Logo
Γράφτηκε από τον/την Romfea.gr. 31/12 10:00

agio oros stauros

Γράφει ο Αρχιμ. Αρσένιος Κωτσόπουλος | Romfea.gr


«Πνεῦμα Θεοῦ ἐπί τῶν ὑδάτων... πάνω απο τήν ἄβυσσο» (Γένεσις)

«Ὁ λαός καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα» (Ματθ. δ΄ 16, Ἡσ. θ΄ 1-2)

Στο Χάος, το Φως--Ὁ Χριστός στόν Ἅδη --Ὁ ἀστέρας ἐξ Ἀνατολῶν

Στήν ἀρχή τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου, πάνω ἀπό τήν ἄβυσσο καί τά ἀρχικά ὕδατα περιφερόταν τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Αὐτό πού ἀργότερα δημιούργησε τό τέλειο σύμπαν.

Πρίν ἀπό 2.000 χρόνια, στήν σκοτεινιά τῆς διεφθαρμένης ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας καί τῆς θρησκευτικῆς ἰουδαϊκῆς τυπολατρίας, ἕνα ἀστέρι γεννήθηκε στόν οὐρανό γιά νά δείξει τόν δρόμο σέ τρεῖς μάγους ἀπό τήν Ἀνατολή, τό ὁποῖο θά τούς ὁδηγοῦσε στόν φωτεινό Ἀστέρα πού γεννήθηκε στήν γῆ γιά τήν σωτηρία τοῦ κόσμου, τόν Ἰησοῦ Χριστό.

Αὐτόν που 33 χρόνια ἀργότερα θά κατέβαινε στό χάος τοῦ Ἅδη γιά νά τό διαλύσει μέ τό ὑπέρλαμπρο φῶς τῆς ἀγάπης Του.

Για Αὐτόν πού ὁ προφήτης Ἡσαΐας μέ τήν προφητική του δεινότητα εἶπε τό περίφημο: «Ὁ λαός καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα καί τῆς καθημένης ἐν χώρᾳ καί σκιᾷ θανάτου φῶς ἀνέτειλε αὐτῆς».

Ἕναν λόγο πού ὁ Εὐαγγελιστής Ματθαῖος περνᾶ μέσα στό Εὐαγγέλιό του στό ξεκίνημα τῆς δημόσιας δράσης τοῦ Ἰησοῦ.

Χίλια χρόνια ἀργότερα, ἕνα ἀστέρι κατέβηκε πάνω σέ βράχο τοῦ Ἁγίου Ὄρους γιά νά τό δεῖ ὁ ὅσιος Σίμωνας καί ἐκεῖ νά κτίσει ἕνα ἀπό τά πιό ἐπιβλητικά μοναστήρια τῆς Ἁγιωνύμου πολιτείας, τήν Σιμωνόπετρα.

Περάσανε ἀκόμα χίλια χρόνια καί μέσα στό ἀπόλυτο χάος τῆς κατοχικῆς Ἀθήνας τοῦ 1940, ὅπου παιδάκια πεθαίνανε ἀπό τήν πείνα, ἕνα μοναδικό καί ἀνεπανάληπτο ἀστέρι ἐμφανίστηκε ἐκεῖ μέσα στήν Ὀμόνοια, σταλμένο ἀπό τόν Θεό, ὁ Θεοφόρος ἅγιος Πορφύριος.

Μέσα στό Χάος, τό Φῶς. Ὁ τίτλος ἑνός βιβλίου μου Ἀπό τό Χάος στό Φῶς, λαμβάνει λοιπόν νέα τροπή: Στό Χάος, τό Φῶς.

Καί σήμερα πάλι ἡ ἀνθρωπότητα, μπροστά σέ ἕνα νέο χάος. Αὐτήν τήν φορά ἔχει μανδύα ὑγειονομικό.

Ἔχει νά κάνει μέ τήν πορεία καί τήν ἀντιμετώπιση μίας πανδημίας πού ἀκούει στό ὄνομα covid-19.

Μία ἀσθένεια πού βρίσκει τήν ἀνθρωπότητα ὁλικά ἀπροετοίμαστη, ἀφοῦ ὁ φόβος τοῦ θανάτου πάντα θά φρικάρει ὅλους τούς ἀνέτοιμους νά ἀναχωρήσουν γιά τήν αἰωνιότητα.

Ἡ κυρίαρχη ἁμαρτία πού κουρελιάζει τίς ψυχές μας καί μᾶς δένει μέ τά γήινα φαινόμενα, πάντα θά προκαλεῖ τρόμο μπροστά σέ κάθε ἐπικείμενο θάνατο, καθώς τό ξεγύμνωμα τῶν ψυχῶν ἀπό τά σώματά μας θά προκαλέσει αἰώνια ντροπή σέ αὐτές.

Ὅμως ὁ θεϊκός πόθος δέν χάνεται ποτέ. Δέν σβήνει μέ τίποτα. Δέν τόν πτοεῖ ὁ φόβος τῶν ἐπερχομένων δεινῶν. Εἶναι ὁ αἰώνιος σύμμαχός μας.

Ὁ ἅγιος Πορφύριος, στοῦ ὁποίου τήν καρδιά ἀπό τά δέκα χρόνια του καί μέχρι τέλους τῶν χρόνων, αὐτῶν πού δέν τελειώνουν οὔτε στήν αἰωνιότητα, εἶχε ριζώσει ὁ θεϊκός πόθος πρός τόν Χριστό, μέσα ἀπό τίς φοβερές ἀσθένειές του ἔδωσε σέ ὅλες τίς ἐπερχόμενες γενιές τήν λύση στά ψευτοαδιέξοδα καί ψευτοδιλήμματα πού θά γεννιόντουσαν.

Ἐμβόλια καί μή ἐμβόλια θεοποιημένα γιά ἄλλους, δαιμονοποιημένα γιά τούς ὑπολοίπους.

Καί ἔρχεται ὁ ἅγιός μας μέσα ἀπό «ἕνα ἐμβόλιο» κορτιζόνης νά δεχτεῖ τίς φρικτές παρενέργειές του, νά χάσει ὁλικά τό αἰσθητό φῶς του καί νά ζεῖ γιά τρεῖς μῆνες μέ λίγες κουταλιές ἀπό γάλα κατσίκας.

Νεκρός ἄταφος ὅπως ἔλεγε, μή γνωρίζοντας ἄν εἶναι μέρα ἤ νύκτα, καί ὅμως μέσα στό χάος νά βλέπει τό ἄστρο του.

Τό δικό του ἄστρο ὅπως ἔλεγε, πού εἶχε χρῶμα μαρινέ. Ὁ πόθος του ὁ ἱερός, ὁ ἅγιος, ὁ καρδιακός, ὁ ἔνθεος, δέν ἀνεκόπη, οὔτε μέ ἐνέσεις θανατηφόρες, οὔτε μέ τήν διάλυση τοῦ σώματός του, οὔτε ἀπό τό χάος πού μέσα του ἐρχόταν τό φωτεινό ἄστρο.

Καί ὅταν τόν ρώτησαν: «Ποῦ ἐρχόταν τό ἄστρο σας, Γέροντα; Στό δωμάτιο;» Ἀπαντοῦσε: «Ὄχι μωρέ, στό χάος».

Νά λοιπόν, αὐτό εἶναι ἐπιτυχία. Αὐτό εἶναι μεγαλεῖο. Νά βλέπεις μέσα στό χάος τό φῶς, ὅταν ὅλοι οἱ ἄλλοι βλέπουν τόν θάνατο. Ἄς ἀκούσουμε ὅμως τόν ἅγιο τόν ἴδιο νά διηγεῖται αὐτήν τήν ἐμπειρία του:

«Ἔχω, ἄς ποῦμε, αὐτήν τήν κρίση, δέν παίρνω φάρμακο, δέν ἔχω πληροφορία νά πάρω φάρμακο, τό φάρμακο θά μέ πειράξει, ἔτσι αἰσθάνομαι.

Σειρά ἐνέσεων, πέσανε οἱ καθηγητές, βάλ’ τον κάτω μωρέ, νά τοῦ κάνουμε μιά ἐνεσούλα, ὁ ἄνθρωπος χάνεται, δέν θά μπορέσει νά τά βγάλει πέρα.

Ἀλλά τό σπουδαῖο εἶναι ὅτι μιά μέρα ἄρχισα νά πηγαίνω καλύτερα, μέ πῆραν ἀπό τό Πανεπιστήμιο τῆς Ρώμης, ἕνα παιδί. Κάτι μέ ἤθελε, καί τοῦ λέω: Βασίλη, μέ ἔχει πιάσει ἕρπης ζωστήρ καί ὑποφέρω, τόν ἔχω στό μάτι, στό αὐτί, ρώτησε τόν καθηγητή σου.

Τήν ἄλλη μέρα μοῦ τηλεφώνησε: Γέροντα, μοῦ λέει, μήν κάνεις τίποτα. Ἀδυνάτισα ὄμως τόσο πολύ ̶ ὅταν ἔπαθα τήν γαστρορραγία μέ τήν ἔνεση κορτιζόνης στό μάτι.

Εἶχα πάθει αἱμορραγία ἐσωτερική, 600 γραμ. αἷμα. Κόπηκε ἡ ὄρεξίς μου. Ἐπί τρεῖς ἕως τρεισήμισι μῆνες ζοῦσα μέ τρεῖς κουταλιές τῆς σούπας γάλα. Μία κατσίκα μέ ἔσωσε. Καί διαρκῶς, ἀλλά μέ ὅλη αὐτήν τήν κακουχία ἔμεινα πετσί καί κόκαλο.

Ἡ ραχοκοκαλιά μου, τά παΐδια μου. Τά θυμᾶσαι, τάδε; Πώ, πώ, πώ, ἕνα τσουβάλι κόκαλα μέσα σέ μιά χαρτοσακούλα! Καί νά σᾶς πῶ ὅτι δέν ἤξερα ἄν ὑπάρχει μέρα ἤ νύχτα.

Διότι ἔτσι δέν καταλάβαινα ἄν κοιμᾶμαι κιόλας. Μῆνες ὁλόκληρους. Καί ζοῦσα μέ τήν ἀναμονή τῆς ἀναχωρήσεως.

Καί τώρα θά φύγω. Καί τώρα θά φύγω. Καί σᾶς τό ἔχω πεῖ, ὅτι τότε δέν ἤθελα, μά ντρεπόμουν νά βάλω στόν νοῦ μου τά ἀέρια τελώνια, τήν κόλαση, καί ὅλα αὐτά.. Δέν ἤθελα νά φύγω μέ τήν κόλαση μέσα στόν νοῦ μου.

Ἐσκεπτόμουνα, αἰσθανόμουνα ὅ,τι ὥρα τήν ὥρα θά φύγω καί αἰσθανόμουν μιά χαρά καί δέν μπορῶ νά σᾶς τό περιγράψω. Ἀλλά ἕνα σπουδαῖο ὅμως μέσα σέ ὅλη αὐτή τήν κατάσταση, παρουσιάστηκε, ἕνα πρᾶγμα πολύ σπουδαῖο.

Πολλές φορές πού μοῦ ἐρχόταν μία ἀδυναμία ὅτι νά τώρα θά ξεψυχήσω, ἔβλεπα ἕνα ἄστρο στόν οὐρανό, πού ἦταν πάρα πολύ ὡραῖο. Εἶχε κάτι ἀκτῖνες, κάτι... μιά γλυκύτητα.

Ὅταν τό ἔβλεπα, τό καμάρωνα πάρα πολύ καί αὐτό τό ἄστρο μέ παρηγοροῦσε. Καθόμουν καί αἰσθανόμουνα τήν φυγή μου καί ἤθελα, ἐπιθυμοῦσα τρόπον τινά νά φύγω.

Καί νόμιζα ὅτι θά πάω σ’ ἐκεῖνο τό ἄστρο. Ὅμως παρόλο πού εἶμαι πολύ ἁμαρτωλός, δέν σκεπτόμουνα τίς ἁμαρτίες μου. Τίς ἔχω πεῖ. Καί ὁ Θεός νά μέ συγχωρέσει. Ἀλλά ἀπό ἐγωισμό δέν ἤθελα νά ἔχω στήν σκέψη μου τόν σατανᾶ...

Ντρεπόμουνα. Θά πεῖς: Τί ντρεπόσουν; Ἔ, νά τόσα χρόνια καλόγερος, μές στήν ἔρημο, μέ λαχτάρες καί ἀγάπες στόν Χριστό, βέβαια καί μέ παρεκτροπές ἁμαρτιῶν ἀνακατεμένα.

Ἀλλά δέν ἤθελα.. Μοῦ ἔλεγε ὁ λογισμός. Ἄν πᾶς ἐκεῖ στόν Οὐρανό καί σοῦ πεῖ ὁ Θεός: Ἔ! Τί θέλεις ἐσύ ἐδῶ; Σκεπτόμουνα νά πῶ: Κύριε, ὅ,τι θέλει ἡ ἀγάπη Σου.

Καί τό εἶχα αὐτό καί εἶχα ἐκεῖνο πού σᾶς ἔχω πεῖ. Πῶς τό λέγανε.. Αὐτό τό ἔλεγα διαρκῶς: Οἶδα, Σῶτερ, ὅτι ἄλλος ὡς ἐγώ οὐκ ἔπταισέ Σοι, οὐδέ ἔπραξε τά πράξεις ἅς ἐγώ κατηργασάμην.

Ἀλλά τοῦτο πάλιν οἶδα, ὡς οὐ μέγεθος πταισμάτων, οὐχ ἁμαρτημάτων πλῆθος, ὑπερβαίνει τοῦ Θεοῦ μου τήν πολλήν μακροθυμία καί φιλανθρωπίαν ἄκραν.

Αὐτό δέ ὅταν μοῦ ἐρχότανε νά πεθάνω, αἰσθανόμουνα ὅτι θά φύγω, τό ’λεγα, τό ξανάλεγα, τό ξανάλεγα, ἄς ἤμουν ἀδύνατος. Διαρκῶς τό ἔλεγα μέ λαχτάρα.

Γιά νά φύγω μέ αὐτούς τούς λογισμούς. Δέν κουραζόμουνα νά τά ἐπαναλαμβάνω, νά τά ἐπαναλαμβάνω, ἀναμένοντας νά βγεῖ ἡ ψυχή μου..

Καί ὅταν αἰσθανόμουν αὐτό, ἐρχόταν καί τό ἄστρο ἀπό κεῖ πάνω. Αὐτό τό ἄστρο δέν μπορῶ, δέν εἶμαι ζωγράφος νά τό ζωγραφίσω. Εἶχε ἔνα χρῶμα μαρινέ.

Ἀνοιχτό! Ὅπως εἶναι τά διαμάντια ὡραῖο. Καί μάλιστα, ὅταν αὐτά τά βάζεις στόν ἥλιο ἤ στό φῶς, πετοῦν κάτι γλυκές ἀνταύγειες. Μαρινέ, δηλαδή σιέλ.

Τό βλέπατε μέσα στό δωμάτιό σας; Ὄχι, μέσα στό χάος. Ναί, μέσα στό χάος τό ἔβλεπα.

Δέν εἶχα πληροφορία ὅτι θά φύγω. Ἔτσι, οὔτε περίμενα νά ἔχω πληροφορίες. Ἔτσι ἤμουνα πάντα στήν ζωή μου. Δέν περίμενα. Καί αὐτό πού ἔλαβα τό χάρισμα ἀπό ἐκεῖνον τόν ἅγιο ἀσκητή, οὔτε ποτέ τό ἐπιθύμησα.

Καί ὅταν τό ἔλαβα, οὔτε προσπάθησα νά τό περιποιηθῶ, νά προχωρήσω. Δέν τοῦ ἔδωσα σημασία. Δηλαδή, ἦταν ὅλα κάτω καί ἐγώ ἤμουνα πάνω, ἔφευγα. Τά ἄφηνα αὐτά, σάν τίποτα.

Τίποτα δέν ἐνδιαφερόμουνα. Κανένα ἐνδιαφέρον. Τίποτα ὅμως ἀπό αὐτά δέν μέ εἵλκυε. Ἦταν ὅλα ἔτσι, πράγματα ἀδιάφορα καί περιττά. Ἤμουνα ἐκεῖ, δέν τό θυμᾶται ἡ τάδε πού ἤμουνα ξαπλωμένος σέ μιά πολυθρόνα, πού ἦταν ἀπό καλάμι.

Τότε ἔπινα τρεῖς κουταλιές γάλα. Καί ὅμως ἤμουνα ἐκεῖ πέρα. Εἶχε φύγει καί ἡ Ἑλένη καί ἤμουνα μόνος μου. Ἔτσι ἑτοιμοθάνατος. Ἤρθανε δύο, λοιπόν, καί βάλανε ἐκεῖ πέρα μιά μηχανή καί φωτογραφίζανε.

Πήρανε ἀπό ἐδῶ, πήρανε ἀπό ἐκεῖ. Ἐγώ οὔτε νά ἀντιδράσω εἶχα δυνάμεις, οὔτε νά μιλήσω. Ἄταφος νεκρός».

Μέ αὐτές τίς σκέψεις τίς ἅγιες στόν νοῦ μου, ἐμπειρίες ζωῆς τοῦ μεγάλου ἁγίου μας Πορφυρίου, πού ξεμπερδεύουν τό κουβάρι τῆς χαοτικῆς ἐποχῆς μας, ἄνοιξα ἕνα καινούργιο βιβλίο πού μόλις κυκλοφόρησε μέ ἔνθεες διδαχές τοῦ ἁγίου Σωφρονίου Ζαχάρωφ.

Ἔμεινα κατάπληκτος μέ τόν συντονισμό τῶν λόγων του, μέ τά βιώματα τοῦ ἁγίου μας καί ἦλθε νά ἐπικυρώσει τίς ἀγωνίες μας, ἐπί τῆς μή ἐντοπίσεως τοῦ παγκοσμίου προβλήματος, πού δέν εἶναι ἄλλο ἀπό τήν λατρεία τοῦ φθαρτοῦ καί τήν ἀπαξίωση τοῦ ἀφθάρτου.

Ἄς ἀκούσουμε καί αὐτόν τόν βαθυστόχαστο νέο πατέρα τῆς Ἐκκλησίας μας πῶς ἀπευθύνεται σέ μία βαρέως ἀσθενοῦσα:

«Ἄν καί ἡ συνάντησή μας ἔλαβε χώρα τήν στιγμή τῶν ἔντονων παθημάτων σας, καί ἡ ἴδια φαινόσασταν χλωμή, ὡστόσο αὐτό ἦταν καί γιά μένα καί γιά σας δώρο Ανωθεν μετά ἀπό τόσα χρόνια προσευχῆς μας τοῦ ἑνός γιά τόν ἄλλο.

Πραγματικά, ἐκπλήσσομαι μέ τήν δύναμη τοῦ Πνεύματός σας, μέ τήν ζωτική σας ἐνέργεια. Ἄν καί τό σῶμα, ὅλος ὁ γήινος ‟μηχανισμός” θά λέγαμε, ὁλοένα καί περισσότερο ἀρνεῖται νά ἀκολουθήσει τό πνεῦμα, ὡστόσο ἡ καθαρότητα τῆς μνήμης τοῦ Θεοῦ καί ἡ ἀκλινής ἀγάπη πρός Αὐτόν παραμένουν ἀνεπηρέαστες.

Μοῦ εἶναι ἀδύνατον νά κατανοήσω ὥς τό τέλος τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιά σᾶς. Ἀλλά ὡστόσο, γιά μένα ἕνα εἶναι ἀναμφισβήτητο: Ὅταν φύγετε ἀπό ἐδῶ, τό πνεῦμα σας θά λάβει ἀσυγκράτητη δύναμη ὁρμῆς πρός τόν Ἀγαπημένο, καί ἔτσι ὅσο μεγαλύτερα ὑπῆρξαν τά παθήματά σας, τόσο μεγαλύτερη θά εἶναι καί ἡ χαρά πού θά δοκιμάσει.

Ἀκόμη καί ‟τό δάκτυλο πού ὑπογράμμισε τό βιβλίο” θά λάβει αἰώνια σημασία. Σέ τέτοια κατάσταση εἶναι φυσικό νά ἐξασθενεῖ ἡ σχέση μέ τά γήινα.

Ὅλα τά πρόσκαιρα, σχεδόν πάντοτε, μόνο μέ ὀδυνηρή ἔνταση ἔδωσαν καρπό πού νά μήν ὑπόκειται στήν φθορά. Τώρα ὅμως, τό τέλος εἶναι ἤδη ἐγγύς.

Ὁ νοῦς ἑλκύεται στόν ἄλλο κόσμο καί δέν ὑπάρχει πλέον ἡ ἐπιθυμία τῆς ἐπίγειας ζωῆς. Ἔτσι λοιπόν καί ἡ δική μου ψυχή, ὅπως καί ἡ δική σας ‟ἐκλείπει ἀπό αὐτόν τόν κόσμο” καί ἀναζητεῖ τήν ἀμετάθετη, αἰώνια συνάντηση μέ τόν Χριστό»

Νά πῶς ἐξηγοῦνται καί κάτω ἀπό αὐτό τό πρίσμα τῶν συμφορῶν ὡς πρόκληση καί πρόσκληση γιά τήν αἰώνια ἐν Θεῷ ἀναζήτηση, οἱ λόγοι σωτηρίας τοῦ ἁγίου Σωφρονίου σέ μαθητή του: «Νά στέκεσαι στό χεῖλος τῆς ἀβύσσου τῆς ἀπογνώσεως καί ὅταν πᾶς νά ἀποκάμνεις νά τραβιέσαι πίσω νά πίνεις ἕνα τσάι» ἤ ὀ περίφημος λόγος τοῦ Κυρίου στόν ἅγιο Σιλουανό: «Κράτα τόν νοῦ σου στόν Ἅδη καί μήν ἀπελπίζεσαι».

Εἶναι ὄντως μυστήριο πώς ὅταν ἀποφασίζω νά γράψω ἕνα κείμενο ἔρχονται χωρίς ἐπιδίωξη ὅλες οἱ σχετικές πληροφορίες μέ αὐτό. Ἕνα βράδυ, μέ παρότρυνση μιᾶς ἐκλεκτῆς ψυχῆς, ἄνοιξα ἕνα κείμενο τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ ὁμολογητῆ, ἔτσι τυχαῖα, νά δῶ κάποιες σκέψεις του.

Ἔπεσα στό ἔργο του πρός Θαλάσσιον «Περί διαφόρων ἀπόρων τῆς Ἁγίας Γραφῆς» στό κεφάλαιο που ερμηνευει αλληγορικά τόν Ζοροβάβελ, ἡγέτη τῶν Ἰουδαίων μετά τήν Βαβυλώνια αἰχμαλωσία τους.

Εἶναι οἱ πρῶτες σελίδες από βιβλίο της σειράς Φιλοκαλία των Νηπτικών καί Ασκητικών: «Ζοροβάβελ, σύμφωνα μέ τήν ἀκριβολογία τῆς ἑβραϊκῆς γλώσσας καί σάν δασύ ἐκφωνεῖται καί σάν ψιλό καί δέχεται καί σύνθεση καί διαίρεση καί στιχισμό. Ὅταν λοιπόν τό ὄνομα αὐτό ἐκφωνεῖται σάν δασύ δηλώνει σπορά σύγχυσης καί σάν ψιλό δηλώνει ανατολή σύγχυσης καί ὅταν συντίθεται δηλώνει ἀνατολή μέσα σέ σύγχυση, ὅταν διαιρεῖται δηλώνει ἀνατολή διασπορᾶς, καί ὅταν στιχίζεται δηλώνει ὁ ἴδιος ἀνάπαυση».

Τί θαυμαστές, ἀλήθεια, ἑρμηνεῖες: Ἀνατολή στή σύγχυση. Στό Χάος στό φῶς. Ἕνα ἀστέρι ἀπό τήν Ἀνατολή γεννήθηκε γιά νά δείξει στούς Μάγους τόν Νεογέννητο Χριστό.

Σέ ἐκείνη τήν ἐποχή τῆς ἀπολύτου συγχύσεως στήν σκοτεινή περίοδο τῶν χρόνων τοῦ Ἰησοῦ. 2.000 χρόνια πέρασαν ἀπό τότε, καί ὁ ἅγιος Πορφύριος τονίζει πώς καί σήμερα ζοῦμε ὅπως στήν ἐποχή τοῦ Χριστοῦ.

Καί σήμερα ἀπογραφή ὅπως καί τότε. Καί σήμερα σφαγή τῶν ἐμβρύων ὅπως καί τότε σφαγή τῶν Νηπίων. Καί σήμερα ἐπί τῶν Θρησκευμάτων ἡ Κεραμέως.

Καί τότε στόν Ἀγρό τοῦ Κεραμέως ἐθάπτοντο οἱ ξένοι. Καί σήμερα στό Ἑλληνικό, τώρα τά Χριστούγεννα μέσα σέ ἕνα πάρκο στό παλαιό ἀεροδρόμιο, ἕνα ἀστέρι τεχνητό φαίνεται πώς κατεβαίνει ἀπό τόν οὐρανό στήν γῆ, γιά νά τρέχει ὅλος ὁ κόσμος πού δυστυχῶς δέν ἀναζητᾶ τόν ἀληθινό ἀστέρα Χριστό, καί ἡ λεωφόρος Βουλιαγμένης νά εἶναι βουλιαγμένη απο αυτοκίνητα.

Καί τότε ὁ Κύριος ἔστειλε ἕναν σπουδαῖο ἄνθρωπο, τόν ἀπόστολο τῶν Ἐθνῶν να συναιγείρει τον κόσμο στο Χριστο. Σήμερα ο Αγιος Πορφύριος μιλά για ενα σπουδαίο ανθρωπο πού θά βγεῖ ἀπό τήν συμφορά, γιά νά συνεγείρει πάλι τόν κόσμο στό καλό.

Ἕναν ἄνθρωπο πού στό Ἅγιον Ὄρος τόν φώναζαν Ἄνθρωπο τῆς Ἀνατολῆς, καθώς τραβοῦσε τήν Ἀνατολή τοῦ ἡλίου μέ περίφημες φωτογραφίες.

Ὁ ἀστέρας τῆς Ἀνατολῆς θά ξαναέρθει. Μέσα ἀπό ὅλο αὐτό τό κακό θά ξεπροβάλλει δυναμικά νά μᾶς ὁδηγήσει στόν Χριστό.

Χριστούγεννα 2021

H αναδημοσίευση του παραπάνω άρθρου ή μέρους του επιτρέπεται μόνο αν αναφέρεται ως πηγή το Romfea.gr με ενεργό σύνδεσμο στην εν λόγω καταχώρηση.
FOLLOW ROMFEA: