Logo
Γράφτηκε από τον/την Οικουμενικό Πατριαρχείο. 07/10 17:20

stilianou eisigisi

Στυλιανός Χ. Τσομπανίδης

Καθηγητής Τμήματος Θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης


«Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν Χριστιανικόν Κόσμον»: Ορόσημο της ορθόδοξης οικουμενικής μαρτυρίας – Παρακαταθήκη και προοπτικές 10 χρόνια μετά

Chantilly, October 6th 2026

Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Κρήτης αποτέλεσε αναμφίβολα κομβικό σταθμό στην πορεία της Ορθοδοξίας μέσα στον σύγχρονο κόσμο.

Μετά από μια μακρά πορεία και προσπάθεια, άνοιξε έναν νέο ορίζοντα για την παρουσία και τη μαρτυρία της Ορθοδοξίας, μαζί με τους άλλους χριστιανούς, στον σύγχρονο κόσμο και σε όλη την οικουμένη.

Αυτό το κατάφερε υπογραμμίζοντας τη σχεσιακή διάσταση του μυστηρίου της Εκκλησίας, εξετάζοντας το δεσμό που ενώνει τις Ορθόδοξες Εκκλησίες μεταξύ τους και τον ιστό που αυτές ύφαναν με άλλες Εκκλησίες, προβάλλοντας τη συναίσθηση της ευθύνης τους για καταλλαγή και ενότητα, καθώς και τη σημασία τού να συλλαμβάνουν αυτές τα «σημεία των καιρών».

Η απουσία Ορθοδόξων Αυτοκέφαλων Εκκλησιών από τη Σύνοδο και οι όποιες δυσκολίες και παρεκκλίσεις δεν μείωσαν το κύρος των αποφάσεων της Συνόδου. Απεναντίας, αφομοιώθηκαν από αυτή στην καθολικότητα των κριτηρίων της ορθόδοξης παράδοσης, που φέρουν χαρακτήρα υπερεθνικό, πανανθρώπινο και οικουμενικό με κοσμικές διαστάσεις (περιλαμβάνουν δηλαδή όλη τη δημιουργία).

Όσο και αν οι αδυναμίες και τα προβλήματα αδυνατίζουν τη φωνή της Ορθοδοξίας και αποδυναμώνουν το ενιαίο σώμα της, αυτή δεν φτωχαίνει θεολογικά και πνευματικά∙ διατηρεί αλώβητο τον μυστηριακό και σωτηριολογικό χαρακτήρα της και δεν στερείται κοινού λόγου προς τον κόσμο, στου οποίου τις αναζητήσεις, τις αγωνίες και την κραυγή για δικαιοσύνη και ειρήνη παραμένει ανοικτή και ευαίσθητη.

Ιδιαίτερα η απόφαση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου στην Κρήτη για τις «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» είναι ιστορική και σημαντική, αποτελεί ορόσημο της ορθόδοξης οικουμενικής μαρτυρίας, γιατί:

1. επισήμως επικυρώνει και εμπεδώνει, υπό την επιτυχή προεδρία του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου και παρά τους ομολογιακούς παροξυσμούς ορισμένων παραδοσιαρχικών κύκλων και τα πυκνά «σύννεφα» που μαζεύτηκαν πάνω από την Oικουμενική Κίνηση ιδίως τα τελευταία χρόνια, τη βούληση της συνέχισης της ενεργού συμμετοχής της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Οικουμενική Κίνηση, καθώς επίσης και την υποχρέωσή της να διαλέγεται με τον «άλλον», με ανθρώπους άλλων πολιτισμών και άλλων θρησκευτικών πεποιθήσεων.

