
Τηλέμαχος Παππάς | Λευκάδα
Συνεχίστηκαν το απόγευμα της Τρίτης 13 Οκτωβρίου οι εργασίες της 5ης Διορθοδόξου Μοναστικής Συνάξεως στην Ιερά Μονή Φανερωμένης Λευκάδος.
Στη Β΄ Συνεδρία προήδρευσε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Χαλκίδος κ. Χρυσόστομος.
Πρώτος εισηγητής ήταν ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Καμπάλας κ. Ιερώνυμος, ο οποίος ανέπτυξε το θέμα: «Ο Μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Τιράνων και πάσης Αλβανίας κυρός Αναστάσιος, ο Ιεραπόστολος της Αφρικής», ο οποίος ανέφερε αρχικά ότι είναι γέννημα και θρέμμα του ιεραποστολικού του έργου. Τόνισε ότι για όλους τους Αφρικανούς από την Ανατολική Αφρική, ο Αλβανίας Αναστάσιος υπήρξε μεγάλος Ιεραπόστολος διότι έδωσε θεωρητική και πρακτική πνοή στην κοιτίδα της Ορθοδοξίας, την Ουγκάντα, εδραιώνοντας την πρώτη Ι. Μητρόπολη Ειρηνουπόλεως στην Τανζανία και λειτουργώντας την πρώτη Ιερατική Σχολή στην Κένυα. Είχε ως αποστολή να διδάξει στο λαό τη σχέση ανάμεσα στο Θεό – τον άνθρωπο – τη δημιουργία.
Εξαίρωντας το πολύτιμο έργο του Μακαριστού Αρχιεπισκόπου που άφησε στην Ανατολική Αφρική, ανέφερε ότι σήμερα οι περισσότεροι Επίσκοποι της περιοχής είναι πνευματικά του παιδιά και το 80% των Ιερέων που υπηρετούν εκεί απόφοιτοι της Ιερατικής Σχολής, που εκείνος ίδρυσε. Επίσης άρχισε να ανθεί ο Μοναχισμός.
Την δεύτερη εισήγηση παρουσίασε ο Πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος, Εφημέριος του Ιερού Ναού Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης, ο οποίος αναφέρθηκε στη διδασκαλία του Ευαγρίου του Ποντικού για τον μοναχισμό, με κεντρικό άξονα τη φράση «Μοναχός εστίν ο πάντων χωρισθείς και πάσι συνηρμοσμένος», δηλαδή ο μοναχός είναι εκείνος που έχει αποχωριστεί από όλους, αλλά ταυτόχρονα είναι συνδεδεμένος με όλους. Μέσα από τη βιογραφική πορεία του Ευαγρίου, από την Κωνσταντινούπολη έως την ασκητική ζωή στην Αίγυπτο, αναδεικνύεται η σημασία της απομάκρυνσης από τον κόσμο και της ολοκληρωτικής αφιέρωσης στον Θεό.
Υπογράμμισε ότι ο μοναχισμός δεν αποτελεί απλώς μια εξωτερική επιλογή τόπου ή έναν συγκεκριμένο τρόπο διαβίωσης, αλλά απαιτεί έμπρακτη πνευματική αφοσίωση και θυσιαστική αυθεντικότητα, αντίστοιχη με εκείνη των πρώτων μαρτύρων της Εκκλησίας. Ο μοναχός καλείται να αποτελεί ο ίδιος ζωντανό παράδειγμα πίστης, μεταδίδοντας τη διδασκαλία του όχι μόνο με λόγια, αλλά κυρίως με τη στάση και τη ζωή του.
Παράλληλα, έκανε μια διάκριση στον μοναχισμό και την ιεραποστολή, θεωρώντας ότι πρόκειται για διαφορετικές εκφράσεις της εκκλησιαστικής ζωής. Ο μοναχισμός συνδέεται με την απόσυρση από τον κόσμο, ενώ η ιεραποστολή εκφράζεται μέσα στον κόσμο ως τρόπος ζωής της Εκκλησίας. Τέλος, τόνισε ότι η χριστιανική προσφορά προϋποθέτει ταπεινότητα και αυτογνωσία, καθώς ο άνθρωπος δεν πρέπει να θεωρεί τον εαυτό του ανώτερο ή ικανό να «σώσει» τους άλλους, αλλά να αναγνωρίζει τη δική του ανάγκη για πνευματική μεταμόρφωση.
Ακολούθως η Γερόντισσα Φοίβη, Καθηγουμένη τηςΙεράς Μονής Οσίου Θεοδοσίου Άργους παρουσίασε την Τρίτη εισήγηση με θέμα: «Ο γηραιός αετός της Ιεραποστολής», κάνοντας αναφορά στη σπουδαία προσωπικότητα του ιεραποστόλου π. Χρυσοστόμου Παπασαραντοπούλου, προσφάτως αγιοκαταταχθέντος.Στην εισήγησή της εξέτασε τὴν ἀδιάσπαστη σχέση μεταξὺ τῆς μοναστικῆς ἀσκήσεως καὶ τῆς ἐξωτερικῆς ἱεραποστολῆς, μέσα ἀπὸ τη βιοτή καί τό ἔργο τοῦ Ἁγίου Χρυσοστόμου Παπασαραντοπούλου (1903–1972). Ὁ π. Χρυσόστομος, ὁ ὁποῖος δίκαια ἀποκλήθηκε «Μουζέ» (πατέ-ρας) τῆς σύγχρονης Ἀφρικανικῆς Ἱεραποστολῆς (ἀγιοκατατάχθηκε τό 2025), ἀπέδειξε μέ τή ζωή του ὅτι ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς, ἡ νέκρωση τοῦ ἰδίου θελήματος, ἡ ταπείνωση, ἡ ὑπακοή καί ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή, ἀποτελοῦν τὸ μοναδικό καί ἀσφαλές θεμέλιο γὰ τὸν Εὐαγγελισμὸ τῶν Ἐθνῶν.
Στήν ὁμιλία της παρουσίασε την πνευματική του σφυρηλάτηση στἠν Ἑλλάδα, τις καθοριστικές πνευματικές γνωριμίες του καί την συγκλονιστική ἀπόφαση νά ἀναχωρήσει σέ μεγάλη ἡλικία (57 ἐτῶν) γιά τή «Μαύρη Ἤπειρο». Ανέλυσε τό πρωτοποριακό του ἔργο στήν Οὐγκάντα, τήν Κένυα καί την ἱστορική θεμελίωση τῆς Ὀρθοδοξίας στό Κονγκό. Ἰδιαίτερη ἔμφαση έδωσε στἰς ἀνυπέρβλητες δυσκολίες, στό πνευματικό χάος, καθώς καί στόν βαρύ σταυρό τῶν συκοφαντιῶν πού ὑπέμεινε μέ μοναστική σιωπή καί ὑπομονή.
Τέλος, προσπάθησε να ἀναδείξει τη σχέση του μέ τοῦς αὐτόχθονες κληρικούς καί τό ἐνδιαφέρον του για τίς ελληνικές παροικίες, καθώς καί τον μεγάλο του ὁραματισμό γιά μιά αὐτόνομη Ἀφρικανική Ἐκκλησία μἐ ρίζες στή λειτουργική καί νηπτική παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας. Συμπερασματικά υπογράμμισε ὅτι ἡ Ἱεραποστολή δέν είναι ζήτημα μόνο τεχνοκρατικῆς ὀργάνωσης, ἀλλά πνευματικῆς ποιότητας καί θυσιαστικῆς ἀγάπης, τά ὁποῖα μόνο ἡ γνήσια μοναστική συνείδηση μπορεῖ νά διασφαλίσει.
Μετά από μικρό διάλειμμα ακολούθησε η Γ΄ Συνεδρία στην οποία προήδρευσε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Λαρίσης και Τυρνάβου κ. Ιερώνυμος.
Την πρώτη εισήγηση ανέπτυξε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Φιλαδελφείας κ. Μελίτων, με θέμα: «Φως μοναχού –Ιεραποστόλου, ζωή (η σωτηρία) κόσμου», ο οποίος ανέλυσε πώς ο μοναχισμός και η ιεραποστολή συμβαδίζουν ιστορικά και πνευματικά στην Ορθόδοξη Εκκλησία, φέρνοντας ως παράδειγμα τη δράση του Αρχιεπισκόπου Αναστασίου.
Έκανε εκτενή αναφορά στην ανασύσταση της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλβανίας, η οποία από το μηδέν μετά από δεκαετίες διωγμών, χάρη στην ηγετική μορφή και την ιεραποστολική πορεία του Αρχιεπισκόπου Αναστασίου, πήρε ζωή.
Υπογράμμισε επίσης ότι η αληθινή ιεραποστολή δεν είναι απλώς μια εξωτερική δράση, αλλά πηγάζει από την εσωτερική πνευματική ζωή, τη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας και τη θυσιαστική αγάπη κάνοντας εκτενή αναφορά στο ιεραποστολικό έργο του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Ακολούθησε η δεύτερη εισήγηση από τον Πανοσιολογιώτατο Αρχιμανδρίτη π. Αστέριο Χατζηνικολάου, Προϊστάμενο της Αδελφότητος Θεολόγων «Ο Σωτήρ», η οποία είχε ως θέμα: «Ο Πενταπόλεως Ιγνάτιος, ένας φλογερός Ιεραπόστολος με μοναχικό ήθος». Ο εισηγητής αναφέρθηκε στη βιογραφία του σύγχρονου ιεραποστόλου, ο οποίος γεννήθηκε στήν Ἔδεσσα τό 1930 ἀπό εὐσεβεῖς γονεῖς. Ὑπῆρξε μαθητής τοῦ μακαριστοῦ ἀρχιμανδρίτου π. Χαρίτωνος Πνευματικάκι, τοῦ μετέπειτα φλογεροῦ ἱεραποστόλου τῆς Ἀφρικῆς, τόν ὁποῖο καί διεδέχθη στήν ἱεραποστολή τῆς Κανάνγκα τοῦ Κονγκό. Ἦταν ἱδρυτικό μέλος τῆς Ἀδελφότητος Θεολόγων «Ὁ Σωτήρ».
Ἀπό τό 1969 διακόνησε ὡς ἱεροκῆρυξ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Λαρίσης. μέ λόγο πάντοτε οἰκοδομητικό καί καθοδηγητικό στήν ἀλήθεια καί στή ζωή τῆς Πίστεως.
Ὡς πνευματικός ἐργάσθηκε μέ ἐπιμέλεια καί στάθηκε μέ πολλή στοργή καί πατρική ἀγάπη στίς ψυχές πού κατέφευγαν στό πετραχήλι του.
Ἀπό τό 1981 ἄρχισε τή διακονία του στήν ἐξωτερική ἱεραποστολή, συγκεκριμένα στήν Κανάνγκα τοῦ Κογκό, μέ πολύ σημαντική προσφορά.
Ἀπό τό 2003, ὡς Μητροπολίτης πλέον Κεντρώας Ἀφρικῆς διακόνησε στή μητροπολιτική του περιφέρεια πού περιελάμβανε τότε ἐκτός τοῦ Κονγκό καί τά μικρότερα κράτη Ρουάντα, Μπουρούντι καί Μπραζαβίλ. Ἐργάσθηκε ἀκαταπόνητα μέ ἀποστολικό φρόνημα καί νεανικό ζῆλο, παρά τήν προχωρημένη πλέον ἡλικία του καί τό ἔργο του ἀπέδωσε πλουσιότατους καρπούς.
Ανέφερε ότι τά κύρια χαρακτηριστικά τῆς προσωπικότητός του ἦταν ἡ ἀγάπη καί ὁ ζῆλος του γιά τήνἘκλησία, τό ταπεινό φρόνημα, ἡ ὑπακοή, ἡ ἀκτημοσύνη, ἡ σωφροσύνη του καί ἡ αὐταπάρνηση, πού τόν ἀνέδειξαν ἕνα φλογερό ἱεραπόστολο μέ μοναχικό ἦθος.
Τό 2010 παρητήθη λόγῳ γήρατος ἀπό τή Μητρόπολη Κεντρώας Ἀφρικῆς, ὁπότε τοῦ δόθηκε τιμητικά ἀπό τό Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας ὁ τίτλος τοῦ Μητροπολίτου Πενταπόλεως. Συνέχισε ὅμως μέχρι τό τἐλος του τίς ἱεραποστολικές του δραστηριότητες στήν Κανάνγκα.
Ἐκοιμήθη στίς 9 Νοεμβρίου τοῦ 2017, ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Νεκταρίου, ἐπισκόπου Πενταπόλεως τοῦ θαυματουργοῦ.
Η πρώτη ημέρα των εργασιών της 5ης Διορθόδοξης Μοναχικής Συνάξεως ολοκληρώθηκε με δείπνο και την Ακολουθία του Αποδείπνου.