360), προσωνυμία που έδωσε στη Θεοτόκο (σ. 337) «μαθητής δημοτικού σχολείου της Ναυπάκτου, όταν ο φιλοϊεραπόστολος δάσκαλός τους τούς μίλησε για τη θεάρεστο ιεραποστολή, έγινε εικόνα, ντύθηκε με ύμνους και άσματα πνευματικά, και απεστάλη στις ιεραποστολικές κοινότητες, για να την έχουν προστάτιδα και βοηθό στο επίπονο έργο της σωτηρίας των ψυχών».

Ο Αθανάσιος Γ. Μελισσάρης, πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου, Αν. Καθηγητής Θεολογικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, στην εκτενή μελέτη «Ο μοναχισμός και το ιεραποστολικό έργο ‘Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη’» (σσ. 363-396). εξετάζει την Ιεραποστολή από θεωρητική και πρακτική άποψη. Αφού τονίσει (σ. 366) ότι «η Ιεραποστολή υπήρξε για την Εκκλησία διαρκής φροντίδα και έκφραση της αυτοσυνειδησίας της», εξετάζει στο πρώτο μέρος τον μοναχισμό και την αποστολικότητά του, τη μοναστικότητα του ιεραποστόλου και το προσωπικό Χάρισμα και στο πρακτικό δεύτερο μέρος παραθέτει παραδείγματα ασκητών που άσκησαν και ιεραποστολικό έργο, με πρωτεργάτες τον Μέγα Αντώνιο και τον όσιο Παχώμιο. Επισημαίνει ότι ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομο υπήρξε μέγας ασκητής και εξετάζει εν συντομία την Ιεραποστολή κατά την περίοδο του Βυζαντίου, τη συμβολή των μοναχών των νεότερων χρόνων και των Αγιορειτών ιεραποστόλων. Συμπερασματικά, ο συγγραφέας τονίζει τις κοινές συνισταμένες του μοναχού και του ιεραπόστολου.

Ο Θανάσης Ν. Παπαθανασίου, Αν. καθηγητής Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Αθηνών, αναπτύσσει το καίριο θέμα «Ιεραποστολή, ιεραποστολές και πολιτική» (σσ. 397-416), με το οποίο έχει ασχοληθεί σε παρεμφερείς έρευνες. Στο ερώτημα «αν έχει πολιτική διάσταση η κήρυξη του Ευαγγελίου», η απάντηση σχετίζεται με το παραδοσιακό «πολίτευμα» της Εκκλησίας, που είναι η συνοδικότητα. Πολύ σημαντική είναι η διαπίστωση ότι η Ιεραποστολική αναγνώρισε πρόσφατα (σ. 403) ότι «οι περιθωριοποιημένοι και οι μη-προνομιούχοι δεν είναι μόνον αντικείμενα (αποδέκτες) της ιεραποστολής, αλλά και υποκείμενά της». Η εμβληματική φράση στα τέλη της δεκαετίας του 1960 «λειτουργία μετά τη Λειτουργία» δεν αναφέρεται μόνο στον εκχριστιανισμό ολόκληρης της κοινωνίας, αλλά (σ. 405) «αποτελεί και πρόταση της Εκκλησίας για το πως οφείλει να είναι μια ανοικτή κοινωνία, στον δημόσιο χώρο της οποίας θα συνυπάρχουν ελεύθερα χριστιανοί και μη-χριστιανοί». Το ερώτημα (σ. 406) «περί παγκοσμιότητας της φιλελεύθερης δημοκρατίας σε σχέση με την ιεραποστολή» συνδέεται με τις βαθιές ρίζες του «αποικισμού του» νου και την πολιτισμική επιβολή. Καθυστέρησε, ομολογουμένως, η στροφή προς τις τοπικές Εκκλησίες με γηγενή χαρακτηριστικά. Νέα ώθηση στην ενδυνάμωση της αυτοπεποίθησης των ντόπιων έδωσε η μετάφραση της Βίβλου στις τοπικές γλώσσες. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ενότητα «τρέχοντα ζητήματα» με αναφορά στις τρεις συνάφειες, την απωανατολική, την υποσαχάρια αφρικανική και τη λατινοαμερικάνικη και την υπόμνηση ότι κάθε πολιτισμός είναι μια ζωντανή διαδικασία που πρέπει να βρίσκεται σε διάλογο με τον εαυτό του και με άλλους πολιτισμούς. Ως κατακλείδα ο συγγραφέας τονίζει την ιδιαίτερη σημασία της Χριστιανικής Ιεραποστολής σε μια εποχή κατά την οποία «η οικονομία φαίνεται να καταπίνει την πολιτική, ο εσωτερισμός της New Age υποτιμά την ιστορία και οι εθνικισμοί αναζωπυρώνονται».

Ο Παναγιώτης Τζουμέρκας, αναπλ. Καθηγητής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, στη μελέτη ‘The Pope and Petriarch of Alexandria and all Africa Theodore II as a Missionary’ (σσ. 417-435), παρουσιάζει με τη σεμνότητα που προσιδιάζει στον Πατριάρχη Αλεξανδρείας και Πάσης Αφρικής Θεόδωρο Β΄ το αξιοθαύμαστο ιεραποστολικό του έργο στην Αφρική, τονίζοντας δικαίως ότι το όνομά του θα μείνει στην Ιστορία ως «Ο Πατριάρχης της Αγάπης, της Ειρήνης και της Καταλλαγής». 

O Δρ Σπυρίδων Θ. Καμαλάκης, Καθηγητής ε. τ. του Κρατ. Παιδαγωγικού Πανεπιστημίου Nizhny Novogorod, Μέγας Άρχων Λογοθέτης της των Αλεξανδρέων Εκκλησίας, ασχολείται με το θέμα «Ο Πατριάρχης Θεόδωρος Β΄ και η εισπήδηση του Πατριαρχείου Μόσχας στην δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας» (σσ. 437-450). Ο συγγραφέας παραθέτει στοιχεία τα οποία αποδεικνύουν (σ. 445) «την τεράστια διαχρονική προσφορά του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής τόσο στους λαούς της ‘Μαύρης Ηπείρου’ όσο και τις μακραίωνες αδελφικές σχέσεις με την Εκκλησία της Ρωσίας, μέσα, τουλάχιστον, από αναφορές και κείμενα του μεγάλου Ιεραποστόλου Επισκόπου Κυρήνης και προσπάθειες και ενέργειες των προηγηθέντων Πατριαρχών, αλλά ιδίως του σημερινού Ιεραποστόλου Πατριάρχη κ. Θεοδώρου». Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο είναι ακατανόητη η απόφαση της Ιεράς Συνόδου του Πατριαρχείου της Μόσχας να δημιουργήσει Εξαρχία στην Αφρική. 

Η Δρ Μαριλένα Γρίβα, Εμπειρογνώμων επί πολιτιστικών θεμάτων, πρεσβευτής-σύμβουλος, Υπουργείο Εξωτερικών, στην εργασία «Ελληνορθόδοξη Εκκλησία στη Νότιο Αφρική και ιεραποστολική δραστηριότητα» (σσ. 451-465), παρέχει σε επιμέρους ενότητες χρήσιμα στοιχεία για τις θρησκείες και τον χριστιανισμό στη Νότιο Αφρική μέχρι την άφιξη των Ελλήνων μεταναστών, τα πρώτα βήματά τους και τους πρώτους ελληνορθόδοξους ναούς, για τους πρωτοπόρους του ελληνικού κλήρου και τους ιεραποστολικούς ναούς, την Ακαδημία Ορθόδοξων Θεολογικών Σπουδών Άγιος Μάρκος, τα μοναστικά κέντρα και τις μοναστικές δομές ως κέντρα ιεραποστολής και διάφορες επιβοηθητικές δραστηριότητες, για να καταλήξει στο θαυμαστό έργο που επιτελεί στην αφρικανική ήπειρο ο Πατριάρχης Θεόδωρος Β΄.

Η Δρ Ευαγγελία Βουλγαράκη-Πισίνα, μέλος Ε.ΔΙ.Π. του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας και Θρησκειολογίας του Ε.Κ.Π.Α., στην καινοτόμο εκτενή μελέτη «Η Ορθοδοξία στην Ανατολική Αφρική πέρα από την Απο-αποικιοποίηση» (σσ. 466-511), με εντυπωσιακά πλούσιες βιβλιογραφικές αναφορές, θίγει καίρια θέματα και αναπτύσσει προβληματισμό για την Ιεραποστολή που ξεπερνά τα όρια της Αφρικής. Το ερώτημα που θέτει η συγγραφέας (σ. 468) είναι βασανιστικό: «Στη μετα-αποικιακή εποχή, πώς μπορεί η Εκκλησία να διατηρήσει και να διευρύνει την απελευθερωτική λειτουργία της, πιστή στις απόψεις και τις ελπίδες του λαού, αλλά και στο Ευαγγέλιο, και ταυτόχρονα να αποφύγει μια νοσταλγική και ουτοπική παλινδρόμηση σε ένα εξιδανικευμένο παρελθόν που θα κινδύνευε να φέρει απομόνωση και εσωστρεφή στασιμότητα;». Σημαντικές είναι και οι διαπιστώσεις για τα επιτεύγματα της Ορθοδοξίας στην Ανατολική Αφρική (σσ. 500-507), από τις οποίες επιβάλλεται να μας προβληματίσει το γεγονός ότι δεν έχουν επενδυθεί πολλά στον ύψιστης σημασίας πυλώνα της εκπαίδευσης και ότι «Η παράδοση δεν μπορεί να νοείται ως στασιμότητα, αλλά ως ζωντανή παράδοση». Χρειάζεται να επανεξεταστεί ο ρόλος της γυναίκας  και των λαϊκών γενικά στις εκκλησιαστικές δομές και να δοθεί έμφαση στον προφορικό πολιτισμό και την αυτοαξιολόγηση. Η συγγραφέας ζητά (σ. 507) «να βιώσουμε μια θετική και δημιουργική θεολογία της ανοικοδόμησης πέρα από την αδικία της αποικιοκρατίας και τα προβλήματα μιας μετα-αποικιακής εποχής», να επανεξεταστεί το νομικό καθεστώς της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ανατολική Αφρική και ιδιαίτερα στην Κένυα, η βοήθεια να οργανωθεί έτσι, ώστε να ενδυναμώνονται οι τοπικές εκκλησίες και να μην οδηγούνται σε ακόμα μεγαλύτερη εξάρτηση. Η συγγραφέας καταλήγει στην προτροπή (σ. 511): «Αν πιστεύουμε στον Χριστό τον απελευθερωτή, πρέπει να εργαστούμε για να εκφράσουμε την απελευθέρωση στις κοινωνικές και στις εκκλησιαστικές δομές».

Ο Δημήτριος Ασλανίδης, Άρχων Ορφανοτρόφος του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, Πρόεδρος του Ιεραποστολικού Συνδέσμου «Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός», αναφέρεται στα «Τριάντα τέσσερα χρόνια ιεραποστολικής δράσης στην Αφρική» (σσ. 513-520). Από το 1990 ο Ιεραποστολικός Σύνδεσμος συμπαρίσταται με συγκεκριμένες δράσεις στο πολυδιάστατο έργο του Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, ανάμεσα στις οποίες συγκαταλέγονται: Αγορά οικοπέδων για την ανέγερση ναών, Μονών, νοσοκομείων, ορφανοτροφείων, εκπαιδευτηρίων. Έμφαση δίνεται ακόμα σε προγράμματα επισιτισμού και δημιουργία υποδομών για την επίλυση του μεγάλου προβλήματος  της λειψυδρίας.

Ο Χαράλαμπος Μεταλλίδης, Πρόεδρος της Αδελφότητος Ορθοδόξου Εξωτερικής Ιεραποστολής Θεσσαλονίκης, παρουσιάζει με τον τίτλο «Ο ρόλος των αδελφοτήτων στην ιεραποστολική συνείδηση» (σσ. 521-531), τα εξήντα έτη προσφοράς και θυσίας της Αδελφότητας στην οποία προεδρεύει. Όπως τονίζει ο συγγραφέας (σ. 523), «Η σπίθα της εξωτερικής ιεραποστολής ξεκίνησε από την πόλη της Θεσσαλονίκης το 1958 στην Δ΄ Συνέλευση Ορθοδόξου Νεολαίας ο «Σύνδεσμος» με καθοριστική συμβολή εμπνευσμένων ανθρώπων, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τον ακούραστο γέροντα του Ευαγγελικού Λόγου Χρυσόστομο Παπασαραντόπουλο. Ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος ίδρυσε το 1961 το Διορθόδοξο Ιεραποστολικό Kέντρο «Πορευθέντες», ενισχύοντας εμπράκτως την ιεραποστολική συνείδηση. Σε μια εποχή που (σ. 525) «ο κόσμος πάσχει από συνειδησιακό μαρασμό και αδιαφορία για το έργο του ευαγγελικού λόγου και ο ιεραποστολικός ενθουσιασμός μαραζώνει και συρρικνώνεται», η Πολιτεία «πρέπει να κατανοήσει ότι οι καλύτεροι πρεσβευτές της χώρας μας είναι οι ιεραπόστολοι».

Ο Ιωάννης Μπαλαδάκης, Πρόεδρος των Οφφικιαλίων Νοτίου Αφρικής, Άρχων Πρωτέκδικος και ο Ιωάννης Φιλίππου, Γραμματέας των Οφφικιαλίων Νοτίου Αφρικής, Άρχων Χαρτουλάριος, καταγράφουν συνοπτικά «Ιεραποστολικά βήματα στη Νότιο Αφρική» (σσ. 529-531), όπου τέθηκαν θεμέλια της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας στις αρχές του 20ού αιώνα. Αναφέρονται συγκεκριμένες δραστηριότητες των Οφφικιαλίων οι οποίες ενισχύουν το ιεραποστολικό έργο του Πατριαρχείου, απονέμοντας παράλληλα τα εύσημα στον Πατριάρχη Θεόδωρο Β΄ ο οποίος «ανοίγει νέους δρόμους για την Ορθοδοξία στην Αφρική προάγοντας την ειρήνη, την ανεκτικότητα και τη συνδιαλλαγή». 

Ο Βάιος Πράντζος, Πρόεδρος Συνδέσμου Λειτουργών Υγείας Ορθοδόξου Εξωτερικής Ιεραποστολικής Αρωγής Θεσσαλονίκης, Άρχων Ορφανοτρόφος, παρουσιάζει «Αφιέρωμα του Συνδέσμου» (σσ. 533-543), με καταγραφή των σκοπών που υπηρετεί στον κρίσιμο τομέα της ιατρικής αρωγής και περίθαλψης στις χώρες που ασκείται η Ορθόδοξη Ιεραποστολή, δίνοντας έμφαση στις δραστηριότητες του Συνδέσμου στην Αφρική. Ακολουθούν «Σκέψεις σε θέματα Ιεραποστολής», με επίκεντρο την υγεία και τις σχετικές κτιριακές υποδομές στις αφρικανικές χώρες. Διαφωτιστικό είναι το επιλεγμένο φωτογραφικό υλικό.

Ο τόμος κλείνει με το ποίημα του Νόστη Ψαρά, Άρχοντα ποιητή της Ιεραποστολής «Μνήμη Αγίων Ιεραποστόλων» (σσ. 545-546) και με Πίνακα συμμετεχόντων (σσ. 547-548). Στο «Μέρος Έκτο» (σσ. 551-567), υπάρχει «Συλλογή επιλεγμένων φωτογραφιών», κυρίως του Πατριάρχη Θεόδωρου Β΄ από περιοδείες ανά την Αφρική, οι οποίες μιλούν από μόνες τους.

Γενική αποτίμηση

Ο περικαλλής από άποψη μορφής και περιεχομένου αυτός τόμος, αντάξιος της προσωπικότητας του Πατριάρχη Θεοδώρου Β΄ και της ευκλεούς εικοσαετούς Πατριαρχίας του, παρουσιάζεται εδώ κατ’ ανάγκη αποσπασματικά καθώς δεν είναι δυνατόν να αναλυθούν οι μελέτες σαράντα ενός συμμετεχόντων που καταλαμβάνουν έκταση 568 σελίδων μεγάλου μεγέθους.

Καταβλήθηκε προσπάθεια να αποτυπωθεί το βασικό περιεχόμενο κάθε συμβολής σχεδόν επιγραμματικά με όλο τον κίνδυνο να αποσιωπηθούν εξίσου σημαντικές πτυχές των θέσεων κάθε συγγραφέα.

Ο βιβλιοκριτικός παρουσιάζει μοιραία κατά κύριο λόγο ό,τι εμπίπτει στον κύκλο των ενδιαφερόντων του και εστιάζει την προσοχή του σε θέματα που αγγίζουν τον ίδιο σε βιωματικό επίπεδο.

Όλες οι μελέτες εμπεριέχουν μηνύματα με πολλούς αποδέκτες. Ο τόμος που παρουσιάζουμε εδώ αποτελεί ουσιαστική συμβολή στη βαθύτερη κατανόηση και τα προβλήματα της Ορθόδοξης Ιεραποστολής ανεξάρτητα από τόπο και χρόνο.

Διατυπώνονται σκέψεις και εκφράζονται απόψεις, σε θεωρητικό και πρακτικό επίπεδο, οι οποίες συμβάλλουν στην αποτελεσματικότερη διοργάνωση του ιεραποστολικού έργου στην Αφρική και τον κόσμο ολόκληρο. 

Ο τιμώμενος Πατριάρχης Θεόδωρος Β΄ βιώνει επί δεκαετίες καθημερινά τον ανθρώπινο πόνο και τη δυστυχία στη βασανισμένη Αφρική και αγωνίζεται με ένθεο ζήλο για τη βελτίωση της ζωής και τη σωτηρία της ψυχής των γηγενών πληθυσμών.

Με την παροιμιώδη ταπεινοφροσύνη που τον διακρίνει έχει δηλώσει: «Το μόνο που θέλω να πω Κύριε είναι πως ό,τι έκανα αυτά τα 20 χρόνια ταπεινά, αθόρυβα, τα κάνω μαζί με τους συνεργάτες μου, επισκόπους και ιερείς, φιλάνθρωπες ψυχές για το όνομά Σου, για το καλό της ανθρωπότητας».

*Ο κ. Χριστόφορος Χαραλαμπάκης είναι Ακαδημαϊκός, Ομότιμος καθηγητής Γλωσσολογίας του ΕΚΠΑ και Ισόβιο μέλος της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής.

epistoli panagopoulos 1

epistoli panagopoulos 1

tomos alexadnreias 2

H αναδημοσίευση του παραπάνω άρθρου ή μέρους του επιτρέπεται μόνο αν αναφέρεται ως πηγή το Romfea.gr με ενεργό σύνδεσμο στην εν λόγω καταχώρηση.
FOLLOW ROMFEA: