
Την Παρασκευή 5 Ιουνίου 2020 εορτάστηκε στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως Χριστού στο Βάλαμο η εορτή είς μνήμη του Οσίου Ιωάννη του Βάλαμο.
Τον εσπερινό και Όρθρο την Πέμπτη και την Θεία Λειτουργία την Παρασκευή τέλεσε ο Ηγούμενος της Ιεράς Μονής κ. Σέργιος μαζή με την αδελφότητα.
Λόγω της πανδημίας εφέτος δεν μπόρεσαν να έρθουν προσκυνητές στην εορτή και η παρακολούθηση ήταν δυνατή μόνο μέσω των social media.
Ο Όσιος Ίωάννης του Βάλαμο
Όπως πολλοί άλλοι ασκητές της Ιεράς Μονής της Μεταμορφώσεως του Βάλαμο, έτσι και ο Ιβάν Αλεξέγιεβιτς Αλεξέγεβ (Ivan Aleksejevitš Aleksejev), τον οποίον ύστερα γνωρίζουμε με το προσωνύμιο «Μεγαλόσχημος Ηγούμενος Ιωάννης», καταγόταν από τις περιοχές της Βόρειας Ρωσίας.
Γεννήθηκε στην Επαρχία του Τβερ στις 14 Φεβρουαρίου 1873 σε ένα μικρό χωριό ονόματι Γκούμπκα.
Η απόσταση μέχρι το κέντρο της περιοχής στην πόλη Λίχοσλαβλ ήταν δεκάδες χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι, αλλά μία εκκλησία, αφιερωμένη στην εικόνα της Παναγίας Ζνάμενιε βρισκόταν πολύ εγγύτερα, σε απόσταση δύο χιλιομέτρων.
Αυτή ήταν ο Ναός της παιδικής και νεανικής ηλικίας του γέροντα, ο πλέον σημαντικός οδηγός του στον κόσμο της πίστεως.
Στην αυλή του ναού ακόμη και σήμερα ορθώνεται ένα χαμηλό πέτρινο κτίριο που είναι το πρώην σχολείο της ενορίας. Εκεί που ο γέροντας έμαθε τα πρώτα του γράμματα.
Το σπίτι του μικρού Ιβάν βρισκόταν γεωγραφικά στον ίδιο προσανατολισμό με τα άλλα σπίτια του χωριού, με τα παράθυρα να αντικρύζουν τη μεγάλη πλατεία.
Ήταν ένα μικρό, συνηθισμένο ρωσικό χωριό και από πνευματικής αλλά και από καθημερινής απόψεως, όπως εξάλλου και πάμπολλα άλλα μικρά χωριά της Ρωσίας.
Η Οικογένια του Αλεξέγεβ ήταν πατριαρχική, εργατική και πνευματική. Η Θρησκεία ήταν μέρος της καθημερινής ζωής.
Ο δρόμος του Ιβάν στην Ιερά Μονή της Μεταμορφώσεως Χριστού του Βάλαμο άνοιξε μέσω δύο διαφορετικών θύρων.
Η μία από αυτές ήταν η Ιερά Μονή του Οσίου Νίλ Στολομπένσκ και η δεύτερη ήταν η πόλη της Πετρουπόλεως.
Σε απόσταση εκατόν πενήντα χιλιομέτρων βόρειοδυτικά από το Τβέρ υπάρχει ένα μοναστήρι, το οποίο ίδρυσε ο Νίλ Στολομπένσκ σε ένα νησί μίας όμορφης λίμνης, της Σέλιγκερ.
Το μοναστήρι υφίσταται από τις άρχες του δεκάτου έκτου αιώνα. Ο όσιος Νίλ ξεχωρίζει για τον ασκητισμό του.
Σε αυτό το μοναστήρι ο νέος Ιβάν έκανε τρία προσκυνηματικά ταξίδια, αλλά το ερημητήριο του Νίλ δεν έγινε το μέρος της ασκήσεώς του.
Ο δρόμος του αναζήτησης του νέου τον οδήγησε στο Βορρά, στην πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας, την Πετρούπολη.
Ο αδελφός του Ιωάννη είχε μετακομίσει από το χωριό του στην Πετρούπολη και είχε ανοίξει εκεί ένα ταβερνείο, στο οποίο ο Ιβάν δούλεψε μερικά χρόνια.
Η ήρεμη ζωή του σπιτιού της παιδικής ηλικίας, κατά την οποία δουλειά και ξεκούραση εναλλάσονταν, οι Ακολουθίες στην εκκλησία του χωριού και οι πρόσφατες εμπειρίες από τα προσκυνήματα στο ερμητήριο του Νίλ, υπήρχαν πια μόνο στις αναμνήσεις.
Τώρα τη ζωή του συμπλήρωναν ατελείωτες ημέρες στο ταβερνείο του αδελφού.
Το παραπέτασμα στη θεατρική σκηνή του κόσμου, με χαρές και λύπες, ήταν ανοιχτό. Ο δρόμος της αναζήτησης τράβηξε ακόμη πιο βορειότερα.
Η Ιερά Μονή της Μεταμορφώσεως Χριστού στο νησί του Βάλαμο ήταν πασίγνωστη στην Πετρούπολη και σε εξαιρετικά κοντινή απόσταση.
Το Μοναστήρι διέθετε στην πόλη δύο μετοχές, με τις εκκλησίες και με τα κτίρια. Προφανώς τους είχε επισκεφτεί, και έτσι άρχισε να ενδιαφέρεται για την μοναστική ζωή.
Ο ίδιος έκανε μία προσκυνηματική έκδρομή στην Ιερά Μονή της Μεταμορφώσεως Χριστού και έμεινε εκεί δύο χρόνια, αλλά η επιστροφή του στα εγκόσμια ακόμα εκκρεμούσε.
Έπρεπε να κάνει και την θητεία του στο στρατό. Μετά από αυτό πέρασε δύο ακόμα χρόνια στο σπίτι του στη Γκούμπκα και το 1901 τελικά μετακόμισε στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως Χριστού.
Το δυναμικό της Μονής του Βάλαμο στις αρχές του εικοστού αιώνα έφτανε στο απόγειό του. Τότε ο αριθμός των μοναχών, δοκίμων και όλων των παροικούντων στο μοναστήρι άγγιζε τα χίλια τετρακόσια άτομα.
Αυτής της μεγάλης οικογένειας μέλος έγινε και ο Ιβάν Αλεξέγιεβ, αφού πέρασε όλα τα στάδια του μοναστικού βίου αρχίζοντας ως δόκιμος.
Τον Ιούνιο του 1910 χειροτονήθηκε μοναχός με το όνομα Υάκινθος.
Σύμφωνα με την πράξη του μοναστηριού ο Υάκινθος έκανε διακονήματα αρχικά στην κυρία Μονή και στη συνέχεια στο μετόχι Πετρουπόλεως και σε διάφορες σκήτες.
Η Ρωσική Επανάσταση του 1917 και η ανεξαρτητοποίηση του φινλανδικού κράτους έκλεισαν τα σύνορα στην Ανατολή και συγχρόνως διακόπηκαν όλες οι συγκοινωνίες και η επικοινωνία με την Εκκλησία της Ρωσίας.
Το Βάλαμο απομονώθηκε και έμεινε μόνο στο νησί για τον αγώνα της Πίστης, αλλά δεν το έκλεισαν, ούτε το απειλούσαν όπως έγινε με τα υπόλοιπα μοναστήρια στη Ρωσία.
Η νέα πολιτική κατάσταση στα πράγματα σήμανε αλλαγές και στις βόρειες επαρχίες του κράτους.
Στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Φινλανδίας συναριθμήθηκε η Ιερά Μονή της Αγίας Τριάδος του Πέτσαμο, που ιδρύθηκε στον δέκατο έκτο αιώνα από τον όσιο Τρύφωνα.
Σε αυτό το μοναστήρι, κοντά στις ακτές της Άρκτικής Θαλάσσης, χρειάζονταν τον καινούργιο ηγούμενο. Ο μοναχός Υάκινθος αποδέχτηκε το αίτημα, το οποίο του έκαναν.
Οι συνασκητές τον προειδοποίησαν για τους κινδύνους, τις δυσκολίες και το βαρύ σταυρό του νέου διακονήματος.
Αυτός απάντησε: ”Δεν ξέρουμε, πότε και τι είδους σταυρό ο Κύριος θα μας παραδώσει”.
Στο τέλος του 1921 χειροτονήθηκε ιερομόναχος, διορίστηκε ηγούμενος και του έδωσαν δύο νέους ιερομόναχους για να πάνε μαζί του προς Βορρά.
Ο Πατήρ Υάκινθος ομολόγησε, ότι από τη φύση του ήταν άνθρωπος χαμηλών τόνων και ήθελε να μένει στο περιθώριο.
Δεν επιζητούσε την εξουσία, ούτε να διοικεί ή να διατάσσει, και κατά συνέπεια η επιβολή ή οι φωνασκίες ήταν κάτι εξαιρετικά δύσκολο γι’ αυτόν.
Τώρα όμως ήταν ο ηγούμενος της Ιεράς Μονής, ο οποίος είχε περισσότερη εξουσία από τους υπόλοιπους.
Η Αδελφότητα του Πέτσαμο ήταν συνηθισμένη στη σωματική εργασία, αλλά έδιναν ελάχιστη σημασία στο τελετουργικό, το διάβασμα πνευματικών βιβλίων και σε άλλες πνευματικές ασκήσεις.
Ο καινούργιος ηγούμενος τους μίλησε για την αναγκαιότητα της αλλαγής και κάποιοι το κατανόησαν άμεσα.
Στη συνέχεια παρουσιάστηκαν άλλα προβλήματα. Όταν υπήρχε η αίσθηση ότι η εξουσία του ηγουμένου στις καθημερινές υποθέσεις του μοναστηριού δεν ήταν αρκούντως ισχυρή, οι υπόλοιποι πήραν την ηγεσία στα χέριά τους.
Στην Αδελφότητα μερικά μέλη άρχισαν να κινούνται κατά το δοκούν και ο Υάκινθος άρχισε να σκέφτεται σοβαρά την επιστροφή στο αγαπημένο του νησί, το Βάλαμο. Ο Πατήρ Υάκινθος υπενθύμισε ό,τι συνέβη: «Ο Εχθρός του ανθρωπίνου γένους μετέρχεται όλων των μέσων στον πονηρό αγώνα του. Όπως στον πραγματικό πόλεμο, ο έξυπνος στρατιώτης είναι αυτός που ξέρει ότι το πιο σημαντικό είναι να μπερδέψεις τον ηγέτη και στη συνέχεια είναι εξαιρετικά εύκολο να οδηγήσεις όλο το στράτευμα στο χάος. Ο Εχθρός έφερε σε σύγχυση το μυαλό και την καρδιά μου με λύπη, μελαγχολια και με τη θέληση να επιστρέψω πίσω στο Βάλαμο. Σκεφτόμουν, ότι εκεί υπάρχουν οι πνευματικοί γέροντες με τους οποίους υπάρχει παρηγοριά στις δύσκολες στιγμές».
Στις λύπες προσπαθούσε μόνος του να ανακουφίσει τη μελαγχολία ακόμα και με το αλκοόλ.
Ο Πατήρ Υάκινθος υπενθύμιζε, πώς σώθηκε από αυτήν κατάσταση απευθυνόμενος προς τον Θεό και ομολογώντας απόλυτα τη δική του αδυναμία και ασθένεια.
”Είχα προσευχηθεί και προηγουμένως, αλλά προφανώς όχι με απόλυτη ειλικρίνεια και είχα εμπιστοσύνη περισσότερο στις δικές μου δυνάμεις παρά στη βοήθεια του Θεού. Έτσι λοιπόν ο Κύριος με φώτισε να θυμηθώ τις λέξεις Του: Χωρίς Εμένα τίποτα δεν μπορείτε να κάνετε”.
Ο Πατήρ Υάκινθος παρέμεινε στο μοναστήρι της Πετσέγκας και επέστρεψε στο νησί του Βάλαμο αργότερα το 1932.
Στην Ιερά Μονή της Μεταμορφώσεως του Χριστού ο ηγούμενος Υάκινθος έλαβε το μεγάλο αγγελικό σχήμα και επαναβαπτίστηκε Ιωάννης.
Ως τόπος κατοικίας του δόθηκε μία έρημη σκήτη του Ιωάννη Βαπτιστή, το νησί των ερημιτών.
Ο ίδιος ανέφερε χαρακτηριστικά: ”Έζησα μόνος μου σε ένα σπιτάκι στη σκήτη του Ιωάννη Προδρόμου. Μαγείρευα μόνος μου, καλλιεργούσα λαχανικά και έφτιαχνα ψωμί στο μοναστήρι ή μόνος. Τις νύχτες ηθελημένα αγρυπνούσα, πήγαινα για ύπνο κάθε φορά μετά τις δώδεκα; στις δύο ή τρείς σηκωνόμουν. Βέβαια κοιμόμουν το μεσημέρι, όπως επιτάσσει η ανάγκη της ανθρώπινη φύσης”.
Ο γέροντας απολάμβανε την ησυχία του, την ηρεμία και την ομορφιά της φύσεως. Η ζωή στη σκήτη προσέφερε στον κάτοικό της την δυνατότητα να εισχωρήσει στον κόσμο της διδαχής των νηπτικών πατέρων.
”Αγαπάω να διαβάζω τους αγίους πατέρες, αφού αυτοί είναι οι οδηγοί στην Βασιλεία των Ουρανών. Διαβάζω, αναρωτιέμαι και θαυμάζω την διδασκαλία τους. Απλά δεν υφίσταμαι χωρίς τα βιβλία τους”.
Στα τελευταία έτη της δεκαετίας του τριάντα ο πατήρ Ιωάννης περνούσε τους χειμώνες στην κυρία Μονή.
Τον είχαν διορίσει βοηθό του Πνευματικού. Στο μοναστήρι τον επισκέπτονταν πολλοί προσκυνητές, ακόμα και από το εξωτερικό.
Και τότε τα πάντα άλλαξαν. Κατά τη διάρκεια του Χειμερινού Πολέμου (1939-1940) στις αρχές του Φεβρουαρίου, μετά από τους σκληρούς βομβαρδισμούς, η Αδελφότητα εγκατέλειψε το νησί.
”Δόξα τω Θεώ, είμαι ζωντανός. Ακόμα και όταν κοιμάμαι στο ξύλινο κρεβάτι, είμαι ήρεμος στο πνεύμα και δεν σκέφτομαι το Βάλαμο – σαν να μην είχα ζήσει εκεί ποτέ. - - Άφησα το Βάλαμο ήρεμα και άντεξα και τους βομβαρδισμούς στο Βάλαμο χωρίς πανικό.
”Την ώρα του συναγερμού δεν πήγαινα στο καταφύγιο, αν και υπήρχε στον κυρίο ναό, αλλά καθόμουν στο κελί μου και διάβασα το Αγίον Ευαγγέλιο. Όταν έπεφταν οι βόμβες, έτρεμε το κτίριο, οι γυαλινοί τοίχοι έσπαζαν, οι πόρτες άνοιγαν, αλλά είχα μέσα μου την πεποίθηση ότι θα μείνω ζωντανός”.
Η προσωρινή μετοίκηση της αδελφότητας έγινε η περιοχή Κάννονκοσκι (Kannonkoski) στη κεντρική Φινλανδία.
Από εκεί η αδελφότητα, στην οποία τώρα είχαν απομείνει λιγότεροι από διακόσιους γέρους, στο Χέϊναβεσι (Heinävesi).
Το 1940, αγόρασαν το αρχοντικό κτήμα του Πάπιννιεμι (Papinniemi) και το ονόμασαν Νέο Βάλαμο. Αυτό ήταν και το σπίτι των τελευταίων χρόνων του πατρός Ιωάννου.
Αν και το Νέο Βάλαμο ήταν απλά μία σκιά του χαμένου παλιού μοναστηριού, ο πατήρ Ιωάννης διέκρινε πώς το τοπίο ήταν όμορφο και ήρεμο.
Η χερσόνησος γύρω από τις μεγάλες λίμνες και η τοποθεσία μέσα στο μεγάλο δάσος, θύμιζε στον Ιωάννη την σκήτη του Βάλαμο στη λίμνη Λάατοκκα.
Το κελί του γέροντα ήταν στο δεύτερο όροφο σε μία παράγκα, όπου έμεναν τα μέλη της αδελφότητας.
Από το παράθυρο του κελιού είχε θέα στα λιβάδια της χερσονήσου και στην λίμνη πίσω από αυτήν.
Σε αυτό το δωμάτιο τα πνευματικά παιδιά επισκέπτονταν το γέροντα για πνευματικές συζητήσεις.
Όταν πέθανε ο μεγαλόσχημος ιερομόναχος Εφραίμ, ο Ιωάννης έγινε ο πνευματικός του μοναστηριού. Ο πατήρ Ιωάννης έγινε και πνευματικός πολλών προσκυνητών.
Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν πρόσφυγες από την Ρωσία, που είχαν διασκορπιστεί σε όλον τον κόσμο.
Ο γέροντας δι΄αλληλογραφίας τους έδινε οδηγίες σε πνευματικά ερωτήματα. Αυτή η χρονική περίοδος ήταν η χρυσή εποχή του πατρός Ιωάννου.
Η διδασκαλία του ακολουθεί την Αγία Γραφή και τα κείμενα των Αγίων Πατέρων.
Η πολύχρονη και πολύπλευρη ασκητική ζωή τον βοήθησε να κατανοεί τις διαφορές και την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ζωής.
Τα πνευματικά τέκνα ήταν άνθρωποι με διαφορετική προέλευση: ιερείς και λαϊκοί, άνθρωποι από την τσαρική αυλή και απλοί άνθρωποι – Όλοι αυτοί χρειάζονταν κάποιον να τους ακούει και παρηγορεί, συμβουλές και οδηγίες.
Και αυτό κέρδιζαν, όταν επισκέπτονταν το γέροντα, οι περισσότεροι δι’ αλληλογραφίας.
Πέραν της πνευματικής παρηγοριάς, στον μεγαλόσχημο ηγούμενο απήυθηναν και πρακτικές ερωτήσεις για καθημερινές καταστάσεις.
Αυτός έκανε μεγάλα ταξίδια για να επισκέπτεται ασθενείς και πραγματοποιούσε θαύματα του Θεού με αύτοπτες μάρτυρες.
Παραδείγματος χάρη η Μαρίνα Λάτσχινοφ έλεγε πώς η γιαγιά της η Νατάλια Βασίλεβνα Κάρχου, που καταγόταν από την Πετρούπολη και τότε έμενε στο Χέλσινκι, έμεινε παράλυτη.
Η κόρη της Κλαύδια ταξίδεψε στο Βάλαμο του Χέϊναβεσι και έφερε μαζί της τον πατέρα Ιωάννη στο Ελσίνκι. Μετά από προσευχές μερικών ευδομάδων η γιαγιά θεραπεύτηκε.
Ο πατήρ Ιωάννης ήδη νωρίτερα είχε θεραπεύσει με τις συμβουλές του την Μαρίνα, όταν, ούσα μικρό παιδί, τραυματίστηκε.
Ο βίος της προσευχής του πατέρα Ιωάννη ήταν βαθύς, ξεπερνώντας τα όρια.
Ο συγγραφέας Τίτο Κολλιάνδερ ανέφερε κατά τη δεκαετία του 1960 στον γιό του, πώς μία φορά ο μεγαλόσχημος ηγούμενος τον συνόδευε από το μοναστήρι ως την εθνική οδό: «περπατούσαμε χωρίς βιασύνη συζητώντας με την ησυχία μας. Ξαφνικά ο πατήρ Ιωάννης σταμάτησε, αγνάντεψε απορροφημένος μακριά.
– Σαν κάποιος να προσεύχεται εδώ, είπε με απορία.
Περίπου εκατό μέτρα πίσω από μας βάδιζε μία γυναίκα. Σταματήσαμε για να την περιμένουμε. Ό μοναχός της μίλησε, αλλά δεν τον κατάλαβε, επειδή μιλούσε Ρωσικά.
Εγώ μετέφρασα:
- Μήπως μόλις τώρα προσευχηθήκατε;
- Μάλιστα, ομολόγησε, έλεγα την ευχή του Ιησού και περπατούσα επαναλαμβάνοντας την.
– Αυτό σκέφτηκα και εγώ, είπε με απλότητα ο πατήρ Ιωάννης.
Η ανάμνηση του μεγαλόσχημου ηγουμένου έχει μείνει και στην πατρική του εστία στην κεντρική Ρωσία, μέχρι σήμερα.
Ο όσιος Ιωάννης ολοκλήρωσε ειρηνικά τη ζωή του στις 5 Ιουνίου 1958. Τάφηκε στο κοιμητήριο της Μονής.
Ο αριθμός των ανθρώπων, τους οποίους είχε οδηγήσει, μειωνόταν, αλλά οι περισσότεροι ήξεραν τις επιστολές του.
Με την απόφαση της Αγίας και Ιεράς Συνόδου Του Οικουμενικού Πατριαρχείου πρόπερσι έγινε η αγιοκατάταξη και το προηγούμενο φθινόπωρο η ανακομιδή των ιερών λειψάνων από τον τάφο στον Ι. Ναό του μοναστηριού.
Η συλλογή των επιστολών του Οσίου Ιωάννη δημοσιεύτηκε στη Ρωσική γλώσσα από τον συγγραφέα Tito Colliander ήδη όταν αυτός ζούσε.
Τις επόμενες δεκαετίες δημοσίευσαν το έργο στα Αγγλικά, στα Φινλανδικά και στα Ελληνικά.
Σήμερα τα γράμματα του γέροντα του Βάλαμο είναι γνωστά σε όλο τον κόσμο και έχουν τυπωθεί σε διάφορες γλώσσες.
Μέσω αυτών ο Όσιος Ιωάννης έχει γίνει αγαπητός και έχει έρθει εγγύτερα σε πολλούς.
Φωτογραφίες: Kaj Appelberg και το φωτογραφικό αρχείο της Ι.Μ. του Βάλαμο











