Logo
Γράφτηκε από τον/την Romfea.gr. 30/05 12:51

asimfoniaΓράφει ο Κυριάκος Δημ. Μωυσίδης στην Romfea.gr
Υποψ. Διδάκτωρ ΕΚΠΑ
Δ/ντης Επικοινωνίας ΙΕΘΠ


Ιωάννη Σ. Τσούρα, Η (Α)ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΩΝ ΠΡΕΣΠΩΝ ή ο αφελληνισμός των Μακεδόνων και ο «Μακεδονισμός» των Σλάβων, Αθήνα 2021, εκδ. Ἐν πλῷ, Σελ. 95.

Ο έγκριτος Βοιωτεύς εκπαιδευτικός και λόγιος κ. Ιωάννης Τσούρας και σήμερα Διευθυντής του Ιδιαιτέρου Γραφείου του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου Β’, και τυγχάνων Ειδικός Σύμβουλος του Ιδρύματος Εθνικού και Θρησκευτικού Προβληματισμού επί θεμάτων της Μακεδονίας, ασχολούμενος από καιρού εις καιρόν με ζητήματα εθνικού, κοινωνικού, θρησκευτικού και πολιτικού ενδιαφέροντος, δημοσίευσε το έτος 2021, διεξοδική μελέτη, σχετικά με το ζήτημα της Συμφωνίας των Πρεσπών, η οποία υπεγράφη το έτος 2018.

Η έρευνα τού κ. Τσούρα εδράζεται πάνω σ ’ένα θέμα, το οποίο παρουσιάζει μέχρι και σήμερα, 4 χρόνια μετά την υπογραφή της Συμφωνίας των Πρεσπών, ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αγωνία, ίσως σε κάποιους ελπίδα, σε άλλους αδιαφορία, στους περισσότερους απογοήτευση, και απασχολεί την πολιτική σκηνή και την κοινή γνώμη των ενδιαφερομένων Κρατών, διαφόρων φορέων, συλλόγων και διεθνών οργανισμών.

Σεβαστή, επίσης, η άποψη ότι η Συμφωνία ήταν αποτέλεσμα του, πολιτικά και διπλωματικά, εφικτού. Γιατί όμως τόσο ενδιαφέρον; Γιατί συνδέεται με την ιστορία ενός ολόκληρου Έθνους και με τον πολιτισμό του, ο οποίος ιστορείται χιλιάδες χρόνια προ Χριστού.

Η ανάλυση του ζητήματος που επιχειρεί ο συγγραφέας, δεν είναι επιφανειακή, αλλά εξονυχιστική και μεθοδική.

«Ρίχνει φως» στις άγνωστες, στους πολλούς, πτυχές της Συμφωνίας, αλλά και στους κινδύνους που ελλοχεύουν, όχι μόνο από την μη πιστή τήρησή της, αλλά και από την υπόστασή της εν γένει.

Μπορούμε να δηλώσουμε, λοιπόν, ευτυχείς για την προσφορά του κ. Τσούρα, του οποίου το διαπεραστικό βλέμμα και η στοχαστική του κρίση, μπόρεσαν να παρουσιάσουν ανάγλυφα τις όψεις του πολυσύνθετου ζητήματος που επεξεργάστηκε η Συμφωνία των Πρεσπών.

Ο αναγνώστης ανοίγοντας το ιστορικό αυτό δοκίμιο συναντάει τον Πρόλογο του συγγραφέως, στον οποίον εκφράζει την αγωνία του για ενδεχόμενη αλλοίωση της ιστορικής αλήθειας, εξαιτίας της Συμφωνίας των Πρεσπών, καθώς και την απορία του, ερωτών, «πως μπορεί ένας έπηλυς λαός να είναι η συνέχεια ενός γηγενούς λαού;».

Δηλαδή, πως μπορεί οι επήλυδες Σλάβοι ή άλλοι επίσης επήλυδες λαοί της Χερσονήσου του Αίμου, να είναι η συνέχεια των Μακεδόνων, όταν μάλιστα απέχουν και χρονικά, περισσότερο από μία χιλιετία;

Του Προλόγου ακολουθεί η Εισαγωγή, στην οποία ο κ. Τσούρας σημειώνει χαρακτηριστικά, πως η συγκεκριμένη έρευνα εξετάζει μία καθόλου ήσσονος σημασίας Συμφωνία, η οποία απασχολεί όχι μόνον τους κατοικούντας τη Μακεδονία, αλλά όλους τους Έλληνες, όπου γης.

Και συνεχίζει εισάγοντας τον αναγνώστη στην σπουδαία του έρευνα, κάνοντας μια σύντομη ιστορική αναδρομή της μετεξέλιξης της «Bardaska Banovina» σε «Ομόσπονδη Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας» του Τίτο και σε «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας» σήμερα, του Ζάεφ και άλλων.

Τα κεφάλαια που ακολουθούν είναι χωρισμένα, σύμφωνα με τα προβλήματα που δημιουργεί η Συμφωνία. Δηλαδή, στο πρώτο κεφάλαιο, το οποίο έχει τίτλο «Ονοματολογία» αναπτύσσεται η ιστορία του εποικισμού, τον 6ο μ.Χ. αι., από σλαβικά φύλα σε περιοχές της Χερσονήσου του Αίμου και συγκεκριμένα για εκείνους τους ομόδοξους Σλάβους, οι οποίοι εποίκησαν έναν χώρο, αλλά δίχως ντροπή και με περισσό θράσος οικειοποιήθηκαν την ιστορία του.

Ο συγγραφέας φρονεί ότι ο άνθρωπος είναι εκείνος που ιστορεί τον χώρο, τον ονοματίζει και συνθέτει την προσωπική και συλλογική του ταυτότητα, όχι όμως οικειοποιώντας ξένη ιστορία, ξένο πολιτισμό, ξένο όνομα.

«Δεν μειώνουν άραγε τους προγόνους τους οι Σλάβοι βόρειοι γείτονές μας, όταν αρνούνται το δικό τους όνομα, τη δική τους ιστορία και τη δική τους κληρονομιά;», ρωτά ο συγγραφέας.

Άλλωστε, ποτέ στην ιστορία δεν ανταμώθηκαν με τους αρχαίους Μακεδόνες, για να έχουν μεταξύ τους κάποια συνάφεια.

«Η λέξη Μακεδόνας είναι ελληνική. Μπορεί η αρχαία Μακεδονία, από πείσμα της ιστορίας, να μην ανήκει ολόκληρη στην ελληνική επικράτεια, οι Μακεδόνες όμως είναι Έλληνες, μόνο Έλληνες, δεν είναι Ιλλυριοί και, σαφέστατα, σε καμία περίπτωση Σλάβοι», συμπληρώνει στο 1ο του κεφάλαιο ο κ. Τσούρας.

Το 2ο κεφάλαιο, με τίτλο «Ιθαγένεια και Εθνικότητα», ασχολείται με την κερκόπορτα που άνοιξε ο γεωγραφικός προσδιορισμός, αναγνωρίζοντας σαν φυσική ακολουθία ιθαγένεια μακεδονική ή και – ακόμη χειρότερα – εθνικότητα μακεδονική, χωρίς, όμως, τον γεωγραφικό προσδιορισμό «βόρεια».

Το 3ο κεφάλαιο, το οποίο τιτλοφορείται «Γλώσσα», αναφέρεται στην αναγνώριση της γλώσσας των Σλάβων βορείων γειτόνων μας, ως «μακεδονική».

Η παραχώρηση κατασκευασμένης ψευδώνυμης «μακεδονικής» γλώσσας στους Σλάβους γείτονές μας, λειτουργεί καταλυτικά για τον αφελληνισμό των Μακεδόνων, τον «μακεδονισμό» των Σλάβων, τη νόθευση του γλωσσικού μας πολιτισμού και της Παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς.

Ενός ελληνικού γλωσσικού πολιτισμού, που αποτελεί αγλάισμα των ανθρώπων και σέμνωμα των αιώνων, σημειώνει ο συγγραφέας.

Το 4ο κεφάλαιο, με τίτλο «Παγκόσμιος Ιστός», ομιλεί συνοπτικά αλλά πλήρως κατατοπιστικά για την παραχώρηση και πάλι, από την υπογραφή της Συμφωνίας, των συμβόλων και των κωδικών που θα χρησιμοποιούν οι γείτονες, στις πινακίδες των αυτοκινήτων τους, αλλά, κυρίως, στο διαδίκτυο, χρησιμοποιώντας το ακρωνύμιο «Μακεδονία», χωρίς γεωγραφικό προσδιορισμό.

Στη συνέχεια ακολουθούν τα συμπεράσματα του κ. Τσούρα για την εν λόγω Συμφωνία και τον αρνητικό αντίκτυπο που έχει επιφέρει η υπογραφή της σε ιστορικό και πολιτικό επίπεδο.

Τέλος, ο αναγνώστης θα βρει δύο μικρά υποκεφάλαια, με τους τίτλους «Τι να κάνουμε τώρα;» και «Τι απομένει;».

Στο μεν ο συγγραφέας προτρέπει να δώσουμε όλοι οι Έλληνες μια υπόσχεση ότι θα υπερασπιστούμε την πατρίδα μας, όπως όλοι οι πατριώτες τις πατρίδες τους, μικρές ή μεγάλες απανταχού της Γης.

Στο δεύτερο παρουσιάζονται οι λόγοι, οι οποίοι είναι επαρκείς για να ακυρωθεί η Συμφωνία, αφού παραβιάζεται συνεχώς, με πολλαπλές παρατυπίες και παρανομίες από πλευράς των γειτόνων, σημειώνει ο κ. Τσούρας.

Από την έκδοση που παρουσιάσαμε παραπάνω, συμπεραίνουμε πρωτίστως ότι ο συγγραφέας εργάσθηκε με ζήλο και ζωηρό ενθουσιασμό. Επεξεργάστηκε το κείμενο της Συμφωνίας των Πρεσπών κριτικά και το κατέταξε συστηματικά.

Με επιστημονικά, θα λέγαμε, επιχειρήματα, ανέπτυξε τη μελέτη του και συνέθεσε τα πολλά στοιχεία που εμφανίζει το κείμενο, με εύστοχες παρατηρήσεις, χρήσιμα στοιχεία και πληροφορίες.

Επίσης, μέσα στις μικρές σελίδες του δοκιμίου που εξετάζουμε, προκαλούνται, όντως, ερωτήματα και απορίες στο αναγνωστικό κοινό για τη βεβιασμένη υπογραφή της Συμφωνίας, τα κέρδη, τις παραχωρήσεις, την τήρησή της, το μελλοντικό γίγνεσθαι και τη συνεργασία των δύο Κρατών.

Για όλα τα παραπάνω ο ακαταπόνητος κ. Τσούρας "δώρισε" με τη μελέτη του στους νεότερους ερευνητές ένα απαραίτητο βοήθημα για περαιτέρω εξέταση και έρευνα, η οποία πολλά θα οφείλει στην εργασία και τα συμπεράσματά του. Άλλωστε, το μέγεθος ενός βιβλίου δεν έχει καμία σχέση με την ποιότητά του.

Πολλά συγχαρητήρια αξίζουν στις Εκδόσεις «Ἐν πλῷ» για την πρωτοβουλία να εκδώσουν την έρευνα του κ. Τσούρα, κάνοντας έτσι άλλη μία προσφορά στους φιλίστορες αναγνώστες, οι οποίοι επιθυμούν να ενημερώνονται για την κάθε πτυχή της ιστορία που γράφεται.

H αναδημοσίευση του παραπάνω άρθρου ή μέρους του επιτρέπεται μόνο αν αναφέρεται ως πηγή το Romfea.gr με ενεργό σύνδεσμο στην εν λόγω καταχώρηση.
FOLLOW ROMFEA: