Γράφει ο
π. Βασίλειος Χριστοδούλου
θεολόγος - συγγραφέας
«Δίκαιον δὲ ἡγοῦμαι, ἐφ’ ὅσον εἰμὶ ἐν τούτῳ τῷ σκηνώματι, διεγείρειν ὑμᾶς ἐν ὑπομνήσει» (Β΄ Πέτρ. α΄ 13).
Την φράση αυτή και τα σημαινόμενά της δεν θα τα βρει κανείς διαβάζοντας μόνο την δεύτερη επιστολή του αποστόλου Πέτρου, αλλά θα μπορούσε να τα αναγνώσει και στην επιστολή ζωής του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κορωνείας κ. Παντελεήμονος, μικρό κεφάλαιο της οποίας είναι και το έκτο κατά σειρά βιβλίο του, με τίτλο: «Από του καρπού του αμπελώνος», από τις καλαίσθητες εκδόσεις "ΑΡΜΟΣ".
Ένα βιβλίο, όπως και τα πέντε προηγούμενα, απάνθισμα κηρυγμάτων και ομιλιών του Σεβασμιωτάτου, κυρίως κατά την τριακονταετή διακονία του στον Ι. Μητροπολιτικό Ναό των Αθηνών, αλλά και περιλήψεις κηρυγμάτων του σε πολλούς Ναούς όπου λειτουργεί, όπως αναρτήθηκαν κατά καιρούς στον φιλόξενο χώρο του Πρακτορείου Εκκλησιαστικών Ειδήσεων Romfea.gr.
Ευχάριστη έκπληξη στο βιβλίο αυτό τα τρία σύντομα μελετήματά του για το ευαγγέλιο του Μάρκου, για τον κλονισμό των νέων ανθρώπων από τη σύγχρονη αθεϊστική καταιγίδα και τα δικά της «κηρύγματα», καθώς και για την έννοια της ψυχαγωγίας στη σύγχρονη εποχή, θέματα με ιδιαίτερο ποιμαντικό βάρος στο πεδίο της εκκλησιαστικής διακονίας.
Όσο κι αν η σεμνότητα του σεβασμιωτάτου τον κάνει να αυτοχαρακτηρισθεί ως ένας «όχι σπουδαίος συγγραφέας αλλά ταπεινός ιεροκήρυξ», που δεν τρέφει καμία αυταπάτη πως ο λόγος του μπορεί να προκαλέσει «πνευματική μέθη», τα εγκωμιαστικά λόγια του Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου στην επιστολή του προς τον σεβασμιώτατο, δημοσιευμένη στην αρχή του βιβλίου, αποτυπώνουν την αλήθεια: «Είσθε χαρισματικός ιεροκήρυξ, με λόγον θεολογικώτατον, υπαρξιακόν, ποιμαντικόν και πάντοτε επίκαιρον».
Σε απόλυτη ταύτιση με τα λόγια του Οικουμενικού μας Πατριάρχη είναι και η δική μας εμπειρία, εμπειρία αναρίθμητων ιερέων, που εδώ και πολλά χρόνια έχουμε γίνει και γινόμαστε ακροατές και αναγνώστες του κηρυγματικού λόγου του σεβασμιωτάτου. Δεν ξέρω αν έχουμε «μεθύσει πνευματικά» ή και αν τελικά αυτό είναι το ζητούμενο, σίγουρα όμως έχουμε εμπνευσθεί από τον λόγο αυτό, τόσο για το περιεχόμενο του δικού μας κηρύγματος, κυρίως όμως για το πάθος και την αγάπη για την μετάδοση του ευαγγελίου, αφετηρία από την οποία πρέπει το κήρυγμα να εκκινεί.
Ο εκκλησιαστικός-κηρυγματικός λόγος δεν είναι θέμα ευφυΐας, είναι γέννημα πάθους. Είναι καρπός της οδυνώμενης, πάσχουσας καρδιάς, στην αγαπητική σχέση της με τον Ένα Κύριό της χάριν της σωτηρίας του ενός ανθρώπου. Κηρύσσοντας δεν φλυαρούμε αλλά πάσχουμε· πιστεύουμε και τότε λαλούμε (Β΄ Κορ. δ΄ 13).
Είναι εξαιρετικά σημαντική η συμβολή του σεβασμιωτάτου στην ανανέωση του εκκλησιαστικού κηρύγματος και μάλιστα δεκαετίες πριν, όταν ο κηρυγματικός λόγος φορτισμένος από ύφος καταγγελτικό και ελεγκτικό και από περιεχόμενο έντονα ηθικιστικό είχε απαξιωθεί και οδηγηθεί στο περιθώριο.
Ο λόγος του σεβασμιωτάτου έπνεε πρωτόγνωρη ζωντάνια θεολογική με στόχευση στα καίρια του ευαγγελίου και της Πατερικής σοφίας, κάτι που αναζωογονούσε το ενδιαφέρον των πιστών για το κήρυγμα.
Ίσως και η κρίση του κηρύγματος όλα τα τελευταία χρόνια, να μην οφείλεται τελικά μόνο στην υποβάθμισή του σ’ ένα λειτουργικό πάρεργο και να οφείλεται σ’ αυτό που η διορατική ματιά του π. Αλεξάνδρου Σμέμαν είχε εδώ και δεκαετίες διαβλέψει, στο ότι «έχει γίνει ένα είδος προσωπικού ζητήματος του ιεροκήρυκα» επαφιέμενο στο χάρισμα του λόγου του.
«Ωστόσο το γνήσιο χάρισμα του λόγου, για την εξαγγελία των καλών νέων, δεν είναι κάποιο έμφυτο ταλέντο του ιεροκήρυκα, αλλά είναι χάρισμα του Αγίου Πνεύματος, που δόθηκε στην Εκκλησία, για την Εκκλησία».
Η επιλογή του τίτλου του βιβλίου παρμένη από τη γνωστή σε όλους παραβολή του αμπελώνος (Λκ. κ΄ 9-18) καταδεικνύει την αλήθεια που μόλις προείπαμε· η διακονία του κηρύγματος δεν είναι έκφραση προσωπικού χαρίσματος αλλά μετάδοση και κοινωνία με τους αδελφούς των καρπών που ο Παράκλητος επιδαψίλευσε μέσα στον αμπελώνα που ο Ίδιος ο Κύριος έθεσε και «περιεποιήσατο διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος» (Πρξ. κ΄ 28).
«Και εμείς, οι διάκονοι του λόγου» αναφέρει στο προλογικό του σημείωμα ο σεβασμιώτατος «είμαστε καλεσμένοι εργάτες του ‘‘αμπελώνος’’, της Εκκλησίας. Ο Κύριος του αμπελώνος αυτού μας ζητά να προσφέρουμε τους καρπούς στους αδελφούς μας. Στα μέλη του Κυριακού Σώματος, της Εκκλησίας. Κι εμείς με τις λίγες δυνάμεις μας προσπαθούμε να ανταποκριθούμε σ’ αυτό το θέλημα του Κυρίου μας».
Το βιβλίο αποτελεί εξαιρετικό εφόδιο για όλους τους αδελφούς ιερείς που διακονούν τον εκκλησιαστικό άμβωνα, όχι γιατί προσφέρει έτοιμες λύσεις (έτοιμα κηρύγματα) αλλά γιατί ανασκάπτει μέσα μας τις προϋποθέσεις, προκαλεί την αναζήτηση, μας ανοίγει θέα παρθενική στα ήδη γνωστά και επαναλαμβανόμενα. Όσοι λάτρεις του αδιάκοπα καινού, εννοήτωσαν.