2. όχι μόνο αποφεύγει να κατατάξει τη Χριστιανοσύνη σε αιρετικές και σχισματικές κοινότητες που απειλούν την Ορθοδοξία, αλλά και υπενθυμίζει ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία πρωτοστάτησε στη σύγχρονη αναζήτηση της ενότητας μαζί τους και ότι μετείχε στην Οικουμενική Κίνηση αφού αυτή, όπως δηλώνεται ρητά, «οὐδόλως τυγχάνει ξένη πρός τήν φύσιν καί την ἱστορίαν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλ’ ἀποτελεῖ συνεπῆ ἔκφρασιν τῆς ἀποστολικῆς πίστεως καί παραδόσεως, ἐντός νέων ἱστορικῶν συνθηκῶν».

3. κατέδειξε ότι η συνέχιση και ανάπτυξη των σχέσεων με τον λοιπό χριστιανικό κόσμο μέσω του διαλόγου ενισχύεται από την προσευχή προς τον Χριστό: «Δεόμεθα ὅπως οἱ Χριστιανοί ἐργασθῶσιν ἀπό κοινοῦ, ὥστε νά ἀποβῇ ἐγγύς ἡ ἡμέρα, καθ’ ἥν ὁ Κύριος θά ἐκπληρώσῃ τήν ἐλπίδα τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί ‘γενήσεται μία ποίμνη, εἷς ποιμήν’ (Ἰω. 10,16)».

4. ασχολήθηκε (§ 22) με τις ακραίες εκδηλώσεις στους κόλπους της που τείνουν ή συγγενεύουν προς τον φονταμενταλισμό και απειλούν την ενότητά της, καταφέροντας πλήγματα στο σώμα της με κίνδυνο να το καταστήσουν σώμα νεκρό και αντικείμενο προς συντήρηση, ξένο προς τους αγωνιώδεις προβληματισμούς του σύγχρονου κόσμου και αδιάφορου να δείξει σε αυτόν το αληθινό μήνυμα του Ευαγγελίου. Αυτό αποτέλεσε πραγματικά μια νέα εξέλιξη και δυναμική τοποθέτηση της Ορθοδοξίας ενώπιον νέων προκλήσεων.

Από τα παραπάνω αναδεικνύεται καθαρά ότι στη Σύνοδο ψηλαφείται η Ορθοδοξία που είναι διαλεγόμενη και προσφερόμενη. Η ανάγνωση των αποφάσεων της Συνόδου και των πρακτικών οδηγεί στη διαπίστωση ότι ο διάλογος δεν αποτελεί απλώς μια επιμέρους πρακτική της Εκκλησίας, αλλά συνδέεται με την ίδια την ταυτότητα και την ουσία της∙ γεγονός που καθιστά σαφές ότι οι διάλογοι της Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν συνιστούν συμβιβασμό σε ζητήματα πίστεως, αλλά ούτε και μονόδρομη μαρτυρία χωρίς διάθεση αλληλοπλουτισμού και αλληλοπεριχώρησης.

Μια τέτοια αντίληψη θα αναιρούσε την ίδια τη φύση του διαλόγου, επαναφέροντας μια αναχρονιστική λογική διδακτισμού και την «υπεροψία της αληθείας», που εύκολα διολισθαίνει στον προσηλυτισμό. Σε κάθε περίπτωση η μαρτυρία της Ορθοδοξίας είναι «διπλής ωφελείας», είναι μετάδοση και λήψη.

Πέρα από το κείμενο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», με το οποίο ασχολούμαστε εδώ, ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτες, ως προς την εδραίωση του οικουμενικού διαλόγου, είναι και οι σχετικές αναφορές στην «Εγκύκλιο» και στο «Μήνυμα» της Συνόδου. Τα δύο κείμενα συμπυκνώνουν τον προβληματισμό και το όραμα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, αναδεικνύοντας βασικές θέσεις των έξι επίσημων κειμένων της. Όπως χαρακτηριστικά δηλώνεται σε αυτά, «θεμέλιο τῶν θεολογικῶν μας ἀναζητήσεων ὑπῆρξε ἡ βεβαιότητα ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν ζεῖ γιά τόν ἑαυτό της. Μεταδίδει τή μαρτυρία τοῦ Εὐαγγελίου τῆς χάριτος καί τῆς ἀληθείας καί προσφέρει σέ ὅλη την οἰκουμένη τά δῶρα τοῦ Θεοῦ: τήν ἀγάπη, τήν εἰρήνη, τήν δικαιοσύνη, την καταλλαγή, τήν δύναμη τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως καί τήν προσδοκία τῆς αἰωνιότητος»[1]. Στην προοπτική αυτή επισημαίνεται ότι «ἡ Ἐκκλησία μας ἀνταποκρινομένη στό χρέος νά μαρτυρεῖ τήν ἀλήθεια και τήν ἀποστολική της πίστη, ἀποδίδει μεγάλη σημασία στόν διάλογο κυρίως με τούς ἑτεροδόξους Χριστιανούς»[2]. Από την ίδια αφετηρία αναδεικνύεται και η αξία του νηφάλιου διαθρησκειακού διαλόγου, ο οποίος, όπως αναφέρεται, συμβάλλει σημαντικά στην προώθηση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, της ειρήνης και της καταλλαγής[3].

Η αντίληψη αυτή αποκτά ακόμη ευρύτερη προοπτική στο «Μήνυμα» της Συνόδου, το οποίο καταλήγει με τη βαρυσήμαντη παραδοχή ότι η «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος ἄνοιξε τόν ὁρίζοντά μας στή σύγχρονη πολύμορφη οἰκουμένη. Τόνισε τήν εὐθύνη μας μέσα στόν χῶρο καί τόν χρόνο, πάντοτε μέ προοπτική τήν αἰωνιότητα» (§ 12).

Μέσα σε αυτή την προοπτική, η ευθύνη και η αποστολή της Ορθοδοξίας στον 21ο αιώνα περιγράφονται από τη Σύνοδο ως μαρτυρία εν διαλόγω[4]. Ήδη στις Συνάξεις των Προκαθημένων του 2008 και του 2014, που εντατικοποίησαν την προετοιμασία και προσανατόλισαν την Ορθοδοξία οριστικά προς τη Σύνοδο, είχε διακηρυχθεί ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση πέραν του διαλόγου, προκειμένου η Εκκλησία να ανταποκριθεί στις σύγχρονες προκλήσεις. Όλα τα παραπάνω συγκλίνουν σε μια αντίληψη του διαλόγου όχι μόνο ως διαλογικής μαρτυρίας αλλά και ως λειτουργικής διακονίας, ως «λειτουργίας μετά τη Λειτουργία»[5], υπογραμμίζοντας την κοινωνικοηθική και ποιμαντική του αναγκαιότητα, καθώς και τις αντίστοιχες προεκτάσεις του.

Η συνοδική αναγνώριση και κατοχύρωση του οικουμενικού διαλόγου και της οικουμενικής μαρτυρίας αποτελεί κεκτημένο της προσυνοδικής πορείας και την επίσημη επισφράγισή της. Πρόκειται για μια εξέλιξη που οφειλόταν ιστορικά, δικαιώνοντας μια μακρά και επίπονη προσπάθεια, οι βασικές συντεταγμένες της οποίας είχαν ήδη διαμορφωθεί από τις πρωτοβουλίες του Οικουμενικού Πατριαρχείου με τις περίφημες Εγκυκλίους του 1902 και 1904 και, ιδίως, με την Εγκύκλιο του 1920.

Ενώ όμως η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος αποτελεί ένα μεγάλο βήμα ως προς την εδραίωση του οικουμενικού διαλόγου, το βήμα αυτό έμεινε μετέωρο. Δεν μπόρεσε να διασαφηνίσει με πλήρη ευκρίνεια σε αυτούς με τους οποίους διαλέγεται πώς βιώνει η Ορθοδοξία τη σχέση της μαζί τους και τι είναι αυτοί για την Ορθοδοξία. Το ζήτημα αυτό αποτελεί τη λεγόμενη «εκκλησιολογική πρόκληση».

Ογδόντα χρόνια μετά από την επίσημη έναρξη της Οικουμενικής Κίνησης αποδεικνύεται ότι η εκκλησιολογική θεώρηση την άλλων χριστιανικών Ομολογιών είναι ένα άλυτο πρόβλημα και ας ρωτήθηκαν ξανά οι Ορθόδοξοι από την Ειδική Επιτροπή του ΠΣΕ πριν από περίπου 25 χρόνια, με ένα συγκεκριμένο ερώτημα που άγγιζε το εκκλησιολογικό τους νεύρο: «Υπάρχει χώρος για άλλες Εκκλησίες στην ορθόδοξη εκκλησιολογία; Πώς μπορεί να περιγραφεί αυτός ο χώρος και τα όριά του;»[6].

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο ήδη από τη δεκαετία του 1990, αναφερόμενο στην «εκκλησιολογική πρόκληση» μπροστά στην οποία θέτει τις Εκκλησίες η συμμετοχή τους στην Οικουμενική Κίνηση και η ύπαρξη του ΠΣΕ ως «κοινωνίας Εκκλησιών», είχε επισημάνει την ανάγκη να διευκρινίσουν οι Εκκλησίες-μέλη την έννοια και την έκταση της κοινωνίας που βιώνουν στο Συμβούλιο, καθώς επίσης και την εκκλησιολογική σημασία της κοινωνίας, που είναι ο στόχος του Συμβουλίου και όχι μία δεδομένη πραγματικότητα.

Μέσα στις κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες και μεταξύ τους υπάρχει ασυμφωνία και οι τοποθετήσεις είναι αμφιταλαντευόμενες και ασυνεπείς, με αρνητικότατα αποτελέσματα όχι μόνο στην κατάθεση μαρτυρίας προς τον έξω κόσμο αλλά και στη συμφωνία με τα ίδια τα λόγια και τις πράξεις τους.

Είναι γνωστό, αλλά αξίζει να το επισημάνω για τη συζήτησή μας εδώ, ότι μετά από έντονες συζητήσεις και πολλές προταθείσες τροπολογίες στο λεγόμενο εκκλησιολογικό κείμενο που έγινε αποδεκτό και υπεγράφη από τη μεγάλη πλειοψηφία των μελών της Συνόδου απαλείφθηκε ο όρος «Εκκλησίαι» (πρβλ. π.χ. §§ 19, 20 και 21) για τον χαρακτηρισμό των άλλων χριστιανικών ολοτήτων και εταίρων στον οικουμενικό διάλογο και η φράση στην επίμαχη παράγραφο 6 έγινε: «ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀποδέχεται [αντί: αναγνωρίζει] τήν ἱστορικήν ὀνομασίαν [αντί: ύπαρξιν] τῶν μή εὑρισκομένων ἐν κοινωνίᾳ μετ’ αὐτῆς ἄλλων [προστέθηκε] ἑτεροδόξων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν» (η υπογράμμιση δική μου). Η εγκριθείσα αυτή φράση θεωρήθηκε ασαφής και ανοικτή σε ποικίλες ερμηνείες.

Πάντως, το όλο εκκλησιολογικό θέμα δεν αποσαφηνίζεται και για αυτό πολύ σωστά στο εκκλησιολογικό κείμενο αναφέρεται ότι οι σχέσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας προς τις άλλες ετερόδοξες Εκκλησίες και Ομολογίες «πρέπει νά στηρίζωνται ἐπί τῆς ὑπ’ αὐτῶν ὅσον ἔνεστι ταχυτέρας καί ἀντικειμενικωτέρας ἀποσαφηνίσεως τοῦ ὅλου ἐκκλησιολογικοῦ θέματος» (§ 6).

Να αποσαφηνιστεί, όμως, όχι μόνο από τους άλλους, αλλά και από τους Ορθόδοξους, όπως ήταν η αρχική πρόταση στο άκρως ενδιαφέρον εισηγητικό κείμενο του 1971: «Η Οικονομία εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία» και στην Α΄ και Γ΄ Πανορθόδοξες Προσυνοδικές Διασκέψεις στο Σαμπεζύ (1976, 1986): «Πρός καλήν δέ τοῦ διαλόγου διεξαγωγήν… δέον ὃπως ἡ Ὀρθόδοξος ἡμῶν Ἐκκλησία ἀποσαφηνίσῃ τάς ἀρχάς αὐτῆς ὡς πρός τήν Οἰκουμενικήν Κίνησιν καί καθορίση τήν φύσιν, τήν ἒννοιαν καί τά ὃρια ἐν οἷς αὒτη ὁφείλει νά κινηθῇ μελλοντικῶς ἐν τῇ οἰκουμενικῇ ἀποστολῇ τῆς Ὀρθοδοξίας. Δέον νά διατυπωθῶσι σαφῶς αἱ ἐκκλησιολογικαί ἀρχαί καί νά καθορισθῇ ἡ ἐκκλησιολογική βάσις, ἡ προοπτική καί ἡ μεθοδολογία ἀναφορικῶς πρός τάς σχέσεις καί τόν διάλογον ἡμῶν μετά τῶν ἐτεροδόξων».

Μια ειλικρινής και ξεκάθαρη απάντηση θα βοηθήσει τον διάλογο. Ισχύει ακόμη στο ακέραιο η προτροπή του «Πατριάρχη των Διαλόγων» του Παρθένιου του Γ΄ (του μακαριστού Πάπα και Πατριάρχη Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής): «Χρειάζεται να πούμε ειλικρινά, με θάρρος και τόλμη, και στους εαυτούς μας και σε όσους διαλέγονται μαζί μας, πώς τους βλέπομε, πώς τους νοιώθουμε, τι είναι για μας. Παραδεχόμεθα ότι είναι και αυτοί Εκκλησία; Δεν χρειάζεται η απάντησις να είναι ‘ήξεις αφήξεις’, ίσως, εάν, και τα παρόμοια.

Είναι έξω από την Εκκλησίαν; Είναι μέσα εις την Εκκλησίαν; Να το πούμε ολοκάθαρα. Δεν χρειάζεται να μας πουν οι άλλοι τι σκέπτονται για μας. Για μας η αλήθεια και η αγάπη ζητεί να πούμε εμείς ποια στάση έχομε, και πώς τους βλέπομε, χωρίς φόβο και πάθος. Η απάντηση θα βοηθήση τον διάλογο, είτε είναι θετική, είτε είναι αρνητική»[7].

Δικαιολογημένα εκφράζεται η απορία από ετερόδοξους εταίρους στο διάλογο για πόσο χρονικό διάστημα θα αντέξει η Ορθόδοξη Εκκλησία αυτή την εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στην προθυμία για διάλογο και την άρνηση κάθε μορφής εκκλησιαστικής αναγνώρισης εκτός του σώματός της.

Το θέμα αυτό, που αποτελεί από τις πιο σοβαρές προκλήσεις που πρέπει να αντιμετωπίσει σύνολη η Ορθοδοξία, συνδέεται με την έλλειψη επαρκούς και απροκατάληπτης ενημέρωσης του πληρώματος της Εκκλησίας, κλήρου και λαού, για τα ζητήματα της Οικουμενικής Κίνησης. Αυτή η ανάγκη πολύ σωστά τονίζεται στην παράγραφο 11 της απόφασης της Συνόδου για τις «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον»: «Ἡ κατά τήν διεξαγωγήν τῶν θεολογικῶν διαλόγων ἀκολουθουμένη μεθοδολογία ἀποσκοπεῖ εἴς τε τήν λύσιν τῶν παραδεδομένων θεολογικῶν διαφορῶν…, προϋποθέτει δέ τήν σχετικήν πληροφόρησιν τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας ἐπί τῶν διαφόρων ἐξελίξεων τῶν διαλόγων».

Πόσες όμως τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες το εφάρμοσαν αυτό; Πόσα από τα μέλη των Ορθοδόξων Εκκλησιών, ακόμη και από εκείνα που ασκούν ποιμαντικό και θεολογικό έργο σε ανώτερα επίπεδα ευθύνης, έχουν επαρκή ενημέρωση για τα γενόμενα, τα τρέχοντα, τα σχεδιαζόμενα στο χώρο της Οικουμενικής Κίνησης; Πόσες Μητροπόλεις πραγματοποίησαν ιερατικές συνάξεις για να ενημερώσουν τους ιερείς τους για τα θέματα και την πορεία των διαλόγων; Πόσες Μητροπόλεις ενημέρωσαν κληρικούς και λαϊκούς για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο και τις αποφάσεις της;

Τί έκαναν οι Μητροπόλεις τόσα χρόνια που Οργανώσεις, ομάδες ιεραρχών, κληρικών, μοναχών και λαϊκών, ποικιλώνυμες και ποικιλόμορφες παρασυναγωγές, λυμαίνονταν (διάβρωναν, δηλητηρίαζαν) τις εκκλησιαστικές συνειδήσεις στην Ελλάδα, μονοπολούσαν την Ορθοδοξία, την κατανοούσαν με όρους ομολογιακούς, και σε πολλές περιπτώσεις κατάφεραν να τη θέσουν στο περιθώριο της ιστορίας;

Επανειλημμένα έχει επισημανθεί σε διορθόδοξο επίπεδο ότι οποιαδήποτε προσπάθεια αναζήτησης της χριστιανικής ενότητας και καταλλαγής δεν θα έχει αποτελέσματα, εάν δεν ξεκινάει από τη «βάση», από τη «ρίζα προς τα επάνω» σε κάθε τόπο, σε κάθε ενορία, σε κάθε Μητρόπολη, σε κάθε αυτοκέφαλη Εκκλησία. Όπως εύστοχα και με διορατικότητα είχε τονισθεί από την Ορθόδοξη πλευρά στη Γενική Συνέλευση του ΠΣΕ στην Καμπέρα (1991), η συμβολή της Ορθόδοξης Εκκλησίας στο οικουμενικό όραμα «δύναται να διαρθωθή και να εκπληρωθή μόνον όταν αύτη συμμετέχει εις την βάσιν» και η συμμετοχή της θα ήταν περισσότερο αποτελεσματική «εάν εδίδετο μεγαλυτέρα προσοχή εις τον καταρτισμόν κληρικών και λαϊκών ανδρών και γυναικών εις τα οικουμενικά θέματα».

Η παράκαμψη μεγάλου μέρους του λαού και του κλήρου και η έλλειψη ενημέρωσής του είναι οι κυριότεροι λόγοι που οδηγούν στην αδιαφορία και την άρνηση της Οικουμενικής Κίνησης. Σε αυτό οφείλεται και η παράλυση κάθε προσπάθειας για δράση και εφαρμογή αυτών που αποφασίζονται.

Ήταν ευκαιρία κατά τη μετασυνοδική πορεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας δέκα χρόνια τώρα, να αλλάξουν τα πράγματα και να γίνουν αυτοδιορθωτικές κινήσεις στο θέμα αυτό. Δεν είναι αργά. Είναι καιρός να βελτιωθούν οι εσωτερικές σχέσεις, να ξεπεραστεί η ιεραρχική δομή και να αναζητηθούν τρόποι για την έκφραση της συλλογικότητας στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Με άλλα λόγια είναι ευκαιρία να καλλιεργηθεί και να ανθίσει το «μυστήριο της συνυπευθυνότητας», δηλαδή της συνοδικότητας σε όλα τα επίπεδα και τα πεδία της εκκλησιαστικής ζωής παρά τις υπάρχουσες προσώρας δυσχέρειες.

Διαφορετικά, όπως έχει παρατηρήσει ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος ήδη από το 1983 (ως Μητροπολίτης τότε Φιλαδελφείας), «διατηρώντας το λαό μακριά από τις σχετικές διαδικασίες, εκείνοι που επιθυμούν να μην επιχειρήσουν τα τολμηρά και αποφασιστικά βήματα προς τη χριστιανική καταλλαγή και ένωση, θα έχουν όλη την άνεση να επικαλούνται ως «άλλοθι», την «ανωριμότητα», την «άγνοια» και το «ανέτοιμον» του λαού. Μήπως αυτό δεν ισχυρίστηκαν οι ακραίοι κύκλοι που δεν επιθυμούσαν την πραγματοποίηση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου;

Γίνεται, επομένως, φανερό ότι η πορεία προς τη χριστιανική ενότητα δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς ουσιαστική συμμετοχή της εκκλησιαστικής βάσης, αλλά και χωρίς ενημέρωση και καλλιέργεια συνοδικού φρονήματος. Η Ορθόδοξη Εκκλησία καλείται, ιδιαίτερα στη μετασυνοδική πορεία που άνοιξε η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος, να ενισχύσει τη συνοδικότητα σε όλα τα επίπεδα της εκκλησιαστικής ζωής. Είναι, τέλος, μια ευκαιρία ο συνοδικός θεσμός να καταστεί σταθερή παράμετρος της πορείας της Ορθοδοξίας, ώστε να καλλιεργηθεί βαθύτερα ο συνοδικός τρόπος ζωής και η συνυπευθυνότητα μέσα στο εκκλησιαστικό σώμα.

Όταν ο συνοδικός τρόπος ζωής λειτουργεί σωστά, δηλαδή συλλογικά και συμμετοχικά σε όλα τα επίπεδα, τότε «το ‘σώμα’ ενεργεί δια της Συνόδου και η Σύνοδος υπέρ του ‘σώματος’», τότε το πλήρωμα της Εκκλησίας γίνεται πραγματικός θεματοφύλακας της ορθόδοξης πίστης και της κατά Χριστόν ζωής· περιφρουρεί την ενότητα και την αλήθεια και δραστηριοποιείται δυναμικά μέσα στον κόσμο και, μέσα από τη συνοδική της ζωή και την ενότητα του εκκλησιαστικού σώματος, καταθέτει την αυθεντική ορθόδοξη οικουμενική μαρτυρία προς τον σύγχρονο κόσμο.

1. Βλ. «Μήνυμα», Εισαγωγή. Πρβλ. «Εγκύκλιος», Εισαγωγή

2. Βλ. «Μήνυμα» § 3. Πρβλ. «Εγκύκλιος» § 20.

3. Βλ. «Μήνυμα» § 4 και «Εγκύκλιος» §§ 17 και 18.

4. Βλ. «Εγκύκλιος», VII. Η Εκκλησία: μαρτυρία εν διαλόγω, § 20.

5. Βλ. «Εγκύκλιος», § 6, «Μήνυμα», § 2.

6. Βλ. «Τελικό κείμενο της Ειδικής Επιτροπής για τη συμμετοχή των ορθοδόξων στο Π.Σ.Ε.» στο: Π. Βασιλειάδης (επιμ.), Ορθόδοξη Θεολογία και Οικουμενικός Διάλογος, εκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα: 2005, 207-270, εδώ σ. 215,  § 16.

7. Μητροπολίτης Καρθαγένης Παρθένιος, «Η ορθόδοξος πορεία εις τους θεολογικούς διαλόγους», στο: Επιστημονική Παρουσία Εστίας Θεολόγων Χάλκης, τόμ. Α´, Αθήνα 1987, 265-271, εδώ σ. 266-267.

Εμφανίσεις: 20615
H αναδημοσίευση του παραπάνω άρθρου ή μέρους του επιτρέπεται μόνο αν αναφέρεται ως πηγή το Romfea.gr με ενεργό σύνδεσμο στην εν λόγω καταχώρηση.
FOLLOW ROMFEA: