
Του Σεβ. Μητροπολίτου Πτολεμαΐδος κ. Εμμανουήλ | Romfea.gr
“Κτίσμα κτίσματι ου προσκυνεί
αλλά δούλος Δεσπότη
και κτίσμα Θεώ…”
Στον «κατάλογο» των Μεγάλων Θεολόγων και Πατέρων της εν Αλεξανδρεία Εκκλησίας πρωταρχική θέση κατέχει ο Αθανάσιος.
Η πάντοτε θεολογούσα Αλεξάνδρεια καυχάται για αυτόν που και γέννημά της είναι και Πατήρ και Επίσκοπος αυτής κατεστάθη.
Μέσα απ’ αυτό το συνοπτικό αρθρογράφημα, θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε κατ’ ελάχιστον την Θεολογία του Μεγάλου Αθανασίου.
Αντλώντας ειδήσεις γι’ αυτή, από τη πλούσια βιογραφία του, όπως αυτή καταγράφεται στην Ελληνική Πατρολογία κατά την περίοδο της Θεολογικής ακμής.
Εκεί θα διαβάσουμε ότι «η οδός προς τον Θεόν δεν είναι εξωτερική, αλλ’ ευρίσκεται μέσα μας. Είναι στο χέρι μας να βρούμε τη ψυχή μας.
Για να την γνωρίσουμε δεν χρειαζόμαστε τίποτε άλλο παρά «ημάς αυτούς» - δηλαδή την κατάθεση της ίδιας μας της ψυχής.
Δεν είναι η ψυχή μας, όπως ο Θεός πάνω από μας, ούτε μακριά από μας, ούτε έξω από μας και είναι στα χέρια μας να βρούμε την αρχήν της.
Ποιος είναι αυτός ο δρόμος; Ο Ιερός πατήρ γράφει «φημί δη την εκάστου ψυχήν και τον εν αυτή νουν» δι’ αυτού γαρ μόνον δύνασθαι Θεός θεωρείσθαι και δύναται νοείσθαι», με νου και ψυχή προσεγγίζεται το Θείον.
Είναι δε χαρακτηριστική η ειλικρίνεια και η αγάπη του στην αλήθεια των πραγμάτων όπου ο Αθανάσιος θα τονίση με απόλυτη κατάθεση ψυχής τα παρακάτω: «Όσο ήθελα να γράφω, λέει ο Αθανάσιος, και εβίαζα τον εαυτόν μου να κατανοήσω την θεότητα του Λόγου, τόσο απομακρυνόταν από εμένα η γνώσις και εμάνθανα ότι τόσο πολύ αστοχώ, όσο ενόμιζα πρωτύτερα ότι κατανοώ».
«Επιλέγοντας» για να μην κουράσω και μακρηγορήσω μέσα σε ατέλειωτους θεολογικούς δρόμους καταγράφω και πάλι αυτούσιο το πατρολογικό κείμενο.
Εκείνο το οποίον τον ενδιέφερε δεν ήτο η λέξις αλλά το πράγμα. Δια τούτο ετόνιζε πάντοτε με έμφαση ότι οι τρεις υποστάσεις δεν κατέχουν απλώς κοινήν θείαν φύσιν αλλά ταύτην θείαν φύσιν και μάλιστα εκάστη ολόκληρον την ταυτήν φύσιν.
Εις την απόδειξιν της θεότητος του Λόγου εκινείτο από πραγματολογικές προϋποθέσεις. Εύρισκε δηλαδή ότι ο Αρειανισμός ανατρέπει ολόκληρον το οικοδόμημα της απολυτρώσεως του ανθρωπίνου γένους.
Εκείνος ο οποίος αναλαμβάνει την πνευματική σωτηρία του ανθρώπου, πρέπει να κατέχει το πλήρωμα της θεότητος αν αναμένεται από τον άνθρωπον να θεωθή. Πως είναι δυνατόν να μην είναι τέλειος Θεός ο Λόγος ο οποίος ενεργεί την θέωσιν αυτού ;
Και συνεχίζει με καθαρότητα σκέψις ο της Αλεξανδρείας μέγας: «Αν δεχθούμε κατωτερότητα του Λόγου και δημιουργία του μέσα στο χρόνο τότε διαλύομεν «την Θείαν Τριάδα». Εάν δε πάλιν λατρεύομεν Λόγον ο οποίος είναι κτίσμα «καταπίπτουμε σε πολυθεϊσμό».
Στο σημείο αυτό φθάνουμε στο μεγάλο θεολογικό κλειδί της του Αθανασίου Θεολογίας «κτίσμα κτίσματι ου προσκυνεί αλλά δούλος Δεσπότη και κτίσμα Θεώ».
Αυτή είναι και η κατακλείδα της αντιαρειανικής του επιχειρηματο-λογίας «ότι ο Χριστός δεν ήτο άνθρωπος ο οποίος εθεοποιήθη δι αμοιβή της ηθικής του τελειότητος, αλλ’ ήτο Θεός ενανθρωπήσας δια να θεοποιήση τους ανθρώπους «ούκ άρα άνθρωπος ων ύστερον γέγονεν Θεός αλλά Θεός ων ύστερον γέγονεν άνθρωπος ίνα ημάς θεοποίηση…»
Γι’ αυτόν τον Αθανάσιον καυχάται σήμερα η όλη εκκλησία · και όλως ιδιαιτέρως η κατά Αλεξάνδρειαν.
«Ευφυής, σαφής και ακριβής εις την έκφρασιν επωφελήθη της πλουσίας μορφώσεως του, της καλής γνώσεως της Γραφής, της ικανότητας προς συζήτησιν και διαπραγμάτευσιν» κι έτσι προσέφερε στους συγχρόνους του αλλά και σε μας τους μεταγενεστέρους την τόσο σαφή και πλούσια θεολογική του παραγωγή.
Ως ποιμένας αληθινός και γνήσιος εκκλησιαστικός ηγέτης, χωρίς αγκυλώσεις και μυωπικούς φανατισμούς, προσέφερε την γνήσια της εκκλησίας πίστη σε μια εποχή που ο Άρειος και οι οπαδοί του περιφέρονται «πλανώντες και πλανώμενοι».
«Ότι έγραψεν είναι μέγα διότι εμπνέετο πάντοτε από τα μεγάλα θέματα της Τριάδος, του Λόγου, του Πνεύματος, της Ενανθρωπήσεως, του ήθους και τα βραχύτατα κείμενα του δίδουν γραμμή πλεύσεως και δεικνύουν εις πάσαν περίπτωσιν τον δρόμον.
Αξίζει φρονώ στο τέλος αυτού του αρθρογραφήματος, του κατ’ αντιγραφήν των περισσοτέρων από την ελληνική πατρολογία, να αναφερθούμε και σε μια ακόμη εκκλησιαστική λεπτομέρεια που όμως είναι και ουσιαστική και καταδεικνύει την ενότητα και το ήθος της πρώτης εκκλησίας.
«Συμφώνως προ παλαιόν έθιμον το οποίον εισήχθη τον Γ΄ αιώνα οι Αρχιεπίσκοποι Αλεξανδρείας απέστελλον κατ’ έτος εις τον κλήρον και λαόν της δικαιοδοσίας των επιστολήν αναγγέλουσαν την έναρξιν της νηστείας και την ημερομηνία του Πάσχα της μοναδικής μέχρι της Α’ Οικουμενικής Συνόδου μεγάλης εορτής του Χριστιανισμού, προς τούτο και η Επιστολή ελέγετο «Εορταστική».
Εις την επιστολήν αυτού του είδους, ανεπτύσσετο κατά πρώτον ένα επίκαιρο εκκλησιαστικό ή θεολογικό ή άλλης φύσεως θέμα.
Την ανακοίνωση της εορτής είχαν την υποχρέωση να κάνουν και οι ηγέτες των άλλων Εκκλησιών, οι οποίες όμως περίμεναν να πληροφορήσουν την ημέρα αυτήν από την Αλεξάνδρεια, όπου υπήρχον υπηρεσίαι ενημερωμέναι επί των θεμάτων της αστρονομίας και των ημερολογιακών διακυμάνσεων.
Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος επισημοποίησε τον θεσμόν ταύτον, αναθέτουσα την φροντίδα της ενημερώσεως των Εκκλησιών εις τον εκάστοτε Αρχιεπίσκοπο Αλεξανδρείας επί Οικουμενικής βάσεως.
Αυτά τα πολύ λίγα και φτωχά λόγια καταθέτουμε προσκυνηματικά για τον Αθανάσιον τον «βραχύσωμον αλλά Μεγάλον…» στα πνευματικά του χαρίσματα και Θεολογικά του «επιτεύγματα».
Σ’ αυτόν παρεδώθη από τον καθηγητή της ερήμου, τον επίσης Μέγα Αντώνιο, μια από τας δύο μηλωτάς του ολίγον προ του θανάτου του.
Η αγία του ψυχή έφυγε για τον Ουρανό στις 2 Μαΐου του 373, αφού εκόσμησε τον θρόνον της Αλεξανδρείας για 48 έτη εκ των οποίων τα δεκαέξι διήλθεν εις την εξορίαν!...
Ίσως η εξορία να είναι πάντοτε το χαρακτηριστικό γνώρισμα των αληθινά μεγάλων!...
Γι’ αυτό και ο Θεολογικός του λόγος δεν ήταν προϊόν εγκεφαλικών γνώσεων – ή γραφειοκρατικής επεξεργασίας αλλά μαρτυρίου εν διωγμώ και εξορία.
Έζησε με πόνο την αρχιεπισκοπική του διακονία γι’ αυτό και ο λόγος του ήταν με δάκρυ και αίμα αναμεμειγμένος και γι’ αυτό παραμένει διαχρονικά επίκαιρος.
Μέσα απ’ αυτή τη μαρτυρική διαδρομή έφθασε σε θεολογικά ύψη και η αλήθεια των πραγμάτων τον οδήγησε στην τελεία αγάπη. Μια αγάπη που με μεγάλη άνεσι και ευκολία κηρύττεται αλλά πανδύσκολα και «εν κόποις» κατωρθούται.
Όσο κι αν κάποιοι σήμερα στην αναβίωση του θρησκευτικού μίσους και της εν «ενόματι Θεού» μισαλλοδοξίας, και τυφλού φανατισμού, αγαπολόγους έρχονται να αποκαλούν – όσους υπερτονίζουν το της «καινής» εντολής κήρυγμα, η φωνή του Αθανασίου θα δείχνη πάντα τον δρόμο για το φθάσιμό μας στο πεδίο της αρετής, μέσα από τη Φάτνη και το Σταυρό.
Γι’ αυτό άλλωστε, ασχολήθηκε με τόση ακρίβεια στο γεγονός της αληθεία σαρκώσεως του Υιού και Λόγου του Θεού για να καταδείξη ότι τα πάντα ο Θεός «εν αγάπη» εποίησε και από αγάπη εσαρκώθη.
Σήμερα εμείς ορθοδοξολογούμε χωρίς πόνο και άσκησι. Άνευ «δεσμών και φυλακής» αλλ’ ίσως εν «καπηλεία» και λαϊκισμώ, θέλοντας να καταδείξουμε ότι εμείς είμαστε υπεράνω - και αυτών - που έδωσαν αίμα για να λάβουν πνεύμα Θεού…
Άγιε του Θεού Στύλε και εδραίωμα της αγάπης εν αληθεία, του γνήσιου εκκλησιαστικού ήθους και του έμπονου βιώματος, πρέσβευε υπέρ ημών.
Υπέρ του Αλεξανδρινού Θρόνου και του εν Μαρτυρίω προκαθημένου Αυτού, ίνα ο Λόγος του Θεού και η αγάπη Αυτού «εκκέχυται» εν ταίς καρδίαις, αυτών που και σήμερα βιώνουν ένα νέου τύπου διωγμό της αληθείας και της Εσταυρωμένης αγάπης.
Πρέσβευε άγιε και υπέρ του γράφοντος πτωχού τω πνεύματι και «ιδιώτου» στα της Θεολογίας νάματα και για όλους όσοι τον της πίστεως αγώνα φιλοτίμως εργάζονται «αληθεύοντες εν αγάπη» και επιποθούντων τα κρείττονα εν τη Βασιλεία Του...