
Δρ. Αναστάσιος Βαβούσκος στην Romfea.gr
Δικηγόρος
Άρχων Ασηκρήτης της Μ.τ.Χ.Ε.
Ενόψει της πληρώσεως των κενωθεισών Ιερών Μητροπόλεων της Εκκλησίας της Ελλάδος, δημιουργήθηκε θέμα πληρώσεως της Ιεράς Μητροπόλεως Περιστερίου διά μεταθέσεως Ιεράρχη από Ιερά Μητρόπολη των Νέων Χωρών.
Εγώ δεν θα ασχοληθώ με το κατά πόσον αληθεύουν τα δημοσιεύματα αλλά με το κατά πόσον κανόνας είναι το μεταθετό ή το αμετάθετο και υπό ποιες προϋποθέσεις. Και το ερώτημα αυτό θα εξετασθεί από πλευράς κανονικών διατάξεων και διατάξεων του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Α. Ως προς τις διατάξεις του Κανονικού Δικαίου λεκτέα τα εξής:
Η επιθυμία Αρχιερέων για αλλαγή έδρας, ήτοι εκκλησιαστικής περιφέρειας, ήταν και συνεχίζει να είναι ένα σύνηθες φαινόμενο, το οποίο βρίσκει την έκφρασή του σε τρεις διαφορετικούς τρόπους. Οι τρόποι αυτοί είναι η μετάθεση, η μετάβαση και η επίβαση.
Την επιτυχή αυτή διάκριση κάνει ο Θ. Βαλσαμών στο ερμηνευτικό σχόλιό του υπό τον 15ο κανόνα της Α΄ Οικουμενικής συνόδου (Σύνταγμα Ράλλη - Ποτλή, Τ. ΙΙ, 147), όπου και οριοθετεί με σαφήνεια το εννοιολογικό περιεχόμενο των τριών αυτών όρων και συμβάλλει με καθοριστικό τρόπο στην ερμηνευτική προσέγγιση των ιερών κανόνων, που αφορούν στο μεταθετό των επισκόπων.
Κατά τον Κανονολόγο, λοιπόν, μετάθεση είναι η κατόπιν αποφάσεως συνοδικού οργάνου της Εκκλησίας μεταφορά επισκόπου αναγνωρισμένου για την αξία του και το κύρος του, από την επισκοπή στην οποία υπηρετεί, σε άλλη της οποίας το πλήρωμα έχει παρεκκλίνει από τα δόγματα της Εκκλησίας.
Από την άλλη πλευρά, κατά τον ίδιο πάντα Κανονολόγο, μετάβαση είναι η κατόπιν αποφάσεως συνοδικού οργάνου της Εκκλησίας τοποθέτηση σχολάζοντος επισκόπου, δηλαδή επισκόπου του οποίου η επαρχία βρίσκεται υπό εχθρική κατοχή, ως Προκαθημένου σχολάζουσας επίσης επισκοπής, προκειμένου να προσφέρει στη επισκοπή αυτή, όσα δεν μπορεί να προσφέρει στο ποίμνιο της δικής του.
Αντιθέτως, ως επίβαση νοείται η αυθαίρετη μεταφορά και κατάληψη σχολάζουσας επισκοπής από επίσκοπο, ανεξαρτήτως αν αυτός είναι σχολάζων ή όχι.
Έχοντας, λοιπόν, υπόψιν τα παραπάνω, ως έννοιες συμβατές με τον όρο «μετάθεση» υπό ευρεία έννοια μπορούν να θεωρηθούν μόνο οι δύο πρώτες, η μετάθεση και η μετάβαση, καθόσον μόνον αυτές λαμβάνουν χώρα κατόπιν τηρήσεως ορισμένης διαδικασίας (συνοδική απόφαση) και προς εξυπηρέτησιν του έργου της Εκκλησίας.
Αντιθέτως, απορρίπτεται και δεν περιλαμβάνεται στην έννοια της μεταθέσεως, η επίβαση, διότι είναι πράξη αυθαίρετη, δεν στηρίζεται δηλαδή σε απόφαση διατεταγμένου οργάνου της Εκκλησίας, και αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση προσωπικού οφέλους. Από εκεί και πέρα μένει να δούμε, ποια μετάθεση υπό την παραπάνω έννοια είναι επιτρεπτή και ποια όχι.
Την απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα δίνει κατ’ αρχήν ο 14ος κανόνας των Αποστόλων, ο οποίος ορίζει: «Ἐπίσκοπον μὴ ἐξεῖναι καταλείψαντα τὴν ἑαυτοῦ παροικίαν ἑτέρᾳ ἐπιπηδᾶν, κἂν ὑπὸ πλειόνων ἀναγκάζηται, εἰ μή τις εὔλογος αἰτία ᾖ, τοῦτο βιαζομένη αὐτὸν ποιεῖν, ὡς πλέον τι κέρδος δυναμένου αὐτοῦ τοῖς ἐκεῖσε λόγῳ εὐσεβείας συμβάλλεσθαι· καὶ τοῦτο δὲ οὐκ ἀφ᾿ ἑαυτοῦ, ἀλλὰ κρίσει πολλῶν ἐπισκόπων, καὶ παρακλήσει μεγίστῃ» (βλ. το κείμενο σε Αν. Βαβούσκου, Κώδικας Νομοκανονικός, εκδ. Μέθεξις, Θεσσαλονίκη 2016, 250).
Από τον κανόνα προκύπτουν αμέσως τρία στοιχεία.
Πρώτο στοιχείο: Η γενική απαγόρευση μεταθέσεως επισκόπου από την επισκοπή, την οποία κλήθηκε να υπηρετήσει, προς μια οποιαδήποτε άλλη επισκοπή.
Δεύτερο στοιχείο: Η εξαίρεση στον παραπάνω γενικό απαγορευτικό κανόνα, η οποία καθιστά επιτρεπτή την μετάθεση από επισκοπή σε επισκοπή υπό ορισμένες όμως προϋποθέσεις. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι:
α) η ύπαρξη εύλογης αιτίας. Ως τέτοια αναγνωρίζεται η ενίσχυση της πίστεως και της ευσέβειας της επισκοπής, προς την οποία θα κατευθυνθεί πιθανόν ο υπό μετάθεσιν επίσκοπος. Επειδή, όμως, η απόφαση περί μεταθέσεως συνιστά «στοχευμένη» ενέργεια, αφού αποφασίζεται και συντελείται στο όνομα συγκεκριμένων αναγκών, που συνιστούν την έννοια της «εύλογης αιτίας», αυτονόητο θα πρέπει να θεωρηθεί, ότι η ενέργεια αυτή για να είναι και αποτελεσματική, θα πρέπει να ακολουθείται και από αντίστοιχη «στοχευμένη» απόφαση ως προς την επιλογή του προσώπου του επισκόπου, που θα κληθεί μετατιθέμενος, να επιλύσει και το πρόβλημα που ανέκυψε, και επέβαλε την δια μεταθέσεως τοποθέτηση του στην έχουσα πρόβλημα επαρχία.
β) η ύπαρξη συνοδικής αποφάσεως και όχι η κατόπιν πρωτοβουλίας του επιθυμούντος να μετατεθεί επισκόπου κατάληψη της εν λόγω επισκοπής.
Τρίτο στοιχείο: Η επαναφορά στον γενικό απαγορευτικό κανόνα, εφόσον δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις, που καθιστούν επιτρεπτή την μετάθεση. ΄Ετσι, εφόσον δεν πληρούται μια εκ των δύο προϋποθέσεων (εύλογη αιτία ή συνοδική απόφαση), η μετάθεση είναι μη επιτρεπτή και, εάν τυχόν γίνει, είναι αντικανονική. Το αυτό ισχύει και στην περίπτωση, που ενώ υπήρξε συνοδική απόφαση, αυτή αργότερα ανακλήθηκε, όπως συνέβη στην περίπτωση του Επισκόπου Μέτρων Μακαρίου, του οποίου η μετάθεση από την Επισκοπή Μέτρων στη Μητρόπολη Άρτας ματαιώθηκε, αν και είχε αποφασισθεί από την Επαρχιακή Σύνοδο της Μητροπόλεως Άρτας, διότι αναιρέθηκε η σχετική συνοδική απόφαση (Βλ. το γράμμα υπ’ αριθ. ΚΣΤ΄ του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Καλλινίκου του Ακαρνάνος, σε Μ. Γεδεών, Κανονικαί Διατάξεις, Τόμος Α΄, 73επ.).
Πλήρη απόδειξη, μάλιστα, της αρνήσεως της Εκκλησίας να δεχθεί ευχερώς το μεταθετό των επισκόπων, συνιστά ο 1ος κανόνας της συνόδου της Σαρδικής (βλ. Αν. Βαβούσκου, ο.π., 116), ο οποίος στηλιτεύει με ιδιαιτέρως έντονο ύφος και σκληρή γλώσσα τις επιδιώξεις επισκόπων να επιτύχουν τη μετάθεσή τους από μικρότερη επαρχία σε αντίστοιχη μεγαλύτερη, καθόσον ουδέποτε εμφανίσθηκε το αντίθετο φαινόμενο υποβολής αιτήματος για μετάθεση από μεγαλύτερη σε μικρότερη επαρχία: «Ὅσιος Ἐπίσκοπος πόλεως Κορδούης εἶπεν· Οὐ τοσοῦτον ἡ φαύλη συνήθεια, ὅσον ἡ βλαβερωτάτη τῶν πραγμάτων διαφθορά, ἐξ αὐτῶν τῶν θεμελίων ἐστὶν ἐκριζωτέα, ἵνα μηδενὶ τῶν ἐπισκόπων ἐξῇ ἀπὸ πόλεως μικρᾶς εἰς ἑτέραν πόλιν μεθίστασθαι. Ἡ γὰρ τῆς αἰτίας ταύτης πρόφασις φανερά, δι᾽ ἣν τὰ τοιαῦτα ἐπιχειρεῖται. Οὐδεὶς γὰρ πώποτε εὑρεθῆναι ἐπισκόπων δεδύνηται, ὃς ἀπὸ μείζονος πόλεως εἰς ἐλαχιστοτέραν πόλιν ἐσπούδασε μεταστῆναι· ὅθεν συνέστηκε διαπύρῳ πλεοναξίας τρόπῳ ὑπεκκαίεσθαι τοὺς τοιούτους, καὶ μᾶλλον τῇ ἀλαζονείᾳ δουλεύειν, ὅπως ἐξουσίαν δοκοῖεν μείζονα κεκτῆσθαι. Εἰ πᾶσι τοίνυν τοῦτο ἀρέσκει, ὥστε τὴν τοιαύτην σκαιότητα αὐστηρότερον ἐκδικηθῆναι, ἡγοῦμαι γὰρ μηδὲ λαϊκῶν ἔχειν τοὺς τοιούτους χρῆναι κοινωνίαν. Ἅπαντες οἱ ἐπίσκοποι εἶπον· Ἀρέσκει πᾶσιν». Βεβαίως, όπως ορθώς παρατηρεί και στο υπό τον κανόνα ερμηνευτικό σχόλιό του ο Θ. Βαλσαμών (Σύνταγμα Ράλλη – Ποτλή, Τ. ΙΙ, 230 – 231), η αναφορά του κανόνα στο φαινόμενο μεταθέσεων από μικρότερη σε μεγαλύτερη δεν συνεπάγεται ότι είναι επιτρεπτή η μετάθεση από μεγαλύτερη πόλη σε μικρότερη. Συνεπώς, και αυτή απαγορεύεται με την σειρά της, εφόσον δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του 14ου κανόνα των Αποστόλων.
Η σύνοδος, όμως, της Σαρδικής δεν αρκέσθηκε στην ψήφιση του 1ου κανόνα. Προχώρησε και στην ψήφιση ακόμη ενός κανόνα, συναφούς με αυτόν που ήδη είχε ψηφίσει. Αφορμή στάθηκε η πληροφόρηση της συνόδου, ότι όταν κάποιος επίσκοπος επιθυμούσε να μετατεθεί, έπειθε διά χρημάτων κατοίκους της προς μετάθεσιν Μητροπόλεως, να του γράψουν επιστολές, υποστηρίζοντας ότι αυτός (και αποδέκτης των επιστολών) είναι ο καταλληλότερος για την χηρεύουσα Μητρόπολη.
Με αυτά τα δεδομένα, η σύνοδος της Σαρδικής ψήφισε και τον 2ο κανόνα (βλ. Αν. Βαβούσκου, ο.π., 116), ο οποίος προβλέπει την επιβολή της ποινής του αφορισμού, για όποιον επίσκοπο ακολουθεί τέτοιες πρακτικές, κατά τον κανόνα «ραδιουργίας» και «τέχνας»: «Ὅσιος ἐπίσκοπος εἶπεν· Εἰ δέ τις τοιοῦτος εὑρίσκοιτο μανιώδης ἢ τολμηρός, ὡς περὶ τῶν τοιούτων δόξαι τινὰ φέρειν παραίτησιν, διαβεβαιούμενον ἀπὸ τοῦ πλήθους ἑαυτὸν κεκομίσθαι γράμματα, δῆλόν ἐστιν, ὀλίγους τινὰς δεδυνῆσθαι, μισθῷ καὶ τιμήματι διαφθαρέντας, ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ στασιάζειν, ὡς δῆθεν τὸν αὐτὸν ἔχειν ἐπίσκοπον ἀξιοῦντας. Καθάπαξ οὖν τὰς τοιαύτας ῥᾳδιουργίας καὶ τέχνας οὐ δεκτέας, ἀλλὰ μᾶλλον κολαστέας εἶναι νομίζω, ὥστε μηδένα τοιοῦτον μηδὲ ἐν τῷ τέλει λαϊκῆς γοῦν ἀξιοῦσθαι κοινωνίας. Εἰ τοίνυν ἀρέσκει ἡ γνώμη αὕτη, ἀποκρίνασθε. Ἀπεκρίναντο· Τὰ λεχθέντα ἤρεσεν».
Από τα παραπάνω συνάγονται τα εξής: Σε κάθε περίπτωση, που κρίνεται το επιτρεπτό μίας μεταθέσεως, αυτή αποφασίζεται από συνοδικό όργανο, συλλογικό όργανο δηλαδή της Εκκλησίας, που στην συγκεκριμένη περίπτωση θα είναι η Σύνοδος της εκκλησιαστικής περιφέρειας, εντός των ορίων της οποίας βρίσκεται η επαρχία, που θα εγκατασταθεί ο μετατεθείς επίσκοπος.
Περαιτέρω, από το ίδιο όργανο θα γίνει και η επιλογή του προσώπου, που θα κληθεί διά μεταθέσεως να αναλάβει την διαποίμανση της «προβληματικής» επαρχίας.
Εν κατακλείδι, κατά τους ιερούς κανόνες το αμετάθετο των επισκόπων είναι ο κανόνας και το μεταθετό αυτών η εξαίρεση, και αυτή υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Β. Στο ίδιο πλαίσιο κινούνται και οι ρυθμίσεις του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος. Κατά την σχετική διάταξη (άρθρο 24 πργφ. 2): «Ἡ πλήρωσις Μητροπόλεως γίνεται κανονικῶς δι᾿ ἐκλογῆς, ἐξαιρετικῶς δέ δύναται νά γίνῃ κατ᾿ ἄσκησιν οἰκονομίας πρός μεῖζον τῆς Ἐκκλησίας ὄφελος καί διά καταστάσεως μετ᾿ ἀπόφασιν τῆς Ι.Σ.Ι., λαμβανομένην κατά τά εἰς τήν ἑπομένην παράγραφον ὁριζόμενα, ἀνεξαρτήτως δέ τῆς ἐδαφικῆς ἐκτάσεως ἢ τοῦ πληθυσμοῦ τῆς πρὸς πλήρωσιν Μητροπόλεως».
Σαφώς προκύπτει από την ως άνω διάταξη, ότι:
α) η πλήρωση μιας κενής Μητροπόλεως γίνεται κατά κανόνα δι’ εκλογής, ενώ η λύση της μεταθέσεως είναι η εξαίρεση.
β) εάν παρά ταύτα είναι να επιλεγεί η εξαίρεση, δηλαδή η πλήρωση διά μεταθέσεως, τότε θα πρέπει:
- να γίνει κατ’ οικονομίαν. Επειδή η ορθή εφαρμογή της εκκλησιαστικής οικονομίας ως ερμηνευτικής αρχής των ιερών κανόνων προϋποθέτει τον σεβασμό των δύο ζωτικών στοιχείων αυτής, δηλαδή της περιπτωσιολογικής εφαρμογής και της παρεκκλίσεως από τα κανονικώς ισχύοντα, θα πρέπει η επιλογή της μεταθέσεως να αφορά αποκλειστικώς και μόνο στην περίπτωση μίας συγκεκριμένης Ιεράς Μητροπόλεως και να γίνει κατά παρέκκλισιν των γενικώς ισχυόντων.
- να αποσκοπεί όχι μόνον απλώς σε όφελος της Εκκλησίας, δηλαδή της Εκκλησίας της Ελλάδος, αλλά σε μείζον όφελος αυτής. Ως μείζον δε όφελος νοούνται τα θετικά αποτελέσματα, που εκτιμάται ότι θα προκύψουν από την μετάθεση συγκεκριμένου Μητροπολίτη, και τα οποία δεν θα έχουν θετικό αντίκτυπο εντός των ορίων της πληρωθείσης Ιεράς Μητροπόλεως αλλά στο σύνολο της Εκκλησίας της Ελλάδος.
γ) να μην παίζει κανένα ρόλο το μέγεθος της εδαφικής εκτάσεως και του πληθυσμού της υπό πλήρωσιν Ιεράς Μητροπόλεως, ιδίως αν αυτή είναι: 1) μικρότερη και ολιγοπληθέστερη, 2) μικρότερη αλλά πολυπληθέστερη, 3) μεγαλύτερη αλλά ολιγοπληθέστερη.
Έχω την άποψη, ότι τόσο το Κανονικό Δίκαιο διά των ιερών κανόνων όσο και το Εκκλησιαστικό Δίκαιο διά του Καταστατικού Χάρτη περιβάλλουν τον θεσμό του αμεταθέτου με ιδιαίτερο σεβασμό, έχοντας ως πρώτη προτεραιότητα την διαφύλαξη του και την προστασία του.
Διότι, ας μην λησμονούμε, ότι ο θεσμός του αμεταθέτου δεν είναι ουρανοκατέβατος ούτε αποκομμένος από το εν γένει σύστημα διοικήσεως, που εισάγουν το Κανονικό Δίκαιο και το Εκκλησιαστικό Δίκαιο. Αντιθέτως, είναι στερεώς συνδεδεμένος και ταυτοχρόνως απόρροια της αρχής της ισοβιότητας, δηλαδή της εφ’ όρου ζωής υποχρεώσεως κάθε Μητροπολίτη να διαποιμαίνει την Μητρόπολη, που του έχει εμπιστευθεί η οποία προβλέπεται τόσο στους ιερούς κανόνες (βλ. 16ο της Πρωτοδευτέρας, σε Αν. Βαβούσκου, ο.π., 84-85) όσο στον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος, ο οποίος εμμέσως την αναγνωρίζει, προσδιορίζοντας στις σχετικές διατάξεις του τους λόγους, που κατ’ εξαίρεσιν οδηγούν στην απώλεια της διαποιμάνσεως (βλ. άρθρα 34 πργφ. 1 εδ. α΄ , πργφ. 2 εδ. α΄ και γ΄ και πργφ. 3).
Περαιτέρω, ως προς το δυσχερές της επιλογής του μεταθετού, είναι εύκολο να διαπιστώσει κανείς από τα προαναφερθέντα, την πλήρη σύμπνοια – αν όχι ταύτιση –των ρυθμίσεων του Καταστατικού Χάρτη με τις ρυθμίσεις των ιερών κανόνων.
Αν προσθέσουμε σ’ αυτό και τις ασφαλιστικές δικλείδες του άρθρου 24 πργφ. 3 του Καταστατικού Χάρτη, δηλαδή:
- Την απαίτηση, η λήψη της αποφάσεως για το μεταθετό, να γίνεται από την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας.
- Την μυστική ψηφοφορία.
- Την ενισχυμένη πλειοψηφία (2/3) για την απόφαση περί μεταθετού και για την εκλογή του μετατεθιμένου Ιεράρχη και
- Την ματαίωση της αποφάσεως περί μεταθετού, αν δεν επιτευχθεί η ενισχυμένη πλειοψηφία,
τότε θεωρώ, ότι η αποδοχή της απόψεως, πως νομοκανονικώς κατοχυρώνεται το αμετάθετο και όχι το μεταθετό των επισκόπων, είναι αναπόφευκτα μονόδρομος.
Ακόμη και αν η φημολογούμενη μετάθεση δεν αφορά σε μετάθεση από Μητρόπολη Νέων Χωρών σε Μητρόπολη Νέων Χωρών (η οποία απαγορεύεται ούτως ή άλλως) αλλά από Μητρόπολη Νέων Χωρών σε Μητρόπολη της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος.