
Του Επισκόπου Πατάρων κ. Ιωσήφ στην Romfea.gr
Στη δασκάλα µου, Καθ. Δέσπω Αθ. Λιάλιου
Μεθοδολογική απορία
Τι θα γινόταν;
Και τι θα γινόταν εάν αφήναµε τον Θεό να ενεργεί ελεύθερα; Τι θα γινόταν εάν δεν εµποδίζαµε τον Θεό;
Τι θα γινόταν εάν πιστεύαµε ότι η Εκκλησία δεν είναι δική µας, αλλά για µας, µε µόνο έναν απόλυτο αρχηγό, τον Θεό;
Τι θα γινόταν εάν δεν είχαµε την Εκκλησία ως µέσον να πραγµατοποιήσουµε κρυφά τα απωθηµένα µας, ως καταφύγιο για να κρύψουµε, ασυνείδητα βέβαια (;;;!!!), τις χειρότερές µας αδυναµίες;
Τι θα γινόταν µέσα στην Εκκλησία εάν είµασταν πράοι και υπάκουοι στο Πνεύµα. Τι θα γινόταν εάν δεν θέταµε τον εαυτό µας στη θέση του Κριτή Θεού.
Τι θα γινόταν εάν πιστεύαµε ακράδαντα σε αυτό που κηρύττουµε;
Τι θα γινόταν εάν, ενώ νοµίζοντας ότι είµαστε συνεργοί του Θεού, θα καταλάβαµε ότι -στην πραγµατικότητα- εναντιωνόµαστε σε Αυτόν; Ότι αντί να είµαστε χρηστοί, στην πραγµατικότητα είµαστε αντί-χριστοί;
Τα πάντα και τους πάντες κρίνουµε. Διευθύνουµε, διοικούµε, εκλέγουµε, λογοµαχούµε, απαγορεύουµε, καταριόµαστε, αναθεµατίζουµε, εξορίζουµε, εξασκούµε, λοιπόν, ως Βικάριοι Χριστού στην γη1, τα του Θεού µέσα στην Εκκλησία.
Ή µήπως όλα αυτά θυµίζουν µια εφηβική ου-τοπία; Μια ευσεβιστική σηµερινή δυσ-τοπία;
Τι θα γινόταν, δηλαδή, εάν; Εάν τι; Εάν αφήναµε λίγο χώρο στο Παράκλητο να δρα.
Εκκλησία ή Εταιρία;
Δένουµε και λύνουµε αµαρτίες. Αυτό είναι η αρχή, το βασικό κριτήριο ἐξ´οὕ απορρέουν τα λοιπά, ἐφ´ιὧ βασίζονται άπαντα τα ιερατικά καθήκοντα σε αυτό το θεανθρώπινου θεραπευτήριο, καλούµενο Εκκλησία.
Μια θεόθεν εξουσία, δηλαδή µια λειτουργία, µια δωρεά. Δίδεται και αίρεται άνωθεν: «οὐχ ὑµεῖς µὲ ἐξελέξασθε ἀλλ´ ἐγὼ ἐξελεξάµην ὑµᾶς» (Ιω. 15: 16). Θεόθεν εξουσία σηµαίνει διακονία. Η θεόθεν εξουσία εξασκείται µε θεϊκά κριτήρια.
Αλλιώτικα µετατρέπεται σε κοσµική, ανθρώπινη εξουσία. Και τότε παύει η Εκκλησία. Εκεί είναι το όριό της. Και της αλήθειας.
Ένα λάθος βήµα και εισερχόµαστε στην περιοχή της πλάνης. Ένα βήµα αριστερά και γίνεται η Εκκλησία συνδικάτο. Ένα βήµα δεξιά και γίνεται ONG.
Ένα βήµα πίσω και πάλι συναγωγή. Η ισορροπία εξαρτάται από την εξάσκηση του απολύτου κριτηρίου.
Το θεϊκό κριτήριο; Η αγάπη, η πίστη, η ταπείνωση, η προσευχή, η κάθαρση, η µετάνοια. Αυτά είναι τα µέσα.
Ο Χριστός ο ίδιος: αυτός είναι το απόλυτο κριτήριο. Λένε ότι πράττουµε «εἰς τόπον καὶ τύπον Χριστοῦ», in Persona Christi. Κατά τις ιεροπραξίες; Part time, δηλαδή. Τότε;
Εκκλησιαστικό Management
Εάν όντως νοµίζουµε ότι εµείς διευθύνουµε της Εκκλησίας το πηδάλιον, τότε υπάρχει πρόβληµα.
Εάν πάλι λέµε ότι ο Θεός όντως διευθύνει και από την άλλη πλευρά γινόµαστε manager της Εκκλησίας, και τότε υπάρχει χειρότερο πρόβληµα.
Εάν, όµως, ισχυρισθούµε ότι ο Θεός αποκλειστικά διευθύνει την Εκκλησία εδώ και τώρα, ε τότε πάλι δεν παρουσιάζουµε την πλήρη εικόνα.
Υπάρχει µια ωραία έκφραση που χρησιµοποιείται στην Εκκλησία, ίσως σήµερα ποµπώδη, αλλά εξ´ άλλης απόψεως βαθύτατης και υψίστης σηµασίας: ἐλέῳ Θεοῦ. Διότι, όπως λέγει ο Μέγας Βασίλειος στην ωραία αυτή παρένθεση της αναφοράς του: «(οὐ γὰρ ἐποιήσαµέν τι ἀγαθόν ἐπί τῆς γῆς)».
Προηγείται και η οµολογία «οὐ διὰ τὰς δικαιοσύνας ἡµῶν», αλλά «διὰ τα ἐλέη και τοὺς οἰκτοιρµούς σου». Τα πάντα στην Εκκλησία είναι δώρο, όπως και η Εκκλησία.
Τα πάντα στην Εκκλησία έχουν αρχή τον θείο έρωτα, την αγάπη, το έλεος, την φιλανθρωπία του Θεού. Ο Θεός µοιράζεται µε µάς τη δράση του. Χάριτι!
Ό,τι Εκείνος φύσει, εµείς χάριτι. Αυτή η άπειρη µοιρασιά δώρων και χαρισµάτων επιτρέπει εµάς τους ανθρώπους να ασκούµε λειτουργήµατα, διακονήµατα µέσα στην Εκκλησία για να µοιάζουµε τον Θεό.
Η εξουσία δεν βρίσκεται στην καθεαυτή διακονία, αλλά στην ενέργεια να προβάλλω και να γεννήσω τον Χριστό διαµέσου της διακονίας: ανά-δηµιουργία.
Συνέργεια. Πολλαπλασιάζεται ο Χριστός σε κάθε επίσκοπο, σε κάθε ιερέα, σε κάθε διάκονο: για να πολλαπλασιάζεται σε κάθε άνθρωπο!
Αυτοί αντανακλούν τη δόξα του µε διαφορετικές βαθµίδες, δηλαδή µοιράζουν την άκτιστη ενέργειά Του µε τις πράξεις τους, µε τα λόγια τους, µε τις χειρονοµίες.
Και πράξεις εδώ δεν εννοούνται µονάχα οι ιεροτελεστίες, αλλά κάθε πράξη, κάθε πρόθεση, πάντα και παντού.
Ἐλέῳ Θεοῦ: η άκτιστη ενέργεια που εκχέεται πλούσια σε κάθε ιερωµένο, σε κάθε άνθρωπο. Όµως, ο άνθρωπος πρέπει να την δεχτεί.
Υπάρχει και το θέµα της δεκτικότητας. Υπάρχει το θέµα του αυτεξουσίου. Δεν είναι όλα αυτονόητα. Υπάρχουν και βαθµίδες στη δεκτικότητα των ανθρώπων: όχι όλοι όλα, όχι όλοι όλο.
Εµείς αποφασίζουµε. Το θέµα είναι µη γίνουµε «αδιάβροχοι» στην Χάρη: αντ-ενέργεια. Τότε παύουµε την διακονία και ασκούµε εξουσία.
Τότε παύει η Εκκλησία και γίνεται εταιρία. Έχουµε παραδείγµατα πολλά στη Δύση. Και δυστυχώς στην Ανατολή.
Παράδοξο
Είπαµε θεανθρώπινο σώµα η Εκκλησία. Άρα η κατεξοχήν περιοχή του παραδόξου. Όποιος ζει στην Εκκλησία –ζει την Εκκλησία- ζει στην περιοχή του παραδόξου, όπου φύση και υπέρ-φύση συνυπάρχουν και εναρµονίζονται, όπου η συνέργεια είναι ο τρόπος, η µέθοδος λειτουργίας των λειτουργών και η εγγύησή τους, όπου η αµαρτία γίνεται –όλως παραδόξως-πηγή ιάσεως και θαύµατος, όπου το αυτεξούσιο του ανθρώπου «περὶ-χωρεῖται» στην θεία ελευθερία και «πλατύνεται» χωρίς όριο.
Η Εκκλησία δεν είναι η άκτιστη βασιλεία του Θεού, αλλ´ ούτε είναι ανθρώπινη εταιρία, ή κοινωνία, ή κάστα.
Η Εκκλησία είναι η περιοχή όπου σµίγουν εδώ και τώρα κτιστό και Άκτιστο, το απόλυτο µε το σχετικό, µια δυναµική, περίπλοκη και δραµατική περιοχή, πλήρη ζωής και ενέργειας – θείας και ανθρώπινης- µια παράδοξης περιοχής µε πρωταγωνιστή τον άνθρωπο και αρχή και τέλος τον ίδιο τον Θεό.
Ούτως, η Εκκλησία είναι η περιοχή της ελευθερίας, εφόσον απελευθερώνει τον άνθρωπο από τον εαυτό του – ο παλαιός άνθρωπος - και του δείχνει ότι το «πρόσωπό» του θυµίζει Χριστό, - τον Αρχέτυπο - δηλαδή τελειότητα, θεία καταγωγή και τέλος.
Η Εκκλησία, λοιπόν, ελευθερώνει, δεν δεσµεύει, υψώνει, δεν κατακρίνει, δεν καταδικάζει, και όταν δένει αµαρτίες το κάνει µε ένα αποκλειστικό σκοπό: την απολύτρωση, όχι την καθε αυτή κατάκριση και καταδίκη ενός εχθρού. Διότι η Εκκλησία δεν έχει εχθρούς.
Η Εκκλησία, τέλος, είναι η κατεξοχήν περιοχή της δράσεως του Πνεύµατος.
Το Πνεύµα, το Παράκλητο, το οποίο γεννά ζωή και µετὰ-ζωή· το οποίο ενώνει τα διεσπαρµένα, ανασταίνει τα νεκρά, φωτίζει τα σκοτισµένα, πολλαπλασιάζει τα όµορφα και ωραιοποιεί τα άµορφα· το οποίο µετατρέπει τη ζωή σε υπέρβαση της ζωής και τον θάνατο σε καθαρτήριο έλεος· το Πνεύµα της Αληθείας, που καθοδηγεί τα πάντα εἰς ὄλην τὴν ἀλήθειαν, στην συντέλειά της, στην άγνωστη γνώση που υπερβαίνει κάθε γνώση: το Πνεύµα που µας καθιστά αγράµµατους, ασήµαντους, περιθωριακούς, και τέλος αποτυχηµένους σύµφωνα µε τα κριτήρια «του αιώνος τούτου», εφόσον θεόµορφους, χριστοειδείς, πνεµατοκίνητους.
Το Πνεύµα της ελευθερίας, το οποίο όλως ελεύθερα και κυρίαρχα εναρµονίζει, συνδυάζει και ρυθµίζει τα συµβάντα στην κτιστή περιοχή προς την εκπλήρωση στης θείας Πρόνοιας, και τούτο σεβόµενο κάθε αυτεξούσια ενέργεια του ανθρώπου.
Και δεν οµιλώ για προορισµό. Ούτε καταργώ των κτιστών λογικών όντων το αυτεξούσιο: «χρὴ δὲ γινώσκειν, ὡς ἡ µὲν αἵρεσις τῶν πρακτῶν ἀεὶ ἐφ´ἡµῖν ἐστιν· ἡ δὲ πρᾶξις πολλάκις κωλύεται κατὰ τινα τρόπον τῆς θείας προνοίας» (Ἰωάννου Δαµασκηνοῦ, Ἔκδοσις…. 40 Περί τῶν γινοµένων).
Η δράση –η όποια δράση- της Εκκλησίας, στην Εκκλησία, είναι δράση πνευµατοκίνητη, κυρίαρχη, ζωαρχική, ερωτική, ελεύθερη, συνεργική, και όλως παραδόξως -ἐλέῳΘεοῦ- θεανθρώπινη.
Αυτό προϋποθέτει την απόλυτή µας ελεύθερη συγκατάθεση, την πλήρη δεκτικότητα. Αλλιώτικα εµποδίζουµε.
Ας µην εναντιωνόµαστε στην ενέργεια του Παρακλήτου, η οποία πραγµατοποιείται, «ενσαρκώνεται», θέλουµε -ή δεν θέλουµε.
Διότι άλλο ή ευδοκία του Θεού, άλλο η παραχώρηση (Ἰωάννου Δαµασκηνοῦ, Ἔκδοσις…. 43 Περί Προνοίας).
Το Πνεύµα δίδει και παύει τα χαρίσµατα, εκλέγει τους λειτουργούς στα λειτουργήµατα, διευθύνει τους οδοιπόρους ἐν τῇ ὁδῷ, τελειοποιεί, χριστοποιεί, και συνέχεια µας θυµίζει ότι οὐκ ἡµεῖς ἐξελέξαµεν Αὐτόν, ἀλλ´Αὐτός ἡµᾶς.
«τὸ πνεῦµα ὅπου θέλει πνεῖ καὶ τὴν φωνὴν αὐτοῦ ἀκούεις,
ἀλλ’ οὐκ οἶδας πόθεν ἔρχεται καὶ ποῦ ὑπάγει·
οὕτως ἐστὶν πᾶς ὁ γεγεννηµένος ἐκ τοῦ πνεὐµατος.»
Κατά Ἰωάννην 3:8