Logo
Γράφτηκε από τον/την Romfea.gr. 08/09 10:40

xristos 1

Πρωτ. Βασιλείου Α. Γεωργόπουλου στην Romfea.gr
Αναπληρωτή Καθηγητή Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ


1. Η γένεση της φεμινιστικής θεολογίας

Η φεμινιστική θεολογία εμφανίστηκε αρχικά στις Ηνωμένες Πολιτείες επηρεασμένη από τα κινήματα για τα πολιτικά δικαιώματα και τη γυναικεία χειραφέτηση, και αργότερα εξαπλώθηκε στη δυτική Ευρώπη.(Ch. Schaumberger - M.Maaßen,(Ηrsg) Handbuch Feministische Theologie, [3η έκδ], 1989. Lucia Scherzberg, Grundkurs feministische Theologie, 1995).

Οι εκπρόσωποί της τονίζουν ότι η παραδοσιακή χριστιανική θεολογία δεν υπήρξε ποτέ ουδέτερη, καθώς διαμορφώθηκε μέσα σε πατριαρχικές κοινωνίες και επομένως αντανακλά ανδρικές εμπειρίες, αξίες και συμφέροντα.

Κεντρική έννοια της φεμινιστικής θεολογίας είναι η πατριαρχία, η οποία δεν νοείται απλώς ως ανδρική κυριαρχία στην οικογένεια ή στην κοινωνία, αλλά ως ένα ευρύτερο πολιτισμικό και συμβολικό σύστημα που επηρεάζει τους θεσμούς, τη γλώσσα, τη θρησκεία, τις επιστήμες και τις ανθρώπινες σχέσεις.

Από αυτή την οπτική, η πατριαρχία συνδέεται με αξίες όπως η εξουσία, η κυριαρχία, η επιθετικότητα, ο ανταγωνισμός και ένας δυϊστικός τρόπος σκέψης που αντιπαραθέτει και ιεραρχεί ζεύγη εννοιών όπως άνδρας–γυναίκα, πνεύμα–ύλη, Θεός–κόσμος, ψυχή–σώμα.(N.Slenczka, Feministische Theologie: Darstellung und Kritik, 1993).

Πολλές φεμινίστριες θεολόγοι θεωρούν ότι η ιστορία της ανθρωπότητας χαρακτηρίζεται από μια μετάβαση από έναν παλαιότερο, μητριαρχικό και πιο ισορροπημένο πολιτισμό σε έναν πατριαρχικό κόσμο εξουσίας — μια μετάβαση που ερμηνεύεται σχεδόν ως μορφή ιστορικής «πτώσης».

2. Η φεμινιστική Χριστολογία

Ένα ξεχωριστό κεφάλαιο της φεμινιστικής θεολογίας είναι ο τρόπος θεώρησης του προσώπου του Χριστού. Εξ αρχής πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι φεμινιστική Χριστολογία δεν αποτελεί μια ενιαία και ομοιογενή σχολή θεολογικής σκέψης, αλλά πολυφωνικό και συχνά αντισυμβατικό πεδίο.

Αφετηρία της σύγχρονης φεμινιστικής θεολογίας σχετικά με το πρόσωπο του Χριστού αποτελεί η αρχή ότι δεν είναι δυνατό ούτε επιθυμητό να υπάρξει μια καθολικά αποδεκτή Χριστολογία, επειδή η κατανόηση του Χριστού ως Σωτήρα υπήρξε ιστορικά ασυνεχής, πολυδιάστατη και βαθιά εξαρτημένη από πολιτισμικά και φιλοσοφικά συμφραζόμενα.

Πολλές φεμινίστριες θεολόγοι, από τη Mary Daly έως τη Rosemary Radford Ruether, την Elisabeth Schüssler Fiorenza και την Elizabeth Johnson, υποστηρίζουν ότι η εκκλησιαστική Χριστολογία, όπως διαμορφώθηκε ιστορικά κατά κύριο λόγο από άνδρες και μέσα σε ανδροκεντρικά εκκλησιαστικά και κοινωνικά πλαίσια, φέρει έντονα τα ίχνη της πατριαρχικής συγκρότησής της.

Κατά συνέπεια, παραδοσιακές χριστολογικές αντιλήψεις θεωρείται ότι συχνά περιορίζουν τη γυναικεία εμπειρία και φωνή και δυσχεραίνουν την ανάπτυξη μιας θεολογίας προσανατολισμένης στην ισότητα των φύλων και στην αποδόμηση των έμφυλων ιεραρχιών.

3. Η κριτική της βιβλικής γλώσσας 

Κεντρικό πεδίο αυτής της κριτικής αποτελεί η βιβλική γλώσσα και, ειδικότερα, η κυριαρχία ανδρικών εικόνων και μεταφορών για τον Θεό.

Η αποκλειστική ή σχεδόν αποκλειστική απεικόνισή Του ως Πατέρα, Κυρίου, Κυρίαρχου και Βασιλέα, δεν αντανακλά απλώς τις ιστορικές πατριαρχικές κοινωνικές δομές, αλλά μπορεί παράλληλα να συμβάλλει στη διαιώνισή τους. (Monika Jakobs, Frauen auf der Suche nach dem Göttlichen. Die Gottesfrage in der feministischen Theologie, 1993).

Η επί αιώνες μονομερής χρήση ανδρικών όρων για το Θεό δημιουργεί, κατά την Johnson, την εντύπωση ότι η θεότητα συνδέεται προνομιακά με το ανδρικό φυλο, με αποτέλεσμα η γυναικεία εμπειρία να καθίσταται θεολογικά δευτερεύουσα ή ακόμη και αόρατη. (Ch.Molar ,Im An fang war die Weisheit. Feministische Kritik des männlichen Gottesbildes, 1988).

Η προβληματική αυτή επεκτείνεται και σε παραδοσιακές χριστολογικές και εκκλησιολογικές εικόνες που χρησιμοποιήθηκαν για τη θεμελίωση έμφυλων ιεραρχιών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η συσχέτιση της εικόνας του Χριστού ως κεφαλής της Εκκλησίας με την αντίληψη του άνδρα ως κεφαλής της γυναίκας. Τέτοιου είδους ερμηνευτικά σχήματα αξιοποιήθηκαν ιστορικά για τη θεολογική νομιμοποίηση της γυναικείας υποτέλειας τόσο στην οικογενειακή όσο και στην εκκλησιαστική ζωή.

Η Elisabeth Schüssler Fiorenza ασκεί έντονη κριτική σε ανάλογες ερμηνευτικές πρακτικές, εντάσσοντάς τες σε ένα ευρύτερο ανδροκρατικό πλαίσιο παραγωγής και ερμηνείας του θεολογικού λόγου, το οποίο περιόρισε τη φωνή, την αυτενέργεια και την πλήρη συμμετοχή των γυναικών στη χριστιανική κοινότητα.

Υποστηρίζει οτι η Αγία Γραφή χρησιμοποιήθηκε ιστορικά για να νομιμοποιήσει μορφές γυναικείας υποταγής, δεν μπορεί πλέον να θεωρείται αυτονόητα δεσμευτική αυθεντία· αντίθετα, πρέπει να ερμηνεύεται κριτικά και να επιλέγονται εκείνα τα στοιχεία που ενισχύουν την απελευθέρωση και την ισότητα. (Elisabeth (Schüssler Fiorenza, Gerecht ist das Wort der Weisheit. Historisch-politische Kontexte feministischer Bibelinterpretation , 2008).

Σ τόχος της είναι, επομένως, είτε μέσω της ριζικής αμφισβήτησης είτε μέσω της κριτικής επανερμηνείας της χριστιανικής παράδοσης, να αποδομήσει τα στοιχεία εκείνα που συνδέουν το θείο με την ανδρική κυριαρχία και να διαμορφώσει έναν θεολογικό λόγο που θα θεμελιώνεται περισσότερο στην ισότητα, την αμοιβαιότητα, τη συμπερίληψη και την πλήρη ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

4. Ριζοσπαστικές τάσεις στη φεμινιστική Χριστολογία

Ωστόσο, οι φεμινιστικές προσεγγίσεις διαφοροποιούνται σημαντικά ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης αυτού του προβλήματος. Στο πλαίσιο αυτό, η ανδρική φύση του Σωτήρα, σε συνδυασμό με την ιστορική διαμόρφωση της χριστιανικής παράδοσης σε περιβάλλοντα όπου η θεολογική εξουσία και η ερμηνευτική αυθεντία ανήκαν σχεδόν αποκλειστικά σε άνδρες, θεωρείται ότι συνέβαλε στην εδραίωση μιας ανδροκεντρικής πρόσληψης του θείου.

Ορισμένες ριζοσπαστικές φεμινίστριες θεολόγοι, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Mary Daly, υποστηρίζουν ότι η μορφή του Χριστού και η βιβλική παράδοση έχουν συνδεθεί τόσο στενά με πατριαρχικές αντιλήψεις, ώστε δύσκολα μπορούν να λειτουργήσουν ως αυθεντικά σύμβολα γυναικείας χειραφέτησης.

Για τη Daly, επομένως, η απελευθέρωση των γυναικών προϋποθέτει ριζική απομάκρυνση από τις παραδοσιακές χριστιανικές εικόνες του Θεού και, ευρύτερα, από ένα θεολογικό σύστημα το οποίο θεωρεί δομικά πατριαρχικό.

Άλλες φεμινίστριες θεολόγοι, ωστόσο, όπως η Rosemary Radford Ruether και η Elizabeth Johnson, δεν υιοθετούν αυτή την πλήρη ρήξη με τη χριστιανική παράδοση.

Αντιθέτως, θεωρούν ότι η παράδοση μπορεί να ανανεωθεί εκ των έσω μέσω μιας κριτικής επανερμηνείας, η οποία αφενός αποκαλύπτει τις πατριαρχικές στρεβλώσεις που διαμορφώθηκαν ιστορικά και αφετέρου αναδεικνύει τα απελευθερωτικά, ισότιμα και συμπεριληπτικά στοιχεία του χριστιανικού μηνύματος.

Κεντρικό ζήτημα για σημαντικό μέρος της φεμινιστικής Χριστολογίας αποτελεί η σχέση μεταξύ της ανδρικής ταυτότητας του ιστορικού Ιησού και της καθολικότητας του σωτηριολογικού Του έργου.

Χαρακτηριστικό είναι το ερώτημα της Rosemary Radford Ruether:« Μπορεί ένας άνδρας Σωτήρας να σώσει τις γυναίκες;».

Στο πλαίσιο αυτό αναπτύχθηκαν εναλλακτικές χριστολογικές προσεγγίσεις, μεταξύ των οποίων ιδιαίτερη θέση κατέχει η λεγόμενη στο χώρο τους σοφιολογική Χριστολογία.

Η Elizabeth A. Johnson αξιοποιεί τη βιβλική παράδοση περί της θείας Σοφίας και αναπτύσσει μία μη ανδροκεντρική Χριστολογία, συνδέοντας τον Ιησού Χριστό με τη Σοφία του Θεού και αντλώντας, μεταξύ άλλων, από το παύλειο χωρίο Α΄ Κορ. 1,24, όπου ο Χριστός χαρακτηρίζεται «Θεοῦ δύναμις καὶ Θεοῦ σοφία».

 Η Elisabeth Schüssler Fiorenza ακολουθεί διαφορετική εννοιολογική κατεύθυνση, ουσιαστικά νεοαρειανική, παρουσιάζοντας περισσότερο τον Χριστό ως προφήτη και αγγελιαφόρο της θείας Σοφίας παρά ταυτίζοντάς Τον κατά τον ίδιο τρόπο με την ενσαρκωμένη Σοφία. Πρόκειται για ουσιώδη διαφοροποίηση μεταξύ των δύο προσεγγίσεων.

Η Heyward προτείνει να αντικατασταθεί ο όρος Χριστός από το επίθετο christic, ώστε η ενσάρκωση να νοηθεί ως εμπειρία που μπορεί να αφορά κάθε άνθρωπο ο οποίος ζει σχέσεις δικαιοσύνης, αλληλεγγύης και σωματικής σύνδεσης.

Η απλή έμφαση στην ανθρώπινη φύση του Ιησού δεν αρκεί, διότι συχνά αγνοεί τη σημασία της σεξουαλικής διαφοράς.

Αν ο Θεός ενσαρκώνεται στο ανθρώπινο σώμα, τότε πρέπει να ενσαρκώνεται και στο γυναικείο σώμα, το οποίο ιστορικά έχει υποτιμηθεί και ελεγχθεί.

Η θεολογία οφείλει να αναγνωρίσει ότι οι γυναίκες διαθέτουν τη δική τους εμπειρία του Θεού, διαφορετική αλλά ισότιμη με εκείνη του Ιησού, και ότι η γυναικεία σωματικότητα μπορεί να καταστεί τόπος θείας παρουσίας (Julie M. Hopkins, Feministische Christologie. Wie Frauen heute von Jesus reden können , 1996).

5. Η φεμινιστική κριτική της παραδοσιακής Εκκλησιαστικής Χριστολογίας

Η φεμινιστική θεολογία έχει ασκήσει σημαντική κριτική σε πτυχές της παραδοσιακής Εκκλησιαστικής Χριστολογίας και κυρίως στον τρόπο με τον οποίο αυτή ερμηνεύθηκε. Οι επιμέρους εκπρόσωποί της δεν υιοθετούν ταυτόσημες θέσεις έναντι των δογματικών διατυπώσεων των Οικουμενικών Συνόδων. 

Ορισμένες εκπρόσωποι της φεμινιστικής θεολογίας υποστηρίζουν ότι η Εκκλησιαστική Χριστολογία συνέβαλε στη θεολογική νομιμοποίηση πατριαρχικών αντιλήψεων εντός των εκκλησιαστικών δομών. Η κριτική τους αφορά κυρίως στον τρόπο με τον οποίο το πρόσωπο του ιστορικού Χριστού, η ανδρική του ταυτότητα και οι χριστολογικοί συμβολισμοί ερμηνεύθηκαν στο πλαίσιο συγκεκριμένων κοινωνικών και εκκλησιαστικών συνθηκών.

Παράλληλα, ορισμένες φεμινιστικές θεολογικές προσεγγίσεις υποστηρίζουν ότι η εκκλησιαστική Χριστολογία έχει αφηρημένο ή έντονα μεταφυσικό χαρακτήρα, ασκούν κριτική στην κλασική δογματική Χριστολογία και επιδιώκουν την επαναδιατύπωσή της μέσω ιστορικών, κοινωνικών, και ανθρωπολογικών κατηγοριών.

Έτσι, όπως επισημαίνεται: «  η φεμινιστική χριστολογία παραμένει πάντοτε προσανατολισμένη στη αποδόμηση του κοινωνικοπολιτικού πλαισίου των χριστολογικών λόγων» .( Karlheinz Ruhstorfer (Hrsg.), Christologie, 2018).

Σήμερα, εκπρόσωποι του χωρου, υποστηρίζουν ότι η δυτική χριστολογική παράδοση αμφισβητείται από νέες χριστολογίες που αναπτύσσονται στη Λατινική Αμερική, την Αφρική, την Ασία και στις μαύρες κοινότητες της Δύσης.( Doris Strahm, Vom Rand in die Mitte – Christologie aus der Sicht von Frauen aus Asien, Afrika und Lateinamerika ,1997).

6. Η μεθοδολογική και δογματική διαφοροποίηση της Ορθόδοξης θεολογίας

Από την οπτική της ορθόδοξης θεολογίας η σωτηρία του ανθρώπινου γένους δεν εξαρτάται θεολογικά από το γεγονός ότι ο Θεάνθρωπος ήταν άνδρας, αλλά από το γεγονός ότι ο σαρκωθείς Υιός και Λόγος του Θεού προσέλαβε πλήρη, αληθινή ανθρώπινη φύση εκτός αμαρτίας, και την ένωσε με τη θεία φύση στο ένα και μοναδικό πρόσωπό Του.

Ο Χριστός σώζει όχι επειδή αποτελεί εκπρόσωπο του ανδρικού φύλου, αλλά επειδή είναι ο Θεάνθρωπος, ο σαρκωθείς Υιός και Λόγος του Θεού, ο οποίος προσλαμβάνει ,ανακαινίζει και δοξάζει την ανθρώπινη φύση.

Κατά συνέπεια, από ορθόδοξη άποψη, η ανδρικό φύλο του Χριστού ανήκει στην ιστορική πραγματικότητα της Ενανθρωπήσεως, χωρίς όμως να αποτελεί τη σωτηριολογική αιτία ή το θεμέλιο της καθολικότητας της σωτηρίας.

Η σωτηρία αφορά εξίσου ολόκληρο το ανθρώπινο γένος, άνδρες και γυναίκες, διότι εκείνο που προσλαμβάνει ο Υιός και Λόγος του Θεού δεν είναι μία δήθεν αποκλειστικά «ανδρική ανθρώπινη φύση», αλλά η κοινή ανθρώπινη φύση.

Από την ορθόδοξη οπτική, οι κοινωνικές και ιστορικές διαστάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης μπορούν ασφαλώς να αποτελούν αντικείμενο θεολογικού προβληματισμού, δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν το πρωταρχικό ερμηνευτικό κριτήριο της εν Χριστώ Ιησού θείας Αποκαλύψεως.

Η εκκλησιαστική Χριστολογία δεν θεμελιώνει, επομένως, τη μοναδικότητα και τη σωτηριολογική σημασία του Χριστού στο φύλο, στην κοινωνική Του ταυτότητα ή σε σχέσεις ανθρώπινης εξουσίας, αλλά στο μυστήριο της εν Χριστώ Ιησού θείας Οικονομίας.

Υπό αυτή την έννοια, η ορθόδοξη θεολογία δεν μπορεί να αποδεχθεί χριστολογικές ανακατασκευές που θα αποδυνάμωναν ή θα ακύρωναν τη δογματική εκκλησιαστική αυτοσυνει- δησία περί του προσώπου Του.

Επομένως, η ουσιαστική αφετηριακή διαφωνία της ‘Ορθόδοξης θεολογιας με μορφές της φεμινιστικής θεολογίας δεν έγκειται στην άρνηση αναγνώρισης της ισότιμης αξίας ανδρών και γυναικών —η οποία αποτελεί δεδομένο της χριστιανικής ανθρωπολογίας— αλλά στη μεθοδολογική και δογματική αφετηρία της θεώρηασης του προσώπου του Χριστού.

Για την Εκκλησία αποτελεί διαχρονικά, κατά τον άγιο Ιουστίνο Πόποβιτς, την «ύψιστη αξία και το έσχατο κριτήριο » η αποδοχή του σαρκωθέντος Υιού και Λόγου του Θεού, «καθώς παρέδοσαν ἡμῖν οἱ ἀπ’ ἀρχῆς αὐτόπται καὶ ὑπηρέται γενόμενοι τοῦ λόγου» (Λουκ. 1,2) και όχι η ανακατασκευή του προσώπου του Χριστού με πρωταρχικό κριτήριο σύγχρονες κοινωνιολογικές θεωρίες ή θεωρίες περί φύλου.

Εμφανίσεις: 144337
H αναδημοσίευση του παραπάνω άρθρου ή μέρους του επιτρέπεται μόνο αν αναφέρεται ως πηγή το Romfea.gr με ενεργό σύνδεσμο στην εν λόγω καταχώρηση.
FOLLOW ROMFEA: