Logo
Γράφτηκε από τον/την Romfea.gr. 07/11 19:17

gmaos

Αρχιμανδρίτης Αθηναγόρας Σουπουρτζής
Διδάκτωρ Κανονικού Δικαίου ΕΚΠΑ
Καθηγητής Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου Θεολογικής Ακαδημίας Βολυνίας (Ουκρανία)
Διδάσκων Σχολής Αξιωματικών και Σχολής Εθνικής Ασφάλειας Ελληνικής Αστυνομίας


 Δέκα χρόνια μετά την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο: η ανάδειξη της συνοδικής αρμοδιότητας

Ακρίβεια, οικονομία και εκκλησιαστική ευθύνη

Δέκα χρόνια συμπληρώθηκαν από την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η οποία συνήλθε στην Κρήτη τον Ιούνιο του 2016 και ασχολήθηκε, μεταξύ άλλων, με το μυστήριο του γάμου και τα κανονικά κωλύματα αυτού.

Μία δεκαετία αργότερα, ανακύπτει ένα ενδιαφέρον ερώτημα: τι άλλαξε πράγματι ως προς την αντιμετώπιση των κωλυμάτων του γάμου και την εφαρμογή της εκκλησιαστικής οικονομίας;

Η σημασία της συνοδικής αποφάσεως δεν εξαντλείται στην επιβεβαίωση των κανόνων που διέπουν το μυστήριο. Αναδεικνύεται και σε μια λιγότερο προβεβλημένη, αλλά ιδιαίτερα σημαντική διάστασή της: στην αρμοδιότητα των Ιερών Συνόδων των κατά τόπους Αυτοκεφάλων Εκκλησιών να κρίνουν, με βάση την κανονική παράδοση και την ποιμαντική διάκριση, τη δυνατότητα εφαρμογής της εκκλησιαστικής οικονομίας (II.5.ii).

Η προσέγγιση στηρίζεται στις πρωτογενείς πηγές της προσυνοδικής διαδρομής: στα κείμενα της Β΄ Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως του 1982, στα Πρακτικά της Συνάξεως των Προκαθημένων του 2016 και στην εγκύκλιο της Αρχιγραμματείας του Οικουμενικού Πατριαρχείου 508/2021.

Οι πηγές αυτές, ιδίως τα Πρακτικά της Συνάξεως, που εκδόθηκαν το 2021, και η εγκύκλιος του 2022, εξετάζονται αναλυτικά στη μονογραφία του γράφοντος, όπου η εγκύκλιος δημοσιεύεται αυτούσια (Σουπουρτζής 2026, σ. 129-160 και 181-182).

Στο παρόν άρθρο εξετάζω τη νομοκανονική φύση, το εύρος και τα όρια αυτής της συνοδικής αρμοδιότητας, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο την ασκούν οι κατά τόπους Εκκλησίες, αξιοποιώντας και τη συνοδική επιστολή της Εκκλησίας της Ελλάδος του 2006 προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη.

Το ζήτημα βρίσκεται και στο επίκεντρο της πρόσφατης επιστημονικής αποτιμήσεως της δεκαετίας.

Στο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο του Οικουμενικού Πατριαρχείου «Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας (2016-2026): Αποτίμησις και Προοπτικαί» (Chantilly, 5-8 Οκτωβρίου 2026), ειδική συνεδρία αφιερώθηκε στο μυστήριο του γάμου και τα κωλύματα αυτού, με εισηγήσεις για τον δεύτερο γάμο των κληρικών, για τη μετάβαση από την ακρίβεια στην οικονομία και για τους μικτούς γάμους (Πρόγραμμα Συνεδρίου 2026, Χριστινάκη 2026).

I. Εισαγωγικές παρατηρήσεις: από το περιεχόμενο στην αρμοδιότητα

Το συνοδικό κείμενο «Το μυστήριον του γάμου και τα κωλύματα αυτού» αναγνώσθηκε συχνά κυρίως ως επιβεβαίωση των ιερών κανόνων, ενώ η ρήτρα αρμοδιότητας μνημονεύθηκε παρεμπιπτόντως (πρβλ. Τύχων 2017).

Η ανάγνωση αυτή δεν είναι εσφαλμένη, είναι όμως ελλιπής. Εστιάζει στο περιεχόμενο των κωλυμάτων και αφήνει στο περιθώριο το ζήτημα που, από νομοκανονική άποψη, είναι το κρίσιμο: ποιος αποφασίζει, με ποια διαδικασία και μέσα σε ποια όρια, όταν η κανονική ακρίβεια συναντά την ποιμαντική ανάγκη. Στο εξής, οι αριθμοί παραγράφων σε παρένθεση (I.1-11, II.1-6) παραπέμπουν στο κείμενο αυτό.

Υποστηρίζω ότι η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος μετέθεσε το κέντρο βάρους της πανορθόδοξης ρυθμίσεως από το περιεχόμενο στην αρμοδιότητα.

Η κανονική ευθύνη των κατά τόπους Συνόδων δεν εμφανίζεται, βεβαίως, για πρώτη φορά το 2016. Η Σύνοδος όμως την ανέδειξε και την εξειδίκευσε συνοδικώς.

Αντί να επιχειρήσει την ομογενοποίηση της ποιμαντικής πράξεως των κατά τόπους Εκκλησιών, διατύπωσε τον κοινό κανόνα της ακριβείας, όρισε τα απόλυτα όρια και ανέθεσε την κρίση για την οικονομία στη Σύνοδο κάθε Αυτοκεφάλου Εκκλησίας.

II. Από τους όρους της οικονομίας στον κανόνα αρμοδιότητας

Η μετατόπιση αυτή είναι καρπός μακράς προσυνοδικής διαδρομής, στην οποία η Εκκλησία της Ελλάδος συμμετείχε ενεργά ήδη από το 1968, όταν η Δ΄ Πανορθόδοξος Διάσκεψις ανέθεσε την προετοιμασία του θέματος στις Εκκλησίες Ρωσίας και Ελλάδος (Καρμίρης 1968, σ. 406-408).

Το κείμενο της Β΄ Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως (Chambésy, 1982) καθόριζε το ίδιο τους όρους της οικονομίας για τον γάμο Ορθοδόξου με ετερόδοξο: ευλογία κατά συγκατάβαση, υπό τον όρο της ορθόδοξης βαπτίσεως των τέκνων.

Επιφυλασσόταν μάλιστα ρητά ότι οι αποφάσεις του «δεν έχουσι κανονικήν ισχύν προ της επ’ αυτών αποφάνσεως» της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου (Συνοδικά VII, σ. 195-196).

Η ίδια λογική διατηρήθηκε στη Σύναξη των Προκαθημένων (Chambésy, Ιανουάριος 2016). Εκεί όμως προστέθηκε, κατόπιν προτάσεως της Εκκλησίας της Γεωργίας, αυτοτελής διάταξη που ανέθετε την εφαρμογή της οικονομίας στη Σύνοδο κάθε Αυτοκεφάλου Εκκλησίας και περιελήφθη ως παράγραφος II.7 του προσυνοδικού κειμένου (Πρακτικά Συνάξεως 2016, σ. 447).

Στην ίδια Σύναξη, ο όρος «κατ’ ακρίβειαν» στη διάταξη για τη μοναχική κουρά προστέθηκε ύστερα από παρέμβαση του τότε Μητροπολίτου Περιστερίου Χρυσοστόμου, ο οποίος επεδίωξε φιλανθρωπότερη διατύπωση (Πρακτικά Συνάξεως 2016, σ. 448). Η παρέμβαση αυτή μαρτυρεί τη συμβολή της Εκκλησίας της Ελλάδος στη διαμόρφωση του τελικού κειμένου.

Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος ολοκλήρωσε τη μετάβαση. Διατήρησε τον κανόνα της ακριβείας (II.5.i), απάλειψε από το πανορθόδοξο κείμενο τους ειδικούς όρους της οικονομίας και μετέφερε τη ρήτρα αρμοδιότητας στην παράγραφο για τους μικτούς γάμους.

Κατά την τελική διάταξη, η δυνατότητα εφαρμογής της εκκλησιαστικής οικονομίας «ως προς τα κωλύματα γάμου» (II.5.ii) αντιμετωπίζεται από την Ιερά Σύνοδο εκάστης Αυτοκεφάλου Ορθοδόξου Εκκλησίας, σύμφωνα με τις αρχές των ιερών κανόνων, εν πνεύματι ποιμαντικής διακρίσεως και με σκοπό τη σωτηρία του ανθρώπου.

Κατά την ορολογία των συνοδικών κειμένων, η έννοια της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας περιλαμβάνει και τα Πατριαρχεία, όπως δείχνει άλλωστε ο τίτλος της Συνάξεως των Προκαθημένων των Αγιωτάτων Ορθοδόξων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, στην οποία μετέχουν οι Πατριάρχες.

III. Η νομοκανονική φύση και το εύρος της ρήτρας II.5.ii

Η διάταξη ούτε επιτρέπει ούτε απαγορεύει. Είναι κανόνας αρμοδιότητας και ορίζει τέσσερα στοιχεία: ως όργανο την Ιερά Σύνοδο, ως αντικείμενο τα κωλύματα γάμου, ως μέτρο τις αρχές των ιερών κανόνων, οι οποίες εφαρμόζονται εν πνεύματι ποιμαντικής διακρίσεως, και ως σκοπό τη σωτηρία του ανθρώπου.

Η συνοδική αυτή ευθύνη δεν σημαίνει ότι κάθε μεμονωμένη περίπτωση κρίνεται υποχρεωτικά από την ίδια τη Σύνοδο. Η Σύνοδος ορίζει αν και υπό ποιες προϋποθέσεις εφαρμόζεται η οικονομία σε κάθε πεδίο.

Την εξατομικευμένη κρίση μπορεί να την επιφυλάξει στον εαυτό της ή να την αφήσει στην κρίση του επιχωρίου επισκόπου, μέσα στο πλαίσιο που η ίδια θέτει. Η κανονιστική ευθύνη είναι, επομένως, συνοδική, ενώ η κατά περίπτωση εφαρμογή μπορεί να είναι συνοδική ή επισκοπική, ανάλογα με τη ρύθμιση κάθε Εκκλησίας. Η διάκριση αυτή αφορά την οργάνωση της εφαρμογής της οικονομίας και δεν θίγει την κανονική ευθύνη που απορρέει από την ίδια την επισκοπική ιδιότητα.

Ο επιχώριος επίσκοπος κρίνει ως φορέας αυτοτελούς κανονικής ευθύνης, μέσα στο πλαίσιο της κοινής συνοδικής ρυθμίσεως.

Η ευθύνη αυτή θεμελιώνεται στην κανονική τάξη, η οποία αναθέτει στον επίσκοπο τη μέριμνα για τον λαό της επαρχίας του (Αποστολικοί 34 και 39) και του αναγνωρίζει εξουσία φιλανθρωπότερης κρίσεως κατά περίπτωση (Μεγάλου Βασιλείου 74).

Το ίδιο το συνοδικό κείμενο υπενθυμίζει, με παραπομπή στον άγιο Ιγνάτιο, ότι όσοι προσέρχονται στον γάμο οφείλουν «μετὰ γνώμης τοῦ ἐπισκόπου τὴν ἕνωσιν ποιεῖσθαι» (I.3).

Η αρμοδιότητα αυτή περιλαμβάνει την κρίση τόσο για το αν όσο και για το πώς θα ασκηθεί. Ο χαρακτηρισμός της ως αρμοδιότητας κρίσεως είναι αναλυτικός και δεν εξομοιώνει την οικονομία με τη διακριτική ευχέρεια του διοικητικού δικαίου, αφού η οικονομία θεμελιώνεται εκκλησιολογικά και αποβλέπει στη σωτηρία του ανθρώπου (πρβλ. Παπαθωμάς 2015, Γιάγκου 2016).

Η τήρηση της ακριβείας και η εφαρμογή της οικονομίας αποτελούν, συνεπώς, κανονικώς θεμιτές μορφές ασκήσεως της ίδιας συνοδικής ευθύνης, υπό τις ιδιαίτερες προϋποθέσεις καθεμίας. Η ακρίβεια παραμένει ο κανόνας, ενώ η οικονομία απαιτεί ειδική αιτιολόγηση.

Ως προς το εύρος της διατάξεως, διατυπώνω μια επιστημονική ερμηνευτική πρόταση, η οποία δεν αποτελεί, βεβαίως, αυθεντική ερμηνεία της Συνόδου. Δύο στοιχεία συνηγορούν υπέρ στενής αναγνώσεως, κατά την οποία η ρήτρα αφορά μόνο τους μικτούς γάμους.

Πρώτον, η παράγραφος 5 εισάγεται με φράση που αναφέρεται ρητά στους μικτούς γάμους Ορθοδόξων με ετεροδόξους και μη Χριστιανούς και διέπει και τα τρία σημεία της.

Δεύτερον, στο προσυνοδικό κείμενο της Συνάξεως η ρήτρα ήταν αυτοτελής παράγραφος (II.7), ενώ η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος τη μετέφερε στην παράγραφο για τους μικτούς γάμους. Τη ρύθμιση της παραγράφου 5 ως ρύθμιση των μικτών γάμων εξετάζει και η Χριστινάκη (2026).

Αμέσως μετά τη Σύνοδο, εξάλλου, η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου συνέδεσε το δικαίωμα κρίσεως κάθε Αυτοκεφάλου Εκκλησίας με τον γάμο ορθοδόξων και ετεροδόξων (Μήνυμα Ιεράς Συνόδου Κύπρου 2016).

Η ευρύτερη ανάγνωση στηρίζεται, κατά τη γνώμη μου, σε τρία στοιχεία. Το πρώτο είναι ιστορικό. Η ρήτρα γεννήθηκε ως γενική διάταξη, όπως υποδηλώνουν η αυτοτελής της θέση στο προσυνοδικό κείμενο και ο όρος «σχετικώς» (Πρακτικά Συνάξεως 2016, κείμενο, §7).

Η μεταφορά της στην παράγραφο 5 συνέπεσε με την απάλειψη της ειδικής άδειας ευλογίας του μικτού γάμου, τη θέση της οποίας κατέλαβε. Μια πιθανή ερμηνεία της μεταβολής είναι ότι πρόκειται για συντακτική συγχώνευση και όχι για συνειδητό περιορισμό του αντικειμένου της.

Επειδή όμως τα διαθέσιμα κείμενα δεν τεκμηριώνουν άμεσα την πρόθεση του συνοδικού νομοθέτη, η εξήγηση αυτή προτείνεται ως ερμηνευτική υπόθεση.

Το δεύτερο στοιχείο είναι γραμματικό: μετά τη μεταφορά, η Σύνοδος διατήρησε τη γενική διατύπωση ως προς τα κωλύματα γάμου, αντί να την περιορίσει ρητά. Το τρίτο είναι συστηματικό.

Το κείμενο διακρίνει τα απόλυτα κωλύματα (II.2, II.5.iii) από εκείνα που ρυθμίζονται κατ’ ακρίβειαν (II.3, II.5.i) ή χωρίς χαρακτηρισμό.

Στην τελευταία κατηγορία ανήκει το κώλυμα του γάμου μετά τη χειροτονία, για το οποίο η II.4 ορίζει απλώς ότι «μετά την χειροτονίαν κωλύεται η σύναψις γάμου» (II.4), με παραπομπή στον 3ο κανόνα της εν Τρούλλω (Πενθέκτης) Συνόδου.

Η διαφοροποίηση αυτή επιτρέπει να τεθεί το ερώτημα της δυνατότητας εφαρμογής οικονομίας και στα μη ρητώς χαρακτηρισθέντα ως απόλυτα κωλύματα, χωρίς να προδικάζεται η απάντηση για κάθε επιμέρους περίπτωση.

Η απουσία ρητού χαρακτηρισμού ενός κωλύματος ως απολύτου δεν σημαίνει, βεβαίως, ότι αυτό επιδέχεται αυτομάτως οικονομία. Η σχετική κρίση προϋποθέτει τη συνεκτίμηση του συνόλου των εφαρμοστέων ιερών κανόνων, της κανονικής παραδόσεως και της ισχύουσας συνοδικής πράξεως της οικείας Εκκλησίας. Η σιωπή του συνοδικού κειμένου δεν συνιστά, επομένως, έμμεση εξουσιοδότηση. Απλώς δεν αποκλείει εκ των προτέρων την κρίση της αρμόδιας Συνόδου.

Η ευρύτερη ανάγνωση δεν υποχρεώνει, πάντως, καμία Αυτοκέφαλη Εκκλησία να ρυθμίσει μόνη της ζήτημα που η ίδια κρίνει ότι απαιτεί κοινή πανορθόδοξη απόφαση. Η κρίση μιας Συνόδου ότι ένα ζήτημα υπερβαίνει τα όρια της τοπικής ρυθμίσεως αποτελεί και αυτή άσκηση της συνοδικής της αρμοδιότητας.

Η γενικότητα της τελικής διατυπώσεως και η ιστορική εξέλιξη της ρήτρας καθιστούν, κατά την άποψή μου, την ευρύτερη ανάγνωση επιστημονικώς υποστηρίξιμη.

Το συστηματικό αντεπιχείρημα διατηρεί όμως σημαντικό βάρος, και η οριστική απάντηση δεν μπορεί να δοθεί χωρίς τεκμήρια για την πρόθεση του συνοδικού νομοθέτη. Η κεντρική θέση του άρθρου, ότι η κρίση για την οικονομία ανήκει στη Σύνοδο κάθε Αυτοκεφάλου Εκκλησίας, ισχύει πάντως και κατά τη στενότερη ανάγνωση, τουλάχιστον για το κρίσιμο πεδίο των μικτών γάμων.

IV. Η άσκηση της αρμοδιότητας: το παράδειγμα της Εκκλησίας της Ελλάδος

Η άσκηση της αρμοδιότητας από τις κατά τόπους Εκκλησίες φωτίζει το περιεχόμενό της. Δύο παραδείγματα είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικά: η πάγια συνοδική πράξη της Εκκλησίας της Ελλάδος και η ρύθμιση του Οικουμενικού Πατριαρχείου για τον δεύτερο γάμο ορισμένων κατηγοριών κληρικών.

Και στις δύο περιπτώσεις η οικονομία ασκείται κατά περίπτωση και υπό προϋποθέσεις. Η επιστημονική εξέταση των ρυθμίσεων αυτών δεν συνεπάγεται πρόταση υιοθετήσεώς τους από άλλη Αυτοκέφαλη Εκκλησία, αφού κάθε Εκκλησία κρίνει αυτοτελώς, διά της Συνόδου της.

Η Εκκλησία της Ελλάδος ασκεί την αρμοδιότητα αυτή με πάγια συνοδική πράξη. Κατά το ισχύον συνοδικό κείμενο για τις προϋποθέσεις του θρησκευτικού γάμου, σε περίπτωση κωλύματος η Εκκλησία μπορεί να εφαρμόσει την οικονομία κατά περίπτωση, κατά την κρίση του οικείου Μητροπολίτη ή της Ιεράς Συνόδου (Προϋποθέσεις τελέσεως θρησκευτικού γάμου, υπό ΙΑ).

Η Σύνοδος ορίζει το πλαίσιο και ο επιχώριος Μητροπολίτης κρίνει μέσα σε αυτό, σύμφωνα με τη διάκριση συνοδικής και επισκοπικής ευθύνης που προαναφέρθηκε.

Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι ο γάμος Ορθοδόξου με ετερόδοξο, ο οποίος επιτρέπεται κατ’ οικονομίαν υπό τρεις προϋποθέσεις: τριαδικό βάπτισμα του ετεροδόξου, υπεύθυνη δήλωση ότι τα τέκνα θα βαπτισθούν και θα ανατραφούν ορθοδόξως και τέλεση του ορθοδόξου μυστηρίου τελευταίου.

Με την ίδια λογική, μετά τον αμετάκλητο αποσχηματισμό η Ιερά Σύνοδος μπορεί να επιτρέψει κατ’ άκραν οικονομίαν την τέλεση θρησκευτικού γάμου, ενώ τα κωλύματα συγγενείας έχουν εναρμονισθεί με τον Αστικό Κώδικα κατά την Εγκύκλιο 2320/1982.

Η δυνατότητα εφαρμογής της οικονομίας δεν αναιρεί την ισχύουσα συνοδική πράξη της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία εξακολουθεί να αναγνωρίζει ρητώς ως κανονικό κώλυμα τη σύναψη γάμου μετά τη χειροτονία (Προϋποθέσεις τελέσεως θρησκευτικού γάμου, υπό Δ και Θ).

Στο ειδικότερο ζήτημα του δευτέρου γάμου των κληρικών που χήρευσαν, η Εκκλησία της Ελλάδος τοποθετήθηκε με επιστολή της Ιεράς Συνόδου της 21ης Νοεμβρίου 2006 προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο, απαντώντας στο σχετικό Γράμμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου αριθμ. 757 της 10ης Αυγούστου 2006.

Η Ιερά Σύνοδος εξάρτησε κάθε σχετική ρύθμιση από την ομοφωνία της Ορθοδοξίας, ορίζοντας ότι «Τοῦτο δ᾿ ὅλον δύναται νά κυρωθῇ μόνον μετά ὁμόφωνον Ἀπόφασιν Πανορθοδόξου Συνόδου» (Επιστολή Ιεράς Συνόδου 2006), με σκοπό την κοινή εφαρμογή της από όλες τις Εκκλησίες.

Η επιστολή δεν παρέχει, επομένως, άδεια δευτέρου γάμου κληρικών. Περιγράφει το πλαίσιο μιας ενδεχόμενης κοινής ρυθμίσεως, κατά το οποίο η άδεια θα μπορούσε να χορηγείται μόνο κατ’ άκραν οικονομίαν από το ανώτατο συνοδικό όργανο της οικείας Αυτοκεφάλου Εκκλησίας, ύστερα από ενδελεχή εξέταση κάθε αιτήματος χωριστά και κατά περίπτωση, χωρίς καμία απόφαση να αποκτά γενική ισχύ.

Η θέση αυτή δεν αναιρείται από τη μεταγενέστερη ρήτρα II.5.ii. Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος έκρινε ότι κάθε ρύθμιση για τον δεύτερο γάμο των κληρικών απαιτεί ομόφωνη πανορθόδοξη απόφαση και κοινή εφαρμογή. Εφόσον η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος δεν ρύθμισε ειδικά το ζήτημα, η προϋπόθεση αυτή δεν έχει έως σήμερα εκπληρωθεί.

V. Η άσκηση της αρμοδιότητας: το παράδειγμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου

1. Η κανονική βάση και το ιστορικό

Η κανονική παράδοση περιλαμβάνει δύο ομάδες διατάξεων που αφορούν το ζήτημα. Η πρώτη ρυθμίζει ευθέως τον γάμο μετά τη χειροτονία.

Ο 26ος Αποστολικός επιτρέπει τον γάμο μετά την ένταξη στον κλήρο μόνο στους αναγνώστες και τους ψάλτες, ο 1ος της Νεοκαισαρείας προβλέπει την απομάκρυνση από την τάξη του πρεσβυτέρου που νυμφεύεται και ο 6ος της Πενθέκτης γενικεύει την απαγόρευση για υποδιακόνους, διακόνους και πρεσβυτέρους, έναντι της παλαιότερης ρυθμίσεως του 10ου κανόνα της Αγκύρας, η οποία επέτρεπε τον γάμο στους διακόνους που είχαν δηλώσει την πρόθεσή τους κατά τη χειροτονία.

Η δεύτερη ομάδα αφορά την προγενέστερη διγαμία ως κώλυμα της ιερωσύνης, όπως ο 17ος Αποστολικός και ο 12ος κανόνας του Μεγάλου Βασιλείου.

Ο 3ος κανόνας της Πενθέκτης, στον οποίο παραπέμπει η II.4 του συνοδικού κειμένου, ανήκει και στις δύο ομάδες, αφού ρυθμίζει τόσο τη διγαμία όσο και τον γάμο μετά τη χειροτονία.

Ο δεύτερος γάμος του χηρεύσαντος κληρικού συνδέεται επίσης και με τις δύο ομάδες, αφού συνιστά ταυτόχρονα γάμο μετά τη χειροτονία και δεύτερο γάμο.

Το ζήτημα του δευτέρου γάμου των κληρικών που χήρευσαν συζητείται διορθοδόξως ήδη από τις αρχές του εικοστού αιώνα, χωρίς να έχει διαμορφωθεί κοινή πανορθόδοξη λύση.

Ήδη το Πανορθόδοξο Συνέδριο της Κωνσταντινουπόλεως του 1923, κατά τις μαρτυρίες που παραθέτει η σχετική βιβλιογραφία, φαίνεται να έκρινε επιτρεπτό τον δεύτερο γάμο των χηρευσάντων ιερέων και διακόνων, επιφυλάσσοντας την καθολική κύρωση της ρυθμίσεως σε Πανορθόδοξη Σύνοδο (Οικονόμου χ.χ.).

Η ιστορική αυτή πληροφορία δεν συνεπάγεται, πάντως, αποδοχή της απόψεως ότι οι αποφάσεις του Συνεδρίου έχουν σήμερα κανονική ισχύ, όπως υποστηρίζεται στην ίδια μελέτη.

Το 2006 το Οικουμενικό Πατριαρχείο ζήτησε σχετικά τη θέση της Εκκλησίας της Ελλάδος, η απάντηση της οποίας παρουσιάσθηκε ανωτέρω.

Με αποφάσεις της Αγίας και Ιεράς Συνόδου, το Οικουμενικό Πατριαρχείο έκρινε δυνατή κατ’ οικονομίαν τη σύναψη δευτέρου γάμου από κληρικούς που τελούν εν χηρεία ή που έχουν διαζευχθεί χωρίς δική τους υπαιτιότητα.

Οι αποφάσεις αυτές εξειδικεύθηκαν με εγκύκλιο της Αρχιγραμματείας της Αγίας και Ιεράς Συνόδου προς τους Μητροπολίτες του Θρόνου, με αριθμό πρωτοκόλλου 508/2021 και ημερομηνία 24 Ιανουαρίου 2022 (Εγκύκλιος 508/2021).

Πρόκειται για κατ’ οικονομίαν δυνατότητα δευτέρου γάμου ορισμένων κατηγοριών κληρικών, υπό περιοριστικές προϋποθέσεις και ύστερα από ειδική συνοδική κρίση, και όχι για γενική άρση του κωλύματος του γάμου μετά τη χειροτονία.

2. Η εγκύκλιος του 2022: διαδικασία και τεκμηρίωση

Η εγκύκλιος ορίζει, με εντολή του Οικουμενικού Πατριάρχη και απόφαση της Αγίας και Ιεράς Συνόδου, τα δικαιολογητικά που θεωρούνται απολύτως απαραίτητα για τη μελέτη κάθε περιπτώσεως και την απόφανση της Μητρός Εκκλησίας.

Διακρίνει δύο κατηγορίες, τους κληρικούς που τελούν εν χηρεία και εκείνους που τελούν εν διαζυγίω.

Και στις δύο ο φάκελος περιλαμβάνει αίτηση προς τον οικείο Ιεράρχη, συνοδευτικό γράμμα του Ποιμενάρχη με σαφώς διατυπωμένη κρίση και εισήγηση, έκθεση του αιτούντος και τα σχετικά πιστοποιητικά, ενώ για τους κληρικούς εν διαζυγίω απαιτούνται επιπλέον τα έγγραφα λύσεως του γάμου.

Ο φάκελος περιλαμβάνει επίσης στοιχεία για την υποψήφια σύζυγο, ώστε να εξετασθεί αν υφίσταται κανονικό κώλυμα για την ευλογία δευτέρου γάμου, και μάλιστα με κληρικό.

3. Νομοκανονική αποτίμηση

Η εγκύκλιος δεν επικαλείται την παράγραφο II.5.ii. Η ρύθμιση εκδόθηκε στο πλαίσιο της συνοδικής αρμοδιότητας του Οικουμενικού Πατριαρχείου και εκφράζει την ίδια συνοδική λογική. Από το ίδιο το κείμενο της εγκυκλίου προκύπτουν πέντε παρατηρήσεις.

Πρώτον, η κρίση είναι συνοδική, με ουσιαστική συμβολή του επιχωρίου επισκόπου. Η απόφανση ανήκει, κατά τη διατύπωση της εγκυκλίου, στη Μητέρα Εκκλησία, δηλαδή στην Αγία και Ιερά Σύνοδο.

Ο οικείος Ποιμενάρχης όμως δεν περιορίζεται στη διαβίβαση του φακέλου, αλλά διατυπώνει κρίση και εισήγηση, που αποτελούν αναγκαίο στάδιο της διαδικασίας.

Δεύτερον, η οικονομία είναι εξατομικευμένη και περιορισμένη στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ο λεπτομερής φάκελος εξασφαλίζει κρίση κατά περίπτωση και αποκλείει κάθε αυτοματισμό.

Η εξέταση της υποψήφιας συζύγου ως προς τα κανονικά κωλύματα, και μάλιστα για γάμο με κληρικό, δείχνει ότι η οικονομία αφορά την ειδικώς εξεταζόμενη περίπτωση δευτέρου γάμου κληρικού και δεν συνεπάγεται αυτοδίκαιη άρση άλλων, ανεξάρτητων κανονικών κωλυμάτων.

Τρίτον, η ανυπαιτιότητα είναι αυτοτελής κανονική έννοια. Η εγκύκλιος ορίζει ρητά ότι, όταν η δικαστική απόφαση ή η διοικητική πράξη δεν καταγράφει την υπαιτιότητα ενός από τους συζύγους για τη λύση του γάμου, η ανυπαίτια διάζευξη μπορεί να αποδειχθεί από το συνοδευτικό και εισηγητικό γράμμα του οικείου Ποιμενάρχη. Η πρόβλεψη αυτή αναγνωρίζει ότι το σύγχρονο δίκαιο του διαζυγίου δεν στηρίζεται κατά κανόνα σε κρίση περί υπαιτιότητας και ότι η εκκλησιαστική αρχή οφείλει να σχηματίσει αυτοτελή κανονική κρίση.

Τέταρτον, η διαδικασία περιλαμβάνει ειδικές προβλέψεις για την εμπιστευτική διαχείριση των προσωπικών δεδομένων των ενδιαφερομένων. Ο αιτών δηλώνει ρητά και εγγράφως ότι συναινεί στην εμπιστευτική τήρηση, αξιολόγηση και αξιοποίηση των εγγράφων του, τα οποία καταστρέφονται με την ολοκλήρωση της διαδικασίας.

Πέμπτον, ο κανόνας της ακριβείας δεν καταργείται. Κατά τις αποφάσεις της Συνόδου, η ακολουθία τελείται από έναν κληρικό, σε επισκοπικό ή άλλο παρεκκλήσιο, «ἐν σεμνότητι, ἀφανῶς καί ἀθορύβως» (Εγκύκλιος 508/2021), μακριά από κάθε εκδήλωση κοσμικού χαρακτήρα. Η λειτουργική αυτή μορφή δηλώνει ότι πρόκειται για εξαίρεση κατ’ οικονομίαν και όχι για νέο κανόνα.

Η ρύθμιση συναντά την επιστολή της Εκκλησίας της Ελλάδος του 2006 στη σημασία που αποδίδει στην εξατομικευμένη συνοδική κρίση και στη μελέτη κάθε περιπτώσεως χωριστά.

Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος δεν ρύθμισε ειδικά το ζήτημα του δευτέρου γάμου των κληρικών, και η πατριαρχική ρύθμιση ισχύει εντός της δικαιοδοσίας του Θρόνου.

Η θέση που διατύπωσε το 2006 η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος αφορούσε την πανορθόδοξη κύρωση κάθε σχετικής ρυθμίσεως και την κοινή εφαρμογή της από όλες τις Εκκλησίες.

Η εφαρμογή της πατριαρχικής ρυθμίσεως δεν μεταβάλλει αυτοδικαίως τη συνοδική πράξη της Εκκλησίας της Ελλάδος, και αρμόδια να επανεκτιμήσει τη θέση αυτή είναι μόνο η Ιερά Σύνοδός της.

Η εξέταση της πατριαρχικής ρυθμίσεως περιορίζεται στη νομοκανονική αποτύπωση της διαδικασίας ασκήσεως της συνοδικής αρμοδιότητας και δεν συνιστά αξιολογική κρίση περί της σκοπιμότητας ή της δυνατότητας γενικεύσεως της εφαρμοζόμενης οικονομίας.

Τα δύο παραδείγματα φωτίζουν από διαφορετική σκοπιά την ίδια συνοδική ευθύνη.

Κάθε Εκκλησία κρίνει, διά της Συνόδου της, σε ποια πεδία, με ποια διαδικασία και υπό ποιες προϋποθέσεις θα εφαρμόσει την οικονομία. Ο σεβασμός της συνοδικής κρίσεως κάθε Εκκλησίας αποτελεί μία ουσιώδη έκφανση της συνοδικότητας.

VI. Το συνταγματικό και νομοθετικό πλαίσιο της ελληνικής εννόμου τάξεως

Το ελληνικό Σύνταγμα αποτυπώνει με ακρίβεια τη διάκριση μεταξύ δογματικής ενότητας και διοικητικής αυτοτέλειας.

Το Σύνταγμα δεν αποτελεί πηγή της κανονικής αρμοδιότητας των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών.

Την αναγνωρίζει στο πεδίο της ελληνικής εννόμου τάξεως. Η Εκκλησία της Ελλάδος υπάρχει «αναπόσπαστα ενωμένη δογματικά» (άρθρο 3 παρ. 1 Συντ.) με τη Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως, αλλά είναι αυτοκέφαλη και διοικείται από τα δικά της συνοδικά όργανα.

Οι συνοδικές ρυθμίσεις για την οικονομία στο πεδίο του γάμου αφορούν πρωτίστως την κανονική και ποιμαντική εφαρμογή της εκκλησιαστικής παραδόσεως, χωρίς να αποσυνδέονται από τη θεολογική θεμελίωση του μυστηρίου. Γι’ αυτό η τοπική τους διαμόρφωση δεν θίγει την ενότητα της πίστεως.

Κατά το άρθρο 3 παρ. 2 του Συντάγματος, το εκκλησιαστικό καθεστώς που υπάρχει σε ορισμένες περιοχές του Κράτους δεν αντίκειται στις διατάξεις της παραγράφου 1.

Οι περιοχές αυτές συνδέονται με το Οικουμενικό Πατριαρχείο με διαφορετικές μορφές. Η Εκκλησία της Κρήτης είναι ημιαυτόνομη, τελεί σε κανονική εξάρτηση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και διοικείται από την Ιερά Επαρχιακή της Σύνοδο κατά τον Καταστατικό της Νόμο (ν. 4149/1961).

Οι Μητροπόλεις της Δωδεκανήσου υπάγονται άμεσα στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Το Άγιον Όρος αποτελεί αυτοδιοίκητο τμήμα του ελληνικού Κράτους και διατελεί πνευματικώς υπό την άμεση δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου (άρθρο 105 Συντ.).

Οι συνοδικές πράξεις της Εκκλησίας της Ελλάδος δεν καταλαμβάνουν τις περιοχές αυτές (Προϋποθέσεις τελέσεως θρησκευτικού γάμου, υπό Ε).

Αντιθέτως, οι Μητροπόλεις των Νέων Χωρών, οι οποίες ανήκουν κανονικώς στον Οικουμενικό Θρόνο αλλά διοικούνται επιτροπικώς από την Εκκλησία της Ελλάδος κατά την Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του 1928, διέπονται από τις συνοδικές πράξεις της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Κάθε Εκκλησία ασκεί, επομένως, τη συνοδική της κρίση στην περιφέρεια της δικαιοδοσίας της, κατά τρόπο που εντάσσεται αρμονικά στο άρθρο 3 του Συντάγματος.

Σε επίπεδο κοινής νομοθεσίας, ο ν. 1250/1982 καθιέρωσε την ισοτιμία θρησκευτικού και πολιτικού γάμου και αναγνώρισε στην Εκκλησία το δικαίωμα να καθορίζει η ίδια τις επιπλέον προϋποθέσεις του ορθοδόξου γάμου (Προϋποθέσεις τελέσεως θρησκευτικού γάμου, υπό Ζ).

Το κώλυμα του γάμου μετά τη χειροτονία δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των αυτοτελών αστικών κωλυμάτων γάμου. Ωστόσο, κατά το άρθρο 1367 παρ. 1 ΑΚ, οι προϋποθέσεις της ιεροτελεστίας και κάθε θέμα σχετικό με αυτήν διέπονται από το τυπικό και τους κανόνες του δόγματος, εφόσον δεν αντίκεινται στη δημόσια τάξη.

Η ελληνική έννομη τάξη παραπέμπει, επομένως, ρητά στο κανονικό δίκαιο για τις προϋποθέσεις του θρησκευτικού γάμου, και η κρίση για το κανονικό κώλυμα ανήκει στην κατά τόπον αρμόδια εκκλησιαστική αρχή.

Η παράγραφος II.6 του συνοδικού κειμένου ολοκληρώνει το πλαίσιο: η εκκλησιαστική πράξη λαμβάνει υπόψη την κρατική νομοθεσία, χωρίς όμως να υπερβαίνει τα όρια της οικονομίας.

Η εναρμόνιση των κωλυμάτων συγγενείας με τον Αστικό Κώδικα αποτελεί θεμιτή προσαρμογή. Αντιθέτως, καμία προσαρμογή δεν χωρεί εκεί όπου θα θιγόταν η ταυτότητα του μυστηρίου, όπως η διαφορά φύλου των συζύγων (I.6).

VII. Συμπεράσματα

1) Μία από τις σημαντικότερες νομοκανονικές διαστάσεις της αποφάσεως της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου για τον γάμο είναι η ρητή ανάδειξη της αρμοδιότητας της Ιεράς Συνόδου κάθε Αυτοκεφάλου Εκκλησίας να κρίνει τη δυνατότητα εφαρμογής της εκκλησιαστικής οικονομίας, κατά το πλαίσιο που ορίζει το συνοδικό κείμενο. Η κανονιστική ευθύνη είναι συνοδική, ενώ η κατά περίπτωση κρίση μπορεί να ανήκει και στον επιχώριο επίσκοπο, ο οποίος τη διαμορφώνει ως φορέας αυτοτελούς κανονικής ευθύνης.

2) Η ρήτρα II.5.ii αφορά με βεβαιότητα τους μικτούς γάμους. Η ευρύτερη ανάγνωσή της, ως ρήτρας συνοδικής ευθύνης και για τα κωλύματα που η Σύνοδος δεν χαρακτήρισε ρητά απόλυτα, προτείνεται εδώ ως επιστημονικώς υποστηρίξιμη ερμηνευτική υπόθεση, χωρίς να προδικάζεται η απάντηση για καθένα από αυτά.

3) Η Εκκλησία της Ελλάδος ασκεί την αρμοδιότητα αυτή με πάγια συνοδική πράξη, ιδίως στους γάμους Ορθοδόξων με ετεροδόξους, κατά περίπτωση και υπό προϋποθέσεις. Στο ζήτημα του δευτέρου γάμου των κληρικών, η Ιερά Σύνοδος έκρινε το 2006 ότι απαιτείται ομόφωνη απόφαση Πανορθοδόξου Συνόδου. Η επιστολή δεν συνιστά, επομένως, άδεια δευτέρου γάμου κληρικών. Η κρίση αυτή αποτελεί η ίδια άσκηση της συνοδικής αρμοδιότητας, η οποία περιλαμβάνει και την αναγνώριση των ορίων της τοπικής ρυθμίσεως.

4) Η ρύθμιση του Οικουμενικού Πατριαρχείου για τον δεύτερο γάμο ορισμένων κατηγοριών κληρικών, όπως εξειδικεύεται στην εγκύκλιο 508/2021, εκφράζει την ίδια συνοδική λογική χωρίς να επικαλείται την απόφαση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου: κατ’ οικονομίαν δυνατότητα, με εξατομικευμένη συνοδική κρίση, εισήγηση του επιχωρίου επισκόπου και διατήρηση του κανόνα της ακριβείας, και όχι γενική άρση του κωλύματος.

5) Στην ελληνική έννομη τάξη, το άρθρο 3 του Συντάγματος αναγνωρίζει τις διακριτές εκκλησιαστικές δικαιοδοσίες, μέσα στις οποίες κάθε Εκκλησία ασκεί τη συνοδική της κρίση, χωρίς να αποτελεί το ίδιο πηγή της κανονικής αρμοδιότητας, ενώ ο ν. 1250/1982 και το άρθρο 1367 ΑΚ παραπέμπουν για τις προϋποθέσεις της ιεροτελεστίας στους κανόνες της Εκκλησίας, εντός των ορίων της δημόσιας τάξεως.

Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος δεν ομογενοποίησε το δίκαιο του γάμου. Διατύπωσε τον θεσμικό τρόπο με τον οποίο η ενότητα της κανονικής παραδόσεως συνυπάρχει με την ποιμαντική ευθύνη κάθε Αυτοκεφάλου Εκκλησίας, εντός των ορίων που η ίδια η παράδοση θέτει. Υπό την ερμηνευτική προσέγγιση που προτείνεται εδώ, η επιλογή αυτή δεν μαρτυρεί αδυναμία της συνοδικής νομοθεσίας, αλλά ώριμη έκφραση της συνοδικής της φύσεως.

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Τα βοηθήματα παρατίθενται κατά το σύστημα συγγραφέας-έτος και οι πηγές με τη συντομογραφία που αναλύεται κατωτέρω.

Πηγές

Βοηθήματα

Εμφανίσεις: 18599
H αναδημοσίευση του παραπάνω άρθρου ή μέρους του επιτρέπεται μόνο αν αναφέρεται ως πηγή το Romfea.gr με ενεργό σύνδεσμο στην εν λόγω καταχώρηση.
FOLLOW ROMFEA: