Logo
Γράφτηκε από τον/την Romfea.gr. 08/10 16:15

stratiotikos iereas 1

Γράφει ο Αρχιμανδρίτης Ιουστίνος Δ. Μαρμαρινός, Στρατιωτικός Ιερέας (ε.α.)
Θεολόγος-Ιστορικός, ThM, Υποψήφιος διδάκτωρ Θεολογίας


Με διθυραμβικό τρόπο αναγγέλθηκε πρόσφατα από διάφορα μέσα ενημέρωσης ότι «οι Στρατιωτικοί Ιερείς φόρεσαν ξανά τα διακριτικά του στρατιωτικού τους βαθμού», τα οποία είχαν «πάνω από 35 χρόνια να χρησιμοποιήσουν».

Μεταδόθηκε επίσης ότι, «μετά από έγκριση της Διεύθυνσης του Σώματος Στρατιωτικών Ιερέων, εκδόθηκε νέος κανονισμός», σύμφωνα με τον οποίο «οι Στρατιωτικοί Ιερείς μπορούν πλέον να φέρουν στον γιακά του ράσου τους τα διακριτικά αξιωματικού», ενώ καθορίζεται συγχρόνως και ο τρόπος τοποθετήσεώς τους.

Σε ένα μάλιστα από τα σχετικά δημοσιεύματα σχολιάστηκε ότι η εξέλιξη αυτή «όπως φαίνεται έγινε αποδεκτή με ικανοποίηση από τη συντριπτική πλειοψηφία των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων», διότι με τον τρόπο αυτό δηλώνεται ότι οι Στρατιωτικοί Ιερείς αποτελούν «ενεργά και αναπόσπαστα μέλη της στρατιωτικής οικογένειας».

Τα δημοσιεύματα συνοδεύονται και από φωτογραφίες, στις οποίες διαπιστώνεται ήδη η χρήση των νέων διακριτικών.

Μεταξύ των πρώτων Στρατιωτικών Ιερέων που εμφανίζονται στις σχετικές φωτογραφίες με τα προβλεπόμενα επιρράμματα είναι και ο Διευθυντής του Σώματος Στρατιωτικών Ιερέων, π. Νεκτάριος Μαρκάκης.

Τούτο είναι εύλογο, δεδομένου ότι η Διεύθυνση του Σώματος αποτελεί το αρμόδιο υπηρεσιακό όργανο για ζητήματα που αφορούν τους Στρατιωτικούς Ιερείς.

Ο δε εκάστοτε διευθυντής του Σώματος είναι ο μόνος αρμόδιος να εισηγείται θέματα ενδιαφέροντος Σώματος Στρατιωτικών Ιερέων, θέτοντας την προσωπική σφραγίδα του στην όποια πρωτοβουλία αναλαμβάνει.

Επομένως θα ήταν άτοπο να εισηγείται τη νέα αυτή ρύθμιση και μάλιστα «μετά από 35 χρόνια» και ταυτοχρόνως να μην την εφαρμόζει πρώτος ο ίδιος πάνω του.

Οι παραπάνω πρόσφατες εξελίξεις, όμως, καθιστούν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα αλλά και απαραίτητη την αντιπαραβολή τους με τις θέσεις που ο ίδιος ο σημερινός διευθυντής του Σώματος των Στρατιωτικών Ιερέων έχει δημοσίως, σταθερά και με ιδιαίτερη σαφήνεια διατυπώσει εδώ και χρόνια.

Πράγματι, σε άρθρο του υπό τον εύγλωττο τίτλο «Ιδεολογικές προϋποθέσεις οργάνωσης της Θρησκευτικής Υπηρεσίας των Ενόπλων Δυνάμεων», που γνώρισε, μάλιστα, κατά καιρούς και διάφορες δημοσιεύσεις, ο π. Νεκτάριος Μαρκάκης αποτύπωνε, εν είδει καταστατικών αρχών, τις θέσεις του για τον εκκλησιολογικό χαρακτήρα και τις ορθόδοξες «ιδεολογικές» προϋποθέσεις που, κατά την άποψή του, όφειλαν να διέπουν το Σώμα των Στρατιωτικών Ιερέων.

Καταθέτοντας, μεταξύ άλλων, την πλήρη και κάθετη αντίθεσή του στη χρήση στρατιωτικών διακριτικών επί της κληρικής ενδυμασίας —εσώρασο (αντερί) και εξώρασο—, υποστήριζε ότι η «στρατιωτικοποίηση» αυτή των κληρικών στις Ένοπλες Δυνάμεις τούς μεταβάλλει τελικά σε «καρικατούρα Αξιωματικού».

Θεμελίωνε μάλιστα τη θέση του στο αξίωμα ότι «ο Στρατιωτικός Ιερέας δεν διαφέρει σε τίποτα από τους λοιπούς κληρικούς της Εκκλησίας, γι’ αυτό το λόγο και δεν φέρει στρατιωτικά διακριτικά, αλλά την περιβολή του κάθε Ορθόδοξου κληρικού».

Παρέπεμπε, επιπλέον, σε εγκυκλίους τόσο της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος όσο και της Διευθύνσεως Θρησκευτικού του ΓΕΕΘΑ, οι οποίες, όπως ο ίδιος σημείωνε, απαγόρευαν τη χρήση διακριτικών στρατιωτικού βαθμού στο εσώρασο ή στο εξώρασο των Στρατιωτικών Ιερέων.

Επέκρινε δε τη Διεύθυνση Θρησκευτικού του ΓΕΕΘΑ διότι, «με το να εξουσιοδοτεί τους στρατιωτικούς σχηματισμούς να ελέγχουν τους Στρατιωτικούς Ιερείς για την ιερατική περιβολή, προκαλεί την επέμβαση του στρατού σε καθαρώς ενδοεκκλησιαστικά θέματα».

Στην ίδια παραπομπή επικαλούνταν τον μακαριστό Μητροπολίτη Περιστερίου Χρυσόστομο Ζαφείρη για κάποια συναφή περίπτωση, σύμφωνα με τον οποίο «μια τέτοια πράξη προάγει μια επιβλαβή εκκοσμίκευση στην Εκκλησία και έναν καισαροπαπισμό».

Σχολιάζοντας, μάλιστα, επικριτικά τη διατύπωση της Ιεράς Συνόδου ότι «διακριτικά αλλότρια της εκκλησιαστικής τάξεως και παραδόσεως απάδουσι τοις κληρικοίς», κατέθετε τη δική του ερμηνεία: «θεωρούμε όμως ότι τα στρατιωτικά διακριτικά αποφεύγονται επί του ράσου, επειδή ο Στρατιωτικός Ιερέας δεν διαφέρει σε τίποτα από κάθε Ορθόδοξο κληρικό, και όχι επειδή “απάδουσι τοις κληρικοίς”».

Κατόπιν αυτών, ορισμένα ερωτήματα προκύπτουν αβίαστα και δύσκολα μπορούν να παρακαμφθούν.

Πώς είναι δυνατόν ο ίδιος κληρικός, ο οποίος σταθερά, επίμονα και κατηγορηματικά υποστήριζε ότι ο Στρατιωτικός Ιερέας «δεν διαφέρει σε τίποτα από τους λοιπούς κληρικούς της Εκκλησίας» και γι’ αυτό «δεν φέρει στρατιωτικά διακριτικά», σήμερα, ως Διευθυντής του Σώματος Στρατιωτικών Ιερέων, να πρωτοστατεί στην επαναφορά ακριβώς αυτών των διακριτικών επάνω στο ιερατικό ένδυμα;

Τι μεσολάβησε από το 2018 τουλάχιστον μέχρι σήμερα, ώστε εκείνο που τότε παρουσιαζόταν ως σοβαρή εκκλησιολογική και δεοντολογική απόκλιση να προβάλλεται πλέον ως θεμιτή ρύθμιση; Μεταβλήθηκαν οι εκκλησιολογικές αρχές ή η θεώρηση του ζητήματος από τη θέση της διοικητικής ευθύνης;

Εάν, όπως γραφόταν τότε, η τοποθέτηση στρατιωτικών διακριτικών στο ράσο οδηγεί στη «στρατιωτικοποίηση» του κληρικού και ενέχει τον κίνδυνο να τον μεταβάλει σε «καρικατούρα Αξιωματικού», με ποιο θεολογικό, εκκλησιολογικό ή ποιμαντικό επιχείρημα θεωρείται ότι ο κίνδυνος αυτός δεν υφίσταται πλέον;

Εάν η επέμβαση της στρατιωτικής διοικήσεως στην ιερατική περιβολή καταγγελλόταν στο πόνημά του ως επέμβαση «σε καθαρώς ενδοεκκλησιαστικά θέματα», πώς δικαιολογείται σήμερα η έκδοση υπηρεσιακών οδηγιών που καθορίζουν ποια στρατιωτικά διακριτικά θα φέρονται επάνω στο ράσο και προβλέπουν την εφαρμογή των σχετικών ρυθμίσεων από τις στρατιωτικές Διοικήσεις;

Και τι απέγιναν οι εγκύκλιοι της Ιεράς Συνόδου και της Διευθύνσεως Θρησκευτικού ΓΕΕΘΑ, τις οποίες ο ίδιος ο συγγραφέας επικαλούνταν ως θεσμική θεμελίωση της μη τοποθετήσεως στρατιωτικών διακριτικών στο εσώρασο και στο εξώρασο;

Καταργήθηκαν; Ανακλήθηκαν; Αντικαταστάθηκαν από νεότερες αποφάσεις; Και, εάν ναι, ποιες είναι αυτές και με ποια ειδικότερη εκκλησιολογική αιτιολογία αναθεωρήθηκε η προηγούμενη θέση;

Πώς συμβιβάζεται, τέλος, η πρόσφατη πρωτοβουλία του με την τότε επίκληση της συνοδικής θέσεως, την οποία όχι μόνο αποδέχεται στην ουσία της αλλά και πλειοδοτεί έναντι αυτής, διορθώνοντάς την, ότι «διακριτικά αλλότρια της εκκλησιαστικής τάξεως και παραδόσεως απάδουσι τοις κληρικοίς»;

Έπαψαν τα στρατιωτικά διακριτικά να θεωρούνται αλλότρια προς την εκκλησιαστική περιβολή ή μεταβλήθηκε η ίδια η αντίληψη περί της ταυτότητας του Στρατιωτικού Ιερέως;

Τα ερωτήματα αυτά υπερβαίνουν ασφαλώς ένα πρόσωπο και μία απλή ενδυματολογική επιλογή. Αφορούν τη συνέπεια μιας ολόκληρης εκκλησιολογικής θέσεως και, τελικά, την ίδια την αυτοσυνειδησία του θεσμού των Στρατιωτικών Ιερέων.

Γι’ αυτό και το ουσιώδες ερώτημα παραμένει εκείνο που η ίδια η επιχειρηματολογία του άρθρου του ίδιου του π. Νεκταρίου Μαρκάκη έθεσε με ιδιαίτερη οξύτητα: Ο Στρατιωτικός Ιερέας καλείται να εμφανίζεται μέσα στις Ένοπλες Δυνάμεις πρωτίστως ως κληρικός της Εκκλησίας ή να μεταφέρει επάνω στο ίδιο το ράσο τη σημειολογία και την εξωτερική εικόνα του αξιωματικού;

Τα κείμενα μιλούν από μόνα τους.

Υ.Γ. Και ενώ στην Ελλάδα επανέρχονται, ύστερα από δεκαετίες, τα διακριτικά του στρατιωτικού βαθμού επάνω στο ίδιο το ιερατικό ράσο, από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού ακολουθείται, κατά αξιοσημείωτη συγκυρία, η αντίστροφη πορεία.

Με νέα οδηγία του αμερικανικού Υπουργείου Πολέμου οι στρατιωτικοί ιερείς, μολονότι παραμένουν αξιωματικοί και διατηρούν ακέραιη την υπηρεσιακή τους ιδιότητα, αφαιρούν από τις επιχειρησιακές στρατιωτικές στολές τα διακριτικά του βαθμού τους και στη θέση τους φέρουν το θρησκευτικό τους έμβλημα (*).

Η αιτιολογία που δόθηκε από τον Υπουργό Πιτ Χέγκσεθ είναι χαρακτηριστική: «Ο στρατιωτικός ιερέας είναι πρώτα και πάνω απ’ όλα ιερέας και κατά δεύτερον αξιωματικός», και η αλλαγή αυτή αποτελεί την ορατή έκφραση αυτής ακριβώς της αρχής.

Σκοπός είναι να προτάσσεται η πνευματική και ποιμαντική ιδιότητα του ιερέως και να καθίσταται περισσότερο προσιτός στους στρατιωτικούς όλων των βαθμών, για να φαίνεται πρώτιστα αυτό που είναι: ιερέας.

(*) Δεν διαφεύγει της προσοχής ότι, ενώ για όλους τους στρατιωτικούς ιερείς των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων καθορίζεται «να φέρεται Σταυρός στη δεξιά πλευρά του περιλαίμιου των Ράσου και Εσώρασου (Αντερί)», εξαιρείται ο Διευθυντής του Σώματος (ως ο μόνος Ανώτατος στο Σώμα), στο ράσο του οποίου ορίζεται αντί του τ. Σταυρού να τοποθετείται η Δάφνη των ανωτάτων! Με τη ρύθμιση δηλαδή αυτή ο διευθυντής του Σώματος δεν φέρει στο περιλαίμιο του ράσου του κανένα θρησκευτικό έμβλημα, παρά μόνο στρατιωτικά διακριτικά! Και αναρωτιόμαστε: Δεν θα ήταν, άραγε, υπεραρκετό, εάν θα έπρεπε (έστω κατά μία ανεξήγητη επιταγή και ανάγκη) να δηλώνουν οι στρατιωτικοί ιερείς και την στρατιωτική τους ιδιότητα, να χρησιμοποιούν το επίσημο έμβλημα του Σώματός τους [ως αποσπόμενο μικρό διακριτικό σήμα. προσαρτώμενο απλώς στο αριστερό θωρακικό θυλάκιο (αριστερή τσέπη) του ράσου τους δια περόνης ή καρφίδος], το οποίο μάλιστα έχει καθιερωθεί εδώ και τουλάχιστον τρία χρόνια με επίσημη απόφαση του ΣΑΓΕ (Συμβούλιο Αρχηγών Γενικών Επιτελείων) υπό την προεδρία του εμπνευσμένου Αρχηγού ΓΕΕΘΑ Στρατηγού Κωνσταντίνου Φλώρου, και το οποίο προβάλλει τον τίμιο σταυρό κυρίως, αλλά και το ευαγγέλιο και το άγιο ποτήριο; Και εν κατακλείδι ποιά η αξία της πληροφορίας για τους άνδρες και τις γυναίκες π.χ. ενός στρατιωτικού σχηματισμού ότι ο συγκεκριμένος κληρικός, που κάθε ημέρα επί χρόνια βλέπουν μπροστά τους, στα γραφεία τους, στο στρατόπεδό τους, στο ναό τους, στο εστιατόριό τους, στο νοσοκομείο τους, γνωρίζουν το όνομά του, τον συμβουλεύονται όταν θέλουν για θέματά του και ίσως καταθέτουν σε αυτόν, στην εξομολογήση, και τα μύχια της ψυχής τους, –καθότι είναι ο ιερέας του στρατιωτικού σχηματισμού τους–, έχει και την ιδιότητα του στρατιωτικού ιερέα, εμφαινόμενη επί του ράσου σε διακριτικά βαθμών και οπλοσήμων;

H αναδημοσίευση του παραπάνω άρθρου ή μέρους του επιτρέπεται μόνο αν αναφέρεται ως πηγή το Romfea.gr με ενεργό σύνδεσμο στην εν λόγω καταχώρηση.
FOLLOW ROMFEA: