
Παναγιώτης Ἰ. Μπούμης
Ὁμότ. Καθηγητής Παν/μίου Ἀθηνῶν
Παρακολούθησα μέ ἐνδιαφέρον στήν ἐφημερίδα «Ὀρθόδοξος Τύπος» τό διάλογο μεταξύ τῶν ὑπευθύνων (ἀνωνύμως) τῆς ἐφημερίδας καί τοῦ παλαιοῦ συνεργάτου τῆς ἐφημερίδας Διονυσίου Πολυμενόπουλου.
Οἱ ὑπεύθυνοι τοῦ Ο.Τ. τιτλοφοροῦσαν τό ἄρθρο τους ὡς ἑξῆς: «Περγάμου: Ἡ "ἕνωσις" δέν πρόκειται νά γίνει» (Ο.Τ. 29-3-2024)· καί ὁ κ. Πολυμενόπουλος ρωτοῦσε ὡς ἑξῆς στήν ἐπιστολή του: «Δέν θά γίνει ἡ "ἕνωσις";» (Ο.Τ. 5-4-2024).
Καί τό ἐνδιαφέρον μου ἐνισχύθηκε ἀπό παλαιότερη μελέτη μου (2017) γύρω ἀπό τό θέμα αὐτό μέ βάση καί ἑρμηνεία τῶν δύο μικρῶν (Β΄ καί Γ΄) ἐπιστολῶν τοῦ ἀποστόλου καί εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου. Ἡ ἑρμηνευτική αὐτή μελέτη ἔφερε τόν τίτλο: «Δύο "ἐκλεκτές ἀδελφές" ― Ἐκκλησίες καί οἱ διαφορετικοί "πρῶτοι" τους» (Ἐκδ. «Ἑπτάλοφος»).
Σύμφωνα μέ τό περιεχόμενο τῶν δύο ἀλληλοεξαρτημένων αὐτῶν ἐπιστολῶν οἱ δύο ἐκλεκτές αὐτές, ἀλλά ἀνώνυμες, ἀδελφές, συμβολίζουν τίς δύο μεγάλες Ἐκκλησίες καί μέ τίς διαρθρώσεις τους. Γιά νά ὑποστηρίξουμε αὐτήν τήν ἑρμηνεία παραθέτουμε τά ἑξῆς:
Μία πρώτη πρόκληση-ὑπόδειξη γιά τήν ἑρμηνεία αὐτή εἶναι τό παράδοξο φαινόμενο στή Β΄ Ἐπιστολή ὅτι, ἐνῶ μιλάει γιά δύο ἐκλεκτές ἀδελφές, ἐν τούτοις τίς ἀναφέρει ἀνωνύμως (Β΄ Ἰωάν., στίχ. 1 καί 13), πρᾶγμα πού προβληματίζει τόν ἀναγνώστη καί τόν ἀναγκάζει νά ἀναζητήσει τί κρύβεται πίσω ἀπό τίς ἐκλεκτές (= ἐκλεγμένες) «ἀδελφές».
Σ' αὐτό βοηθάει καί ἡ Γ΄ Ἐπιστολή, τήν ὁποία συνδέει ὁ Ἰωάννης μέ τή Β΄ διά τῆς αὐθεντικῆς ἐκφράσεως «Ἔγραψά τι (= κάτι τι) τῇ Ἐκκλησίᾳ» (στ. 9). Αὐτό τό «τί», αὐτό τό «μικρό» μᾶς κατευθύνει νά ἐννοήσουμε τή Β΄, αὐτήν τή μικρή ἐπιστολή, ὅπου ἀναφέρονται οἱ δύο ἀδελφές Ἐκκλησίες καί μάλιστα «ὡς Ἐκκλησία μία».
Καί ἐνισχύεται ἡ ἄποψη ὅτι πρόκειται περί τῶν μεγάλων Ἐκκλησιῶν (καί ἐδῶ περί τῆς Δυτικῆς), γιατί ἡ ἐν συνεχείᾳ πρόταση, «ἀλλ' ὁ φιλοπρωτεύων αὐτῶν Διοτρεφής», μᾶς ὑποδεικνύει τόν ἀγαπῶντα τό πρωτεῖον (ὄχι πρωτεύοντα) Διοτρεφή. Ἀλλά μήπως καί ἡ ὀνομασία Διοτρεφής δέν μᾶς παραπέμπει στόν Δία, τόν πατέρα τῶν θεῶν; Στόν
Διοτρεφή, τ.ἔ. τόν ἐμφορούμενο ἤ μᾶλλον τρεφόμενο μέ τίς περί θεοῦ Διός ἰδέες τῶν Ἐθνικῶν. Μέ αὐτούς τούς χαρακτηρισμούς εὐχερῶς ἐννοοῦμε τόν παπικό θεσμό τῆς Δύσεως.
Βεβαίως καί εὐτυχῶς, ἐκτός ἀπό αὐτήν τήν κακή ὄψη τοῦ παπικοῦ θεσμοῦ καί τήν ἀγάπη του πρός τό πρωτεῖον, ἔχουμε καί τήν καλή του ὄψη καί πλευρά, τήν ὁποία ἀντιπροσωπεύει ὁ «Δημήτριος» (Γ΄ Ἰω. 12): «Δημητρίῳ μεμαρτύρηται . . . καί ἡμεῖς δέ μαρτυροῦμεν, καί οἴδατε ὅτι ἡ μαρτυρία ἡμῶν ἀληθής ἐστι». Ἀναφέρεται δηλ. καί στούς καλούς Πάπες, ἀφοῦ προηγουμένως εἶχε ἀναφερθεῖ στούς μή καλούς. Ἐδῶ πρέπει νά ἐπισημάνουμε ὅτι τό Δημήτριος σημαίνει τόν προσγειωμένο, τόν μετρημένο καί ἀκόμη τόν ταπεινόφρονα (Δα=Δη=Γη=Γήινος).
Καί τώρα ἄς σχολιάσουμε μερικά δεδομένα τῶν δύο ἐπιστολῶν τοῦ Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου καί τοῦ διαλόγου τῶν δύο συνεργατῶν τοῦ Ο.Τ., γιά νά καταλήξουμε σέ ὁρισμένα χρήσιμα συμπεράσματα.
Τό πρῶτο σχόλιο εἶναι ὅτι ὁ Ἰωάννης μέ τίς δύο ἐπιστολές, μία (τήν Β΄) γιά τίς δύο ἀδελφές Ἐκκλησίες ὡς σύνολο, καί τήν ἄλλη (τήν Γ΄) μέ τούς ἡγέτες τους δείχνει ὅτι διακρίνει τήν μεταξύ τους ὕπαρξη. Ἄλλο ἡ Ἐκκλησία ὡς σύνολο καί ἄλλο ὁ ἡγέτης της, ὁ πρῶτος. Τούς ἀναφέρει χωριστά Ἐκκλησίες καί ἡγέτες τους ὄχι ὅμως ὅτι εἶναι χωρισμένοι.
Ἀποτελοῦν ἕνα σύνολο ἡ κάθε μιά ἀδελφή.
Ἕνα ἀκόμη σχόλιο γιά ἄλλο ἕνα παράδοξο φαινόμενο τῆς Β΄ Ἐπιστολῆς τοῦ Ἰωάννου: Ἐνῶ ἀναφέρεται σέ δύο ἀδελφές, τήν πρώτη, τήν «Κυρία» (στ. 1 καί 5), πρός τήν ὁποία στέλνει τήν ἐπιστολή, παραδόξως λοιπόν παρατηροῦμε ὅτι τούς «ἀσπασμούς», δηλ. τά χαιρετίσματα, τά στέλνει ἀπό τά τέκνα «τῆς ἀδελφῆς της τῆς ἐκλεκτῆς» καί ὄχι ἀπό τήν ἴδια τήν ἐκλεκτή ἀδελφή της. Τί συμβαίνει; Μήπως ἀπεβίωσε; Μᾶλλον ὄχι, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θά τήν χαρακτήριζε μακαριστή καί ὄχι ἐκλεκτή. Μᾶλλον πρός ἄλλη λύση θά πρέπει νά στραφοῦμε.
Μᾶλλον θά πρέπει νά ἐννοήσουμε τίς πολλές αὐτοκέφαλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες («τά τέκνα»), οἱ ὁποῖες καταλαμβάνουν τό χῶρο τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας καί στίς ὁποῖες εἶναι διακλαδωμένη σήμερα. Οἱ αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες ἀντικατέστησαν τούς τελευταίους αἰῶνες τή Μία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
Αὐτές ὡς συνέχεια, ὡς τέκνα, τῆς Ἑνιαίας Ὀρθοδοξίας (τῆς ἀδελφῆς της τῆς ἐκλεκτῆς), ἔχουν ἐπικοινωνία καί μποροῦν αὐτοβούλως νά στέλνουν τούς ἀσπασμούς (π.χ. τίς ἑορταστικές ἐπιστολές) τους στή Δυτική Ἐκκλησία.
Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων ἁγιογραφικῶς, κανονικῶς καί ἱστορικῶς, ἄνετα μποροῦμε νά κατανοήσουμε καί νά συμβιβάσουμε τούς δύο διαλεγομένους τοῦ Ο.Τ. καί τίς θέσεις πού παίρνουν, καθώς καί ἐκεῖνα, στά ὁποῖα ἀναφέρονται.
Ἔτσι θά λέγαμε πρός τόν ἐκπρόσωπο τοῦ Ο.Τ. ὅτι δέν ὀφείλεται σέ διορατικότητα τοῦ Μητροπολίτου Περγάμου Ἰωάννου ἡ ἄποψή του ὅτι «δέν πρόκειται νά γίνει ἡ ἕνωση» Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν, ἐπειδή «ὁ ἀντιοικουμενισμός ἔχει ἑδραιωθεῖ . . . ἰσχυρά» (Ο.Τ. 29-3-2024, σελ. 7).
Πρός τούτοις πρέπει νά προσέξουμε ὅτι ὁ Περγάμου λέει ἡ ἕνωση, ὄχι ἡ ἑνότητα. Τήν ἕνωση ἀποκλείει ὄχι τήν ἑνότητα. «Ἕνωση» σημαίνει μία ὁλότητα ὑπό ἕνα πρόσωπο, ὑπό ἕνα πρῶτο, ἕνα πάπα. Ἀλλά αὐτό δέν μπορεῖ νά γίνει, ἐπειδή ἡ ἀνατολική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἐμφανίζεται μέ πολλές αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες, οἱ ὁποῖες δέν θά θελήσουν νά ὑποταχθοῦν στόν Πάπα, ἀλλά νά διατηρήσουν τήν ἀνεξαρτησία τους καί τήν αὐτοτέλειά τους.
Γιά τόν ἴδιο λόγο στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά εὐδοκιμήσει ἕνα παπικό πρωτεῖο ἐξουσίας καί ἄς ὑπάρχει Οἰκουμενικός Πατριάρχης, ὁ ὁποῖος ἔχει τά πρεσβεῖα τιμῆς στήν Ὀρθοδοξία.
Ἔτσι δέν πρέπει νά φοβοῦνται οἱ Ὀρθόδοξοι πιστοί Χριστιανοί γιά μιά Ἕνωση Ρωμαιοκαθολικῶν καί Ὀρθοδόξων.
Ὅμως ἐδῶ χρειάζεται προσοχή. Μιλᾶμε, καί ὁ Περγάμου μαζί, γιά μία Ἕνωση καί ὄχι γιά μιά ἑνότητα. Ἕνωση ὑπό ἕνα Πάπα ἤ Πατριάρχη δέν θά γίνει, ἀλλά ἑνότητα μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων καί τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν θά ἔχουμε ἤ μᾶλλον ἔχουμε ἀρχίσει νά ἔχουμε.
Αὐτό ἐπιβεβαιώνεται καί μέ τά γεγονότα, μέ τίς ἐπαφές καί μέ τίς ἐπικοινωνίες πού βλέπουμε ἰδίως στούς χρόνους μας μεταξύ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἡγετῶν. Ἀλλ' ἐκτός αὐτοῦ ἡ ἑνότητα ἀποκαλύπτεται μέ τίς δύο (Β΄ καί Γ΄) μικρές ἐπιστολές τοῦ Ἀποστόλου καί Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου, ὅπου μιλάει γιά δύο ἀδελφές, οἱ ὁποῖες δέν μποροῦν νά γίνουν μία.
Ἔτσι ἔχουμε συμφωνία στούς δύο διαλεγομένους: α) Ἐπιβεβαίωση τοῦ τίτλου τοῦ Ο.Τ. καί β) θετική ἀπάντηση στήν ἐρώτηση τοῦ παλαιοῦ του συνεργάτη (Διον. Πολυμενοπούλου). Τά ἐπαναλαμβάνουμε: α) «Περγάμου: Ἡ "ἕνωσις" δέν πρόκειται νά γίνη». β) «Δέν θά γίνη ἡ "Ἕνωσις";».
Ἐπίσης καί ὁ Περγάμου τήν ἄποψη αὐτή δεχόταν, ὄχι ἐπειδή μέ «τή νοημοσύνη του» (Ο.Τ.) ἔβλεπε νά ἔχει ἑδραιωθεῖ τό ἀντιοικουμενιστικό ρεῦμα, ἀλλά γιατί μέ τήν ἐξυπνάδα του ὑπολόγιζε τήν αὐτοκεφαλία πού ὑπάρχει στήν Ὀρθοδοξία. Καί γι' αὐτό εἶπε ὅτι ἡ ἕνωση δέν θά γίνει. Δέν εἶπε ἡ ἑνότητα δέν θά γίνει ἤ δέν ὑπάρχει καθόλου.
Τέλος, ἔτσι, νομίζουμε, ὅτι ἐπαληθεύονται καί οἱ συμβολικοί-προφητικοί λόγοι τῶν δύο (Β΄ καί Γ΄) ἐπιστολῶν τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου.