Γράφτηκε από τον/την Romfea.gr. 26/01 00:34

thronos poli

Παναγιώτης Ι. Μπούμης στην Romfea.gr
Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών


Σέ προηγούμενο ἄρθρο ἀσχοληθήκαμε βάσει καί τοῦ κη΄ καν. τῆς Δ΄ Οἰκουμ. Συνόδου μέ τά ἰδιαίτερα πρεσβεῖα τιμῆς τῶν θρόνων Ρώμης καί Κωνσταντινουπόλεως.

Ὡς ἐκ τούτου φυσικό καί ἑπόμενο ἦταν καί εἶναι νά ἀντιμετωπίσουμε καί τό ἐπίμαχο θέμα τῶν πρεσβείων ἐξουσίας, τῶν προνομίων τους, ἐπειδή αὐτά φαίνεται νά εἶναι συνέπεια, συνέχεια καί ἀποτέλεσμα τῶν πρεσβείων τιμῆς τους.

Ὅτι εἶναι ἀποτέλεσμα φαίνεται καί ἀπό τήν πρόταση πρός τό τέλος τοῦ κανόνα αὐτοῦ πού λέει: «Καί ὥστε». Τό ὥστε εἶναι συμπερασματικός σύνδεσμος.

Ἄλλωστε καί παλαιότερα εἴχαμε ἀσχοληθεῖ μέ τό θέμα αὐτό καί εἴχαμε δημοσιεύσει ἄρθρο μέ τόν τίτλο «Τά πρεσβεῖα ἐξουσίας τῶν θρόνων Ρώμης-Κωνσταντινουπόλεως» (Θεολογία, 1982), τό ὁποῖο ἐν συνεχείᾳ συμπεριελάβαμε στή σχετική μέ τά ἐν λόγῳ πρεσβεῖα μελέτη: «Τά προνόμια τῶν θρόνων Ρώμης-Κωνσταντινουπόλεως» (Ἀθῆναι 1983).

Γι' αὐτό στό παρόν ἄρθρο δέν θά ἀσχοληθοῦμε πάλι μέ ὅλα αὐτά τά θέματα, ἀλλά μόνο εἰδικῶς μέ τά προνόμια (πρεσβεῖα ἐξουσίας) τοῦ θρόνου Κωνσταντινουπόλεως, ἐπειδή ὀφείλουμε νά προσθέσουμε καί μερικά νεότερα στοιχεῖα, ἤ μᾶλλον ἑρμηνεῖες καί διασαφήσεις.

Προτοῦ ὅμως ἀρχίσουμε τή σχετική ἐνασχόληση στό παρόν ἄρθρο, θά μᾶς ἐπιτραπεῖ νά προβοῦμε σέ μερικές γλωσσικές διευκρινίσεις καί νά τίς προβάλουμε, γιά νά μήν ἐμφιλοχωρήσει κάποια σύγχυση σέ ὅσα εἰδικά εἴχαμε γράψει στό προηγούμενο ἄρθρο μέ τίτλο «Τό ἔκκλητο τοῦ θρόνου Κωνσταντινουπόλεως ("Τό κηρίον τῆς ἐκκλήτου" καί οἱ μέλισσες)».

Θά σημειώναμε, λοιπόν, καί πάλι ὅτι τό ἔκκλητο εἶχε (ἤ θά ἔχει) ὁ θρόνος τῆς Κωνσταντινουπόλεως, σύμφωνα μέ τόν θ΄ καν. τῆς Δ΄ Οἰκουμ. Συνόδου ὅσο καιρό ἡ Πόλη ἦταν ἤ ὅταν εἶναι βασιλεύουσα.

Ὅτι ἡ λέξη-μετοχή βασιλεύουσα ἔχει τή σημασία αὐτή ἐνισχύεται καί ἀπό τόν λ΄ καν. τῆς ἴδιας (Δ΄) Οἰκουμ. Συνόδου, μέ τόν ὁποῖο δόθηκε ἄδεια καί προθεσμία στούς ἐπισκόπους τῆς Αἰγύπτου, οἱ ὁποῖοι δίσταζαν νά ὑπογράψουν ἀπό μόνοι τους τίς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου, νά παραμείνουν μέ τό ἀξίωμά τους «ἐν τῇ βασιλευούσῃ πόλει», μέχρις ὅτου χειροτονηθεῖ ὁ Ἀρχιεπίσκοπός τους, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας.

Ἄξιον δηλαδή προσοχῆς εἶναι ὅτι πάλι καί ἐδῶ οἱ Πατέρες χρησιμοποιοῦν τή μετοχή «βασιλευούσῃ» καί ὄχι π.χ. τή λέξη βασιλίδι. Ἄλλο τό σημαινόμενο τῆς μιᾶς λέξεως καί ἄλλο τῆς ἄλλης.

Βασιλίδα χαρακτηρίζει ὁ κανόνας καί τή Ρώμη, ἄν καί δέν ἐβασίλευε τότε, εἶχε ὅμως χρηματίσει βασιλεύουσα. Ὅταν ἔχει χρηματίσει μία πόλη βασιλεύουσα, μπορεῖ νά ὀνομαστεῖ βασιλίς, βασιλική πόλη, ἀλλά ὄχι βασιλεύουσα.

Πράγματι βλέπουμε τόν κη΄ καν. τῆς Δ΄ Οἰκουμ. Συνόδου νά λέει: «Καί τῶν ἴσων ἀπολαύουσαν πρεσβείων (ἡ Κων/πολις) τῇ πρεσβυτέρᾳ βασιλίδι Ρώμῃ».

Τήν λέει βασιλίδα, ἄν καί εἶχε παύσει νά βασιλεύει, δέν ἔπαυε ὅμως νά ἦταν βασιλική πόλη.

Τό «βασιλίδι» ἀναφέρεται καί στό παρελθόν, τό «βασιλευούσῃ» ἀναφέρεται στό παρόν.

Ἐπίσης γι' αὐτό καί ὁ κη΄ καν. τῆς Δ΄ μπορεῖ νά λέει: «Ἐπί τοῦ τῆς εὐσεβοῦς μνήμης Μεγάλου Θεοδοσίου, τοῦ γενομένου βασιλέως ἐν τῇ βασιλίδι Κωνσταντινουπόλεως Νέᾳ Ρώμῃ».

Ἑπομένως ἄν ὁ θ΄ καν. τῆς Δ΄ Οἰκουμ. Συνόδου ἔλεγε νά προσφεύγουν στόν «τῆς βασιλίδος Κωνσταντινουπόλεως θρόνον», τότε τό ἔκκλητο θά ἴσχυε καί γιά σήμερα. Ἐπειδή ὅμως λέει «τῆς βασιλευούσης», ἰσχύει γιά τότε.

Ἐπί τῇ εὐκαιρίᾳ θά κάναμε μία γραμματικοσυντακτική διευκρίνιση καί ἐπί τῆς ἐκφράσεως τοῦ ἴδιου κανόνα (κη΄) «διά τό βασιλεύειν τήν πόλιν ἐκείνην (τήν Ρώμην), οἱ Πατέρες εἰκότως (= εὐλόγως) ἀποδεδώκασι τά πρεσβεῖα».

Ἑρμηνεύσαμε, λοιπόν, στό προηγούμενο ἄρθρο «ἐπειδή ἐβασίλευε» καί ὄχι «ἐπειδή βασιλεύει», ὅπως λένε ἤ γράφουν μερικοί.

Καί αὐτό πράξαμε, γιατί τό ἀπαρέμφατο τοῦ ἐνεστῶτα στά ρήματα ἄλλοτε ἀποδίδεται στήν ὁριστική μέ ἐνεστῶτα καί ἄλλοτε μέ τόν παρατατικό.

Καί αὐτό ἀναλόγως σέ ποιό χρόνο εἶναι τό ρῆμα τῆς κυρίας προτάσεως, ἀπό τήν ὁποία ἐξαρτᾶται τό ἀπαρέμφατο.

Ὅταν τό ρῆμα τῆς κυρίας προτάσεως εἶναι σέ ἱστορικό χρόνο, ὅπως ἐδῶ («ἀποδεδώκασι» = ἔχουν ἀποδώσει), τότε χρησιμοποιεῖται ὁ παρατατικός.

Γι' αὐτό ἄλλωστε καί ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης στήν ἑρμηνεία τοῦ κανόνα λέει «διά τό νά εὑρίσκετο εἰς βασιλείαν» ἡ Ρώμη καί ὄχι «διά τό νά εὑρίσκεται εἰς βασιλείαν».

Ἦταν καλός γνώστης τῆς διαχρονικῆς εὐστοχίας τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας (γραμματικῆς-συντακτικοῦ καί τῶν ἀποδιδομένων νοημάτων).

Πάντως τά πρεσβεῖα τιμῆς τά ἔλαβαν καί τά ἔχουν καί οἱ δύο πόλεις Ρώμης καί Κωνσταντινουπόλεως, ἐκτός τῶν ἄλλων, ἐπειδή κάποτε ἐβασίλευαν, ἀσχέτως ὅτι ἀργότερα κατέστησαν καί χαρακτηρίστηκαν μόνο βασιλίδες καί ὄχι βασιλεύουσες.

Ἐπαναλαμβάνουμε τό ὅτι ὁ κη΄ καν. τῆς Δ΄ Οἰκουμ. Συνόδου τίς χαρακτηρίζει ὡς βασιλίδες καί τίς δύο.

Γι' αὐτό καί τά διατήρησαν καί τά κατέχουν, ἐφ' ὅσον ὀρθοδοξοῦν, ὅπως γράφαμε καί παλαιότερα περί τῆς Ρώμης: «Ἄλλωστε καί ὁ ἐπίσκοπος Ρώμης, ὅταν μεταφέρθηκε ἡ πρωτεύουσα τοῦ κράτους στή Νέα Ρώμη, στήν Κωνσταντινούπολη, ἐξακολούθησε νά διατηρεῖ τά πρεσβεῖα καί τά πρωτεῖα τιμῆς, ὅσο βεβαίως παρέμενε στήν Ὀρθοδοξία»¹.

Ἀλλ' ἄς ἐπανέλθουμε στό θέμα τῶν πρεσβείων ἐξουσίας τοῦ θρόνου Κωνσταντινουπόλεως.

Εἴπαμε, λοιπόν, ὅτι ὁ κη΄ καν. τῆς Δ΄ Οἰκουμ. Συνόδου σύμφωνα μέ τήν ἔκφραση «καί ὥστε» δίνει ἕνα συμπέρασμα: Δηλαδή δίνει καί ἕνα περιεχόμενο στή χρησιμοποίηση-παράθεση τῆς λέξεως «πρεσβεῖα» χωρίς νά προσθέτει τό «τιμῆς».

Γράφει-ὁρίζει, λοιπόν, ὁ κανόνας «Καί ὥστε τούς τῆς Ποντικῆς, καί τῆς Ἀσιανῆς καί τῆς Θρακικῆς διοικήσεως μητροπολίτας μόνους, ἔτι δέ καί τούς ἐν τοῖς βαρβαρικοῖς ἐπισκόπους τῶν προειρημένων διοικήσεων χειροτονεῖσθαι ὑπό τοῦ προειρημένου ἁγιωτάτου θρόνου τῆς κατά Κωνσταντινούπολιν ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας».

Δίνει τουτέστι τήν ἐξουσία, τό προνόμιο, τό δικαίωμα νά χειροτονεῖ ὁ Κωνσταντινουπόλεως τούς μητροπολίτες τῶν ἐν λόγῳ διοικήσεων, καθώς ἐπίσης καί τούς ἐπισκόπους πού βρίσκονται στούς βαρβαρικούς τόπους, χώρους, λαούς, οἱ ὁποῖοι τόποι καί κάτοικοι εἶναι μέσα (ἤ καί) στά ὅρια τῶν διοικήσεων τῆς Ποντικῆς, τῆς Ἀσιανῆς (ὄχι Ἀσίας) καί τῆς Θρακικῆς.

Ἐδῶ πρέπει νά προβοῦμε σέ ὁρισμένες παρατηρήσεις καί ἐπισημάνσεις ἤ καί ἐπικαιροποιήσεις καί ἐκσυγχρονισμούς: Πρός τοῦτο πρέπει ἰδιαιτέρως νά προσέξουμε τό ἐπίθετο «τοῖς βαρβαρικοῖς».

Αὐτό ὑπάρχει χωρίς τό προσδιοριζόμενο οὐσιαστικό. Ὁ ἅγιος Νικόδημος προσθέτει τή λέξη-οὐσιαστικό «τόποις», ἐνῶ ἄλλοι προσθέτουν τό «ἔθνεσι».

Ἄλλος ἐπίσης μπορεῖ νά προσθέσει τό «λαοῖς», ἄλλος τό «χώροις» κ.ο.κ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει οἱ Πατέρες τῆς Δ΄ Οἰκουμ. Συνόδου ἄφησαν τό ἐπίθετο ἐδῶ χωρίς οὐσιαστικό. Ἴσως ὄχι χωρίς λόγο.

Ἴσως μέ τό βαρβαρικοῖς τόποις ἤ λαοῖς νά ἐννοοῦσαν κάτι σάν μεγάλες ὑπανάπτυκτες κοινότητες μέσα (ἤ ἔστω κοντά) στίς ἐν λόγῳ διοικήσεις. Πρβλ. τά ρήματα «παράκεινται καί συνορεύουσι» τοῦ ἁγίου Νικοδήμου στό «Πηδάλιον» (σελ. 209).

Καί λέμε αὐτό τό «μέσα», «ἐντός» ἤ καί πλησίον καί δέν πρέπει νά τά ἀγνοήσουμε, γιατί ὁ κανόνας λέει καί προσδιορίζει τούς (τά) βαρβαρικούς (ά) τόπους ἤ λαούς ἤ ἔθνη «τῶν προειρημένων διοικήσεων (Ποντικῆς, Ἀσιανῆς, Θρακικῆς)» καί ὄχι τῶν ὁποιωνδήποτε ἄλλων διοικήσεων² πέραν ἤ μακράν αὐτῶν.

Ἄρα περιορίζει τό προνόμιο τό νά «ἐπεμβαίνει» καί νά χειροτονεῖ ἐπισκόπους σέ ἄλλους χώρους καί τόπους καί Ἠπείρους, ὅπως π.χ. Ἀμερική, Δυτική Εὐρώπη, Αὐστραλία . . .

Ὅταν μάλιστα αὐτοί οἱ τόποι δέν εἶναι δυνατόν σήμερα νά χαρακτηρίζονται βαρβαρικοί. Ἀλλά μήπως καί οἱ τόποι πού χαρακτηρίζονταν τότε (τόν Ε΄ αἰώνα) βαρβαρικοί εἶναι δυνατόν σήμερα νά χαρακτηριστοῦν βαρβαρικοί;

Συνεπῶς τό κανονικό προνόμιο νά χειροτονεῖ ἐπισκόπους σέ βαρβαρικούς τόπους κατ' οὐσίαν σήμερα ἐν τοῖς πράγμασι ἔχει καταργηθεῖ.

Ἔχει ἐκλείψει ἡ προϋπόθεση τό ὅτι ἕνας τόπος εἶναι (πρέπει νά εἶναι) βαρβαρικός, γιά νά μπορεῖ νά χειροτονεῖ ἐκεῖ μονομερῶς καί αὐτοβούλως ἡ Κωνσταντινούπολη ἐπισκόπους.

Ἑπομένως ὅπως τό «βασιλευούσης» τοῦ θ΄ καν. τῆς Δ΄ Οἰκουμ. Συνόδου ἔχει κάποια σημασία καί συνέπεια γιά τήν ὕπαρξη καί ἰσχύ σήμερα τῆς ἐκκλήτου στό (ἀπό τό) θρόνο Κωνσταντινουπόλεως, ἐφ' ὅσον βέβαια δέν ὑφίσταται ὡς βασιλεύουσα, ἔτσι καί τό «βαρβαρικοῖς» ἔχει κάποια σημασία καί βαρύτητα γιά τή δυνατότητα σήμερα ἀσκήσεως καί ἐφαρμογῆς τῆς χειροτονίας ἐπισκόπων, ἐφ' ὅσον δέν ὑφίστανται πλέον σήμερα βαρβαρικές χώρες. Ἀλλιῶς, ἐάν συμβαίνει αὐτό, μήπως εἶναι σάν νά τίς θεωροῦμε ἀκόμη βαρβαρικές;

Ἐπ' αὐτοῦ καί ὁ διακεκριμένος Μητροπολίτης Σάρδεων Μάξιμος χαρακτηριστικά σημειώνει: «Εἰς τόν θρόνον Κωνσταντινουπόλεως παρεχωρήθησαν δικαιώματα, οὐχί ὅπως ἐπιπηδᾷ εἰς ξένην ἐκκλησιαστικήν περιφέρειαν καί δικαιοδοσίαν, ἀλλ' ὅπως ἔχῃ δικαιοδοσίαν τοῦ χειροτονεῖν ἐπισκόπους ἐν πάσαις ταῖς τότε βαρβαρικαῖς χώραις τῆς μέσης καί βορείου Εὐρώπης . . . »³.

Ὑπογραμμίζουμε τή λέξη «τότε», διότι προφανῶς καί ὁ Μητροπολίτης Μάξιμος τό 1972 δέν θά θεωροῦσε κάποιο τόπο ἤ χώρα τῆς Εὐρώπης ἤ τῆς Ἀμερικῆς ὡς βαρβαρικό.

Ὡστόσο, ὅταν σ' αὐτές τίς περιοχές ἀναπτύσσονται Ἐκκλησίες μέ ἀρκετούς ἐπισκόπους (πού νά δικαιολογοῦνται), καλό εἶναι νά ἰσχύει καί γι' αὐτές ἐκεῖνο μέ τό ὁποῖο καταλήγει ὁ κη΄ καν. τῆς Δ΄ Οἰκουμ. Συνόδου: «Δηλαδή ἑκάστου μητροπολίτου τῶν προειρημένων διοικήσεων μετά τῶν τῆς ἐπαρχίας ἐπισκόπων χειροτονοῦντος τούς τῆς ἐπαρχίας ἐπισκόπους, καθώς τοῖς θείοις κανόσι διηγόρευται (= ἔχει διακηρυχθεῖ)· χειροτονεῖσθαι δέ, καθώς εἴρηται τούς μητροπολίτας τῶν προειρημένων διοικήσεων παρά τοῦ Κωνσταντινουπόλεως ἀρχιεπισκόπου, ψηφισμάτων συμφώνων κατά τό ἔθος γινομένων, καί ἐπ' αὐτόν ἀναφερομένων».

Δηλαδή ἡ σύνοδος αὐτή τῆς διοικήσεως (ἐπαρχίας, κράτους) θά ψηφίζει καί θά ἐκλέγει (ἤ προτείνει δύο-τρεῖς ὑποψηφίους) γιά τή θέση τοῦ μητροπολίτη-ἀρχιεπισκόπου σύμφωνα μέ τήν ὑπάρχουσα συνήθεια («κατά τό ἔθος») καί ὁ Κωνσταντινουπόλεως θά τόν χειροτονεῖ, ἀφοῦ κοινοποιήσουν σ' αὐτόν τό ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας. Φυσικά τόν χειροτονεῖ, ἐάν δέν εἶναι προηγουμένως χειροτονημένος ἐπίσκοπος. Ἄλλως μόνο τόν ἐνθρονίζει ὡς μηροπολίτη ἤ ἀρχιεπίσκοπο.

Ἐδῶ πρέπει νά σημειώσουμε ὅτι ἡ ἔκφραση «κατά τό ἔθος γινομένων» μᾶς ἀνάγει σέ μία προηγούμενη συνήθεια τῶν διοικήσεων αὐτῶν καί ὄχι μόνο ἤ ἀκόμη καί στήν περίπτωση τῆς ἐκλογῆς τοῦ ἀποστόλου Ματθία διά κλήρου κατόπιν προσευχῆς μεταξύ δύο ὑποψηφίων, οἱ ὁποῖοι προτάθηκαν ἀπό 120 περίπου ἄνδρες πιστούς (Πράξ. 1,15-26).

Ἐπίσης ἡ ἔκφραση αὐτή («κατά τό ἔθος») μᾶς δίνει τήν ἀφορμή νά συμπεράνουμε ὅτι ὑπῆρχε ἐλευθερία στούς ἐκλογεῖς ἐπισκόπους νά προτείνουν δύο-τρεῖς ἤ ἕνα πιστό χριστιανό καί ἀπό αὐτούς νά χειροτονεῖ ὁ Κωνσταντινουπόλεως τόν ἕνα, ὄχι ἄλλον πού θά προτιμοῦσε ὁ ἴδιος ἐκτός τῶν προταθέντων.

Ἄλλωστε καί οἱ ἀπόστολοι δέχθηκαν ὡς ἀντικαταστάτη τοῦ Ἰούδα τοῦ Ἰσκαριώτη ἐκεῖνον, στόν ὁποῖο «ἔπεσε ὁ κλῆρος» ἀπό τούς δύο ὑποδειχθέντες.

Τά ἀνωτέρω ἐνισχύονται καί ἀπό ὅσα μπορεῖ νά διακρίνει κανείς καί στόν ἅγιο Νικόδημο ἐπί τοῦ κη΄ καν. τῆς Δ΄ Οἰκουμ. Συνόδου, ὅταν ἑρμηνεύει («Πηδάλιον», σελ. 209): «Πλήν οἱ ῥηθέντες Μητροπολῖται νά μή χειροτονοῦνται ἀπό τόν Κωνσταντινουπόλεως, καθώς αὐτός βούλεται καί ψηφίζει, ἀλλά τάς ψήφους μέν νά κάμνῃ ἡ ὑπ' αὐτῶν Σύνοδος, καί νά τάς ἀναφέρῃ, κατά τό σύνηθες εἰς τόν Κωνσταντινουπόλεως, αὐτός δέ νά χειροτονῇ ἀπό ἐκείνους, εἰς τούς ὁποίους ἤθελαν συμφωνήσουν οἱ ψηφίσαντες, ἤ ὅλοι, ἤ οἱ περισσότεροι».

Πάντως ἐδῶ πρέπει νά σημειώσουμε καί νά ὑπογραμμίσουμε ὅτι ἀπό τό τμῆμα αὐτό τοῦ κη΄ καν. τῆς Δ΄ Οἰκουμ. Συνόδου («Καί ὥστε») στόν κανόνα αὐτό βλέπουμε νά συνδέονται, νά συνυπάρχουν καί νά ἀλληλοεξαρτῶνται (τά) πρεσβεῖα τιμῆς μέ (τά) πρεσβεῖα ἐξουσίας.

Συγχρόνως ὅμως διαπιστώνουμε ὅτι ἡ Δ΄ Οἰκουμ. Σύνοδος (τά) προσδιόρισε καί (τά) περιόρισε τοπικῶς καί χρονικῶς καί ἔτσι ἐν τοῖς πράγμασι δέν ἰσχύουν σήμερα (ἕνεκα τούτου καί ἀμφισβητοῦνται) ἰδίως ὡς πρός τήν ἔκτασή τους.

Γι' αὐτό θά πρέπει, εἶναι ἀνάγκη, νά ἀποδοθοῦν, νά (ἐπανα)προσδιοριστοῦν καί νά (ἐπανα)διατυπωθοῦν ἀπό μία προσεχή Πανορθόδοξη ἤ Οἰκουμενική Σύνοδο, ἤ κατόπιν συμφωνίας, τά ἐν λόγῳ προνόμια τοῦ θρόνου Κωνσταντινουπόλεως.

Ἐπίμετρο

Ἐπίσης σκόπιμο κρίνουμε νά ἐπαναφέρουμε κι ἐδῶ τό ὑπέροχο κείμενο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου στή νεοελληνική, γιατί, ὅπως μοῦ ἐλέχθη, δέν ἔγινε ἀπό πολλούς πλήρως κατανοητό ἕνεκα τῆς ἀρχαΐζουσας Ἑλληνικῆς γλώσσας του.

«Τά μέν, λοιπόν ("γάρ"), ἀξιώματα τοῦ παρόντος (κοσμικοῦ) βίου τότε φαίνονται μεγαλύτερα, ἀνώτερα, ὅταν περιέλθουν (συγκεντρωθοῦν) σέ ἕνα μόνον πρόσωπο· στά δέ πνευματικά - ