
Χρήστος Μπαξεβάνης στην Romfea.gr
Δρ. Νομικής Α.Π.Θ.
Η σχέση Δικαιοσύνης και Σωτηρίας εξετάστηκαν εκτενώς τον πέμπτο αιώνα στην μεταξύ Αυγουστίνου και Πελαγίου διαμάχη και επανέρχεται τους ΙΑ΄και ΙΔ΄ αιώνες από Λατίνους Θεολόγους, όπως ο Θωμάς Ακινάτης και ο Άνσελμος Καντερβουρίας.
Ο τελευταίος μάλιστα με τη διδασκαλία του «περί θείας ικανοποίησης» (satisfactio), επηρέασε καθοριστικά την δυτική σωτηριολογία, καταδεικνύοντας τη βαθιά αντίθεση γύρω από το ζήτημα της θείας δικαιοσύνης και της ανθρώπινης σωτηρίας ανάμεσα στη Δυτική και Ανατολική Θεολογία, την λογοκρατούμενη Δύση και την αγιοπατερική Ανατολή, με την πλούσια ορθόδοξη εμπειρία και παράδοση της άσκησης και της νήψης, που διαθέτει η τελευταία.
Στο έργο του Ανσέλμου Cur deus homo (Για ποιο σκοπό έγινε ο Θεός άνθρωπος) τονίζονται με ιδιαίτερη έμφαση οι απόψεις για τη δικαιϊκή τάξη της θείας και ανθρώπινης πραγματικότητας. Η παρακοή του ανθρώπου διασάλευσε την τάξη του δικαίου και τραυμάτισε την θεία δικαιοσύνη.
Το ρήγμα αυτό έπρεπε να αποκατασταθεί. Με άλλα λόγια, η οξύτητα του όλου προβλήματος δεν βρίσκεται στην τραγωδία του ανθρώπου, αλλά στη διασάλευση της θείας δικαιοσύνης και στην ανάγκη αποκατάστασης της δικαιϊκής τάξης.
Η αποκατάσταση αυτή λαμβάνει χώρα με τον σταυρικό θάνατο του Χριστού. Καθώς κανένα λογικό δημιούργημα δεν είναι σε θέση να φέρει σε πέρας μια τέτοια δύσκολη αποκατάσταση, την κάνει για λογαριασμό του ανθρώπου ο ίδιος ο Θεός δια μέσου του Υιού του, που γίνεται άνθρωπος και με την σταυρική του θυσία δίνει το αίμα του για πληρωμή και εξιλέωση.
Έτσι το κίνητρο της θείας αγάπης βρίσκει τον τρόπο να αποκατασταθεί η τραυματισμένη θεία δικαιοσύνη και η διασαλευθείσα δικαιϊκή τάξη με την ανάλογη ποινή και πληρωμή.
Όλα τείνουν στην εξισορρόπηση των αντιθέσεων και στην αποκατάσταση της τάξης, που πρώτος τη σέβεται ο Θεός για αυτό και αυτοθυσιάζεται για την ικανοποίησή της.
Πρωτίστως προέχει η αποκατάσταση της τάξης και έπεται η σωτηρία του ανθρώπου. Η ποινή αυτή ικανοποιεί τη θεία δικαιοσύνη (satisfaction dei) και αποκαθιστά τη δικαιϊκή τάξη πραγμάτων.
Δυστυχώς, όμως, έτσι, Θεός και άνθρωπος, κτίση και αιωνιότητα, θεία βασιλεία και ανθρώπινη πολιτεία, με δύο λόγια θεία δικαιοσύνη και ανθρώπινη σωτηρία, υποτάσσονται στην αναγκαιότητα αυτή περί αποκατάστασης και τελικά αυτοεγκλωβίζονται μέσα σε μια αυστηρά νομικίστικη και ιεραρχικά οργανωμένη διάρθρωση σχέσεων που απουσιάζουν η συνέργεια θείας και ανθρώπινης βούλησης, η σχέση, η μετοχή και η περιχώρηση, καθώς επίσης έννοιες και πραγματικότητες όπως είναι η μετάνοια και η συγχώρηση, το έλεος και η αγάπη, όλα αυτά δηλαδή που η αγιοπατερική θεολογία και η ορθόδοξη εμπειρία προσφέρουν στον κόσμο και τον άνθρωπο αιώνες τώρα.
Με την Ενανθρώπηση, την Σταύρωση και την Ανάσταση, ο Θεός σπάει τον φαύλο κύκλο της ανταποδοτικής δικαιοσύνης και την αποκατάσταση των σχέσεων με όρους τιμωρίας, πληρωμής και εξιλέωσης.
Στον Γολγοθά με το «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς˙ οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι» (Λούκ. 23,34) γίνεται η μεγάλη ανατροπή. Είναι το «Μνήσθητί μου, Κύριε» του ληστή και η άμεση απάντηση του Χριστού, ξεκάθαρη, χωρίς περιστροφές, επιφυλάξεις και δισταγμούς: «Σήμερον μετ’ εμού έση εν τω παραδείσω». (Λουκ. 23,43).
Ο Χριστός υπερβαίνει την δικαιοσύνη με την στενή νομική αντίληψη της εποχής και απλώνει τα χέρια του για να τους αγκαλιάσει και να τους ενώσει όλους.
Ο σταυρός Του προσδίδει πλέον ένα νέο περιεχόμενο στη δικαιοσύνη υπό το πρίσμα της αγάπης και του ελέους, της συγχώρησης και της συμφιλίωσης. Μόνο έτσι το κακό θα «τιμωρηθεί» και θα νικηθεί στη ρίζα του.
«Μὴ νικῶ ὑπὸ τοῦ κακοῦ, ἀλλὰ νίκα ἐν τῷ ἀγαθῷ τὸ κακόν (Ρωμ. 12,21) θα μας πει ο Απόστολος Παύλος. Ο Χριστός στη διδασκαλία του μολονότι διατηρεί την έννοια της Παλαιοδιαθηκικής δικαιοσύνης, δηλαδή την υπακοή στις θείες εντολές, αποκαλύπτει το αληθινό νόημα της Μωσαϊκής Νομοθεσίας.
Στην Επί του Όρους ομιλία, στις παραβολές του καλού Σαμαρείτη, του ασώτου και των εργατών του αμπελώνος, ο Χριστός καθιστά σαφές πως η δικαιοσύνη του Θεού δεν είναι νομική υπόθεση, δεν είναι μια πράξη νομικίστικης συμμόρφωσης και πατρικής υποταγής, ούτε μια ευσεβιστική εκδήλωση ενός φαρισαϊκού ηθικισμού.
Ακολούθως, ο Χριστός μας δείχνει και μια νέα αντίληψη του Θεού, σύμφωνα με την οποία ο Θεός δεν είναι ένας άτεγκτος δικαστής ούτε και ένας σκληρός ανακριτής, γιατί δεν αποδίδει κατηγορίες ούτε καλεί κανένα σε απολογία.
Λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Όταν δε τον απολωλότα διασώσαι δέη, ου δικαστηρίων καιρός, ουδέ ακριβούς εξετάσεως, αλλά φιλανθρωπίας και συγγνώμης μόνον».
Ο Θεός δεν είναι άκαρδος σκληρός και ασυγκίνητος, τιμωρός και εκδικητής, αλλά φιλεύσπλαχνος πατέρας, ιατρός σώματος και ψυχής. Το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται η δικαιοσύνη του Θεού είναι αυτό της συγχώρεσης της συγγνώμης και της συγκατάβασης.
Είναι δε χαρακτηριστικό της διαφορετικής αυτής αντίληψης ότι ο Αυγουστίνος μεταφράζει το χωρίο της Γένεσης «η δ’ αν ημέρα φάγητε απ’αυτού (του καρπού), θανάτω αποθανείσθε» ως «εάν φάτε από τον καρπό του δένδρου αυτού θα σας σκοτώσω», με την ενοχή της ανυπακοής να περνά εξίσου σε όλους τους απογόνους του Αδάμ.
Ακολούθως, η προσβολή της θείας δικαιοσύνης και η διασάλευση της δικαιϊκής τάξης απαιτούν (στο πλαίσιο μιας ανταποδοτικής δικαιοσύνης και ενός Θεού που με ανθρωπομορφικά στοιχεία οργίζεται και προσβάλλεται) την τιμωρία και την ποινή με σκοπό την εξιλέωση και την αποκατάσταση, μέσα από την ενσάρκωση και τελικά θυσία του Θεού-Υιού, όπως αναλύθηκε παραπάνω. Αντίθετα, στην ορθόδοξη θεολογία ο Θεός δεν τιμώρησε τον άνθρωπο, αλλά ο άνθρωπος αυτοτιμωρείται και αυτοκαταδικάζεται.
Κάνει κακή χρήση του αυτεξουσίου κόβοντας τον σύνδεσμό του με τον Θεό-ζωή επιτρέποντας έτσι στο κακό, τη φθορά και το θάνατο να μπουν στη ζωή του.
Για αυτό και η Θεία Δικαιοσύνη στην Ανατολική και δη Ορθόδοξη Θεολογία, που εκδηλώνεται με τη χάρη του Θεού, αποσκοπεί στη σωτηρία του ανθρώπου επιδιώκοντας να μεταβάλει εσωτερικά τον άνθρωπο και να τον καταστήσει κατά χάρη Άγιο, μέσα στην Εκκλησία και τα μυστήρια της. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι η πρώτη νύξη για τη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους από τον αναμενόμενο Μεσσία και Σωτήρα του Κόσμου γίνεται στο Πρωτευαγγέλιο στο 3ο κεφάλαιο του βιβλίου της Γεννήσεως, με τον Θεό να υπόσχεται στους πρωτοπλάστους ότι ο απόγονος από το σπέρμα της γυναίκας θα συντρίψει την κεφαλή του αρχέκακου εχθρού (Γεν. 3,15).
Τελικά, όλη αυτή η θεολογική αντίθεση περί δικαιοσύνης και σωτηρίας μεταξύ Δύσης και Ανατολής, δεν θα μπορούσε να βρει καλύτερα την έκφραση και συμπύκνωσή της από τον ευαγγελικό λόγο, σύμφωνα με τον οποίο, ο Λυτρωτής και Σωτήρας Χριστός δεν ήρθε με διάθεση να κρίνει ούτε με σκοπό να δικάσει και να καταδικάσει, αλλά να σώσει το δημιούργημά του, «Ου γαρ ήλθον ίνα κρίνω τον κόσμον, αλλ’ ίνα σώσω τον κόσμον» (Ιωάν. Ιβ΄ 47), ζητώντας από τους ανθρώπους έλεος και όχι θυσία, «Έλεον θέλω και ουχί θυσίαν. Διότι δεν ήλθον διά να καλέσω δικαίους αλλά αμαρτωλούς εις μετάνοιαν» (Ματθ. 12:7).