Logo
Γράφτηκε από τον/την Romfea.gr. 31/12 11:15

thelima theou 1

Γράφει ο Παναγιώτης Ἰ. Μπούμης στην Romfea.gr
Ὁμότ. Καθηγητής Παν/μίου Ἀθηνῶν


Στό μάθημα τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου μιά μέρα μοῦ λέει ἕνας φοιτητής ἐρωτηματικά:

Ὁ τάδε ἀρχιερέας μᾶς εἶπε ὅτι ἐμεῖς οἱ ἐπίσκοποι εἴμαστε πάνω ἀπό τούς κανόνες. Ἀντί ἄλλης ἀπαντήσεως τοῦ εἶπα ρητά: Οἱ ἱεροί καί θεῖοι κανόνες θεσπίστηκαν ἀκριβῶς γιά τούς ἐπισκόπους.

Ἴσως αὐτή ἡ ἀπάντηση-θέση ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται μονόπλευρη. Πλήν ὅμως ἀκριβῶς οἱ ἱεροί κανόνες ἔγιναν ἀφ' ἑνός γιά νά τούς ἐφαρμόζουν οἱ ἐπίσκοποι στούς ἑαυτούς τους καί ἀκολούθως νά τούς προβάλλουν καί στά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, τόν κλῆρο καί τό λαό.

Ἀσφαλῶς ὁ ἐν λόγῳ ἀρχιερέας εἶπε τά ἀνωτέρω, ἐπειδή ἐπίσκοποι ἐπίσης ἦσαν καί ἐκεῖνοι πού συνέταξαν καί ὅρισαν τούς κανόνες.

Ἴσως ὅμως ἐκείνη τή στιγμή δέν σκέφθηκε ὅτι οἱ ἐπίσκοποι ἐκεῖνοι τούς διατύπωσαν ἤ ὅτι τούς ὅρισαν καί ἐθέσπισαν ἐν Οἰκουμενικῇ Συνόδῳ καί ἄρα εἶχαν τόν φωτισμό καί τήν ἐπιστασία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἄρα ἐξέφραζαν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Χαρακτηριστική εἶναι ἡ διαβεβαίωση τῆς Ἀποστολικῆς Συνόδου «ἔδοξε τῷ Πνεύματι τῷ Ἁγίῳ καί ἡμῖν» (Πράξ. 15,28), καθώς καί τοῦ α΄ καν. τῆς Ζ΄ Οἰκουμ. Συνόδου: «. . . ἀσπασίως τούς θείους κανόνας ἐνστερνιζόμεθα καί ὁλόκληρον τήν αὐτῶν διαταγήν καί ἀσάλευτον κρατύνομεν (= δίνουμε κράτος-δύναμη) τῶν ἐκτεθέντων ὑπό τῶν ἁγίων σαλπίγγων τοῦ Πνεύματος . . . Ἐξ ἑνός γάρ ἅπαντες καί τοῦ αὐτοῦ Πνεύματος αὐγασθέντες (= φωτισθέντες) ὥρισαν τά συμφέροντα» (Γ. Ράλλη - Μ. Ποτλῆ, Σύνταγμα τῶν θείων καί ἱερῶν κανόνων, τόμ. 2, σελ. 556).

Ἄρα ὁ κύριος νομοθέτης τῶν κανόνων εἶναι ὁ Θεός καί ὄχι κάποιος ἤ κάποιοι ἐπίσκοποι.

Γι' αὐτό καί ὁ β΄ καν. τῆς ἴδιας (Ζ΄) Οἰκουμ. Συνόδου ὁρίζει: «Ὅθεν ὁρίζομεν, πάντα τόν προάγεσθαι μέλλοντα εἰς τόν τῆς ἐπισκοπῆς βαθμόν . . . ἀνακρίνεσθαι . . . ἀσφαλῶς ὑπό τοῦ Μητροπολίτου, εἰ προθύμως ἔχει ἀναγινώσκειν ἐρευνητικῶς, καί οὐ παροδευτικῶς (= ἐπιτροχάδην καί ἐπιπολαίως), τούς τε ἱερούς κανόνας, καί τό ἅγιον Εὐαγγέλιον, τήν τε τοῦ θείου Ἀποστόλου βίβλον, καί πᾶσαν τήν θείαν Γραφήν· καί κατά τά θεῖα ἐντάλματα ἀναστρέφεσθαι, καί διδάσκειν τόν κατ' αὐτόν λαόν. Οὐσία γάρ τῆς καθ' ἡμᾶς ἱεραρχίας ἐστί τά θεοπαράδοτα λόγια, ἤγουν ἡ τῶν θείων Γραφῶν ἀληθινή ἐπιστήμη . . . » (Γ. Ράλλη - Μ. Ποτλῆ, Σύνταγμα, τόμ. 2, σελ. 561).

Ὑπογραμμίζουμε καί τονίζουμε τίς χαρακτηριστικές ἐκφράσεις «θεῖα ἐντάλματα» καί «θεοπαράδοτα λόγια», γιατί δέν πιστεύουμε ὅτι τίς διατύπωσαν παροδευτικῶς, προχείρως καί ἐπιπολαίως, καί ὄχι κατόπιν μεγάλης προσοχῆς καί μελέτης.

Ἐκεῖνο μόνο πού ἴσως ξενίζει μερικούς εἶναι τό γιατί βάζουν οἱ Πατέρες στήν ἴδια μοίρα, στήν ἴδια ἀξία καί τιμή τήν Ἁγία Γραφή καί τούς ἱερούς κανόνες. Αὐτό δέν πρέπει νά σκανδαλίζει καθόλου τούς πιστούς, γιατί τόν Κανόνα, τόν κατάλογο τῶν βιβλίων τῆς Ἁγίας Γραφῆς, οἱ κανόνες τῆς Ἐκκλησίας (πε΄ [85ος] ἀποστολικός, κδ΄/λβ΄ Καρθαγένης, ξ΄ [60ος] Λαοδικείας, Μεγ. Ἀθανασίου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Ἀμφιλοχίου τοῦ Ἰκονίου, β΄ τῆς Πενθέκτης) τόν καθόρισαν καί τόν ἐπικύρωσαν.

Καί ἐκτός αὐτοῦ οἱ δογματικές ἀποφάσεις καί οἱ ἱεροί κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων εἶναι οἱ αὐθεντικότεροι ἑρμηνευτές τῶν θείων καί θεοπαραδότων λόγων, ἀφοῦ περιλαμβάνουν, στηρίζονται καί διαφωτίζουν στά κείμενά τους πλῆθος χωρίων τῆς Ἁγίας Γραφῆς.

Ἐπίσης οἱ ἱεροί κανόνες εἶναι ἐκεῖνοι πού ἐναρμονίζουν ἀκόμη καί δύσκολα χωρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί λύνουν τυχόν θεωρούμενες μεταξύ τους ἀντιθέσεις (ἐναντιοφάνειες). Σ' αὐτό τό ἔργο τους ἐφαρμόζουν, ἀλλά καί ὑποδεικνύουν σέ μᾶς μία θεμελιώδη ἑρμηνευτική ἀρχή καί μέθοδο, πού λέει: «Πρόσεχε οὖν ἀκριβῶς τῇ Γραφῇ καί αὐτόθεν εὑρήσεις τήν λύσιν τοῦ ζητήματος» (ιστ΄ καν. Μεγ. Βασιλείου).

Ἔτσι, στό σημεῖο αὐτό, ἐρχόμαστε καί στό μεγάλο πρόβλημα πού ἀπασχολεῖ καί σήμερα τήν ἐπιστήμη στό θέμα τῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου. Αὐτό ἔγκειται στό ἑξῆς δίλημμα: Ὁ νομοθέτης ἤ τό γράμμα τοῦ νόμου; Δηλαδή ποιό πρέπει νά λαμβάνουμε ὑπ' ὄψη προκειμένου νά ἀνεύρουμε καί νά ἐφαρμόσουμε τή διάταξη ἑνός νόμου; Τό νοῦ καί τή θέληση (βούληση) τοῦ νομοθέτη, ἤ τό γράμμα, τό κείμενο τοῦ νόμου καί αὐτό νά προσπαθοῦμε νά ἑρμηνεύσουμε, γιά νά ἀνεύρουμε, τί ὁ νόμος ὁρίζει;

Προφανῶς, λοιπόν, ὅταν ὁ νόμος ἔχει θεσπισθεῖ ἀπό ἕνα (ἄντε δύο) πρόσωπα καί εἶναι εὔκολο νά ἀναζητήσουμε καί νά ἀνεύρουμε τό νοῦ, τή βούληση τοῦ νομοθέτη, τότε μποροῦμε νά ἀρκεσθοῦμε στή θέληση τοῦ νομοθέτη.

Ὅταν ὅμως εἶναι πολλοί ἐκεῖνοι πού ψήφισαν τό νόμο-κανόνα, τότε εἶναι ἀδύνατο νά βρεθεῖ ἡ θέληση τοῦ νομοθέτη. Γιατί κάθε μέλος τοῦ νομοθετικοῦ σώματος ἐνδέχεται νά εἶχε διαφορετική θέληση ἤ σκέψη, ὅταν ψήφιζε.

Ὁπότε εἴμαστε ἀναγκασμένοι νά καταφύγουμε στό γράμμα, στό κείμενο, τοῦ νόμου καί νά λάβουμε ὑπ' ὄψη, τί αὐτό μᾶς λέει.

Πολύ περισσότερο αὐτό ἰσχύει γιά τά ἐντάλματα τῆς Ἁγίας Γραφῆς (Διαθήκης) καί τούς κανόνες τῆς Ἐκκλησίας, στά ὁποῖα διατυπώνεται καί ἐκφράζεται ἡ βούληση, τό θέλημα, τοῦ Θεοῦ. Καί «τίς γάρ ἔγνω νοῦν Κυρίου;» ρωτάει ὁ ἀπόστολος Παῦλος τούς Ρωμαίους (11,34). Πρβλ. καί Α΄ Κορ. 2,11.

Ποιός μπορεῖ νά μᾶς ἀποκαλύψει ποιά ἦταν ἡ βούληση καί ὁ νοῦς τοῦ Θεοῦ. Ἀφοῦ εἶναι «θεοπαράδοτα λόγια», μόνο ἐκεῖνο πού μᾶς ἔχει παραδοθεῖ μποροῦμε νά ἐρευνήσουμε καί νά ἑρμηνεύσουμε καί νά μεταφράσουμε.

Τό πολύ νά ἀνατρέξουμε καί σέ ἄλλα παράλληλα χωρία τῆς θείας Γραφῆς ἤ τῶν θείων κανόνων.

Ἐκτός ὅμως ἀπό αὐτή τή μέθοδο ἄλλη ἑρμηνευτική ἀρχή, συμπληρωματική τῆς προηγούμενης, εἶναι καί αὐτή πού μᾶς παραδίδει ὁ πζ΄ (87ος) καν. τοῦ Μεγ. Βασιλείου. Αὐτός ὁρίζει: «Τό ἐκ τῆς ἀκολούθου ἐπιφορᾶς (= ἀπό τήν ἀκολουθίαν τοῦ λόγου) τό σιωπηθέν συλλογίζεσθαι, νομοθετοῦντός ἐστιν, οὐ τά τοῦ νόμου λέγοντος». Τόν κανόνα αὐτόν τό «Πηδάλιον» ἀποδίδει ὡς ἑξῆς: «Τό νά συμπεραίνῃ τινάς ἀπό τήν ἀκολουθίαν τοῦ λόγου ἐκεῖνο, ὁποῦ ἡ Γραφή ἐσιώπησε, τοῦτο δέν εἶναι ἴδιον ἐκείνου ὁποῦ θέλει νά λέγῃ, ὅσα λέγει ὁ νόμος, ἀλλ' ἐκείνου ὁποῦ θέλει νά νομοθετῇ αὐτός ἀπό λόγου του» (σελ. 635).

Ἔτσι πρέπει ὁ ἑρμηνευτής ἤ ὁ ἐφαρμοστής ἑνός θείου ἐντάλματος ἤ κανόνα νά ἀποφεύγει ἀβάσιμες προεκτάσεις καί ἐπεκτάσεις στά παραδιδόμενα κείμενα, γιατί ἔτσι εἶναι σά νά νομοθετεῖ αὐτός ἀπό λόγου του.

Ὅπου σταματάει τό θεῖο κείμενο, ἐκεῖ πρέπει νά σταματάει καί ὁ ἑρμηνευτής, χωρίς νά προσθέτει σ' αὐτό κάτι δικό του. Γιατί ἀκόμη μπορεῖ νά τό πάει πρός ἄλλη κατεύθυνση ἤ καί νά περιορίσει τό νοῦ τοῦ κειμένου. Ἔτσι ἄν δέν ἀκολουθήσουμε αὐτές τίς ἀρχές καταντοῦμε νά ἀκολουθοῦμε τό θέλημα τό δικό μας καί ὄχι τό νοῦ καί τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Καί ἄν γίνεται κάτι τέτοιο ἀπό ἄγνοια, εἶναι κάπως δικαιολογημένα τά σφάλματά μας, μπορεῖ νά ἰσχυρισθεῖ κάποιος, ἄν καί λέει προφητικῶς ἡ Γραφή «Σύ ἐπίγνωσιν ἀπώσω (= ἀπώθησες) καγώ ἀπώσομαί σε (= θά σέ ἀποδιώξω) τοῦ μή ἱερατεύειν μοι» (Ὡσηέ 4,16).

Πλήν ὅμως ἐδῶ πρέπει νά προσέξουμε ὡς ἕνα ἐλαφρυντικό ὅτι αὐτό τό προφητικό χωρίο τό ἔχει ὁ β΄ καν. τῆς Ζ΄ Οἰκουμ. Συνόδου στό τέλος καί ἀφοῦ προηγουμένως ἀποφαίνεται προειδοποιητικῶς: «Εἰ δέ ἀμφισβητοίη, καί μή ἀσμενίζοι οὕτω ποιεῖν τε καί διδάσκειν, μή χειροτονείσθω».

Πού σημαίνει ὅτι, ἄν ἀμφισβητεῖ καί δέν τοῦ ἀρέσει ἔτσι νά πράττει καί νά διδάσκει ὁ ὑποψήφιος ἐπίσκοπος, τελικά νά μήν χειροτονεῖται.

Ἑπομένως δέν μιλάει ὁ κανόνας γιά μία ἐνδεχόμενη ἄγνοια τοῦ κληρικοῦ δικαιολογημένη, ἀλλά μιλάει γιά ἠθελημένη ἀμέλεια καί ἀδιαφορία στό νά ἐντρυφᾶ στίς θεῖες Γραφές καί τούς θείους κανόνες μέ τελικό ἀποτέλεσμα νά μή διδάσκει ὀρθῶς τό λαό.

Πολύ χειρότερα καθίστανται τά πράγματα καί οἱ συνέπειες, ὅταν ὁ ὑποψήφιος ἤ καί ὁ ἐνεργείᾳ Μητροπολίτης ἤ ἐπίσκοπος, δέν ἀκολουθεῖ καί δέν ἐφαρμόζει τή Γραφή καί τούς κανόνες, ἀλλά πάει ἀντίθετα ἐν γνώσει του πρός τά θεῖα ἐντάλματα καί κανόνες.

Τότε πάει ἀντίθετα πρός τό ἐκπεφρασμένο θέλημα τοῦ Θεοῦ. Καί, ὅπως εἶναι γνωστό: «Τῷ βουλήματι αὐτοῦ τίς ἀνθέστηκε;» (Ρωμ. 9,19). Ὅ,τι καί νά κάνει ὁ ἄνθρωπος, ὅσο πανίσχυρος καί ἄν εἶναι στό τέλος τό θέλημα τοῦ Θεοῦ (θά) γίνεται καί ἡ ἀλήθεια (θά) ὑπερισχύει.

Ἄλλο, ὅταν κατ' οἰκονομίαν ―κατά θείαν χάριν― ὁ (ἀρχ)ιερέας ὠφείλει νά παρέχει ἄδεια γιά νά παρεκκλίνει ὁ πιστός ἀπό τήν τήρηση ἑνός κανόνα κατ' ἀνάγκην ἤ νά τόν συγχωρήσει γιά κάποια παράβασή του.

Ἀλλά καί τότε πρέπει μαζί μέ τήν παρεχόμενη ἄδεια-συγχώρηση νά τοῦ ὑπενθυμίζει καί μάλιστα ἐγγράφως τή σχετική ἐντολή ἤ τόν κανόνα, ὁ ὁποῖος ἰσχύει καί πρέπει πάντοτε νά τηρεῖται καί ὁ ὁποῖος ἀνεστάλη προσωρινῶς γιά τήν ψυχική καί σωματική αὐτοῦ τοῦ πιστοῦ ὠφέλεια καί σωτηρία χωρίς σκανδαλισμό τῶν ἄλλων.

Βεβαίως, γιά νά παρέχεται κάτι κατ' οἰκονομία καί νά μήν ἀποτελεῖ παράβαση, πρέπει νά γίνεται, νά χορηγεῖται, ἀπό τό ἱεραρχικῶς ἀνώτερο ἐκκλησιαστικό ὄργανο ἀπό ὅ,τι εἶναι ἐκεῖνο πού τή ζητάει. Δηλαδή ὁ κλῆρος καί ὁ λαός ἀπό τόν ἐπίσκοπό του, ὁ ἐπίσκοπος ἀπό τήν τοπική σύνοδό του, καί ἡ τοπική σύνοδος ἀπό τή γενική (π.χ. Πανορθόδοξο) καί ἀπό τήν Οἰκουμενική.

Πάντως εἴτε κατ' ἀκρίβεια εἴτε κατ' οἰκονομία πράττουν κάτι τά ἐκκλησιαστικά ὄργανα, πρέπει πάντα νά ἔχουν ὡς γνώμονα τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἔχει παραδοθεῖ καί ὡς στόχο τήν ἐπικράτηση αὐτοῦ. Καί ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλά πρέπει νά ἔχουν καί τήν αὐτομαρτυρία ὅτι πορεύονται καί συνάγονται σύμφωνα μέ τή θέληση τοῦ Θεοῦ καί μέ τήν εὐλογία Του ἀποφασίζουν καί πράττουν τά δέοντα καί πρέποντα. Καί ἐπί πλέον: Νά ἔχουν τήν παρρησία νά διακηρύσσουν ἐκεῖνο πού διακήρυξαν οἱ ἀπόστολοι κατά τή Σύνοδο τῶν Ἱεροσολύμων: «Ἔδοξε τῷ πνεύματι τῷ ἁγίῳ καί ἡμῖν» (Πράξ. 15,28), ἤ οἱ Πατέρες τῆς Ζ΄ Οἰκουμ. Συνόδου (α΄ καί β΄ κανόνες).

Διαφορετικά πῶς θά ἔχουν τήν ἐπιθυμία ἤ τήν ἀπαίτηση νά πιστεύουν οἱ χριστιανοί ὅτι οἱ λόγοι τους, οἱ ἀποφάσεις τους καί οἱ πράξεις τους εἶναι κατά Θεόν, ὅτι αὐτά πού λένε καί πράττουν εἶναι θεάρεστα, «ἀληθῆ, σεμνά (καί) δίκαια» (βλ. Φιλιπ. 4,8), ὅτι εἶναι «τά καλά καί ὠφέλιμα τοῖς ἀνθρώποις» (Τίτ. 3,8) ;

Εὐλογημένο τό νέο ἔτος 2020.


Περισσότερα γιά τό θέμα αὐτό μπορεῖ ὁ ἐνδιαφερόμενος νά ἀνεύρει στό Παν. Μπούμη, Οἱ κανόνες τῆς Ἐκκλησίας περί τοῦ κανόνος τῆς Ἁγίας Γραφῆς, Ἀθῆναι 1986.

Πολύ περισσότερα περί αὐτῶν μπορεῖ ὁ ἐνδιαφερόμενος νά ἀνεύρει στό βιβλίο Παν. Μπούμη, Κανονικόν Δίκαιον, Ἔκδ. Γ΄, ἐκδ. «Γρηγόρη», Ἀθήνα 2002, σελ. 76 ἑξ.

H αναδημοσίευση του παραπάνω άρθρου ή μέρους του επιτρέπεται μόνο αν αναφέρεται ως πηγή το Romfea.gr με ενεργό σύνδεσμο στην εν λόγω καταχώρηση.
FOLLOW ROMFEA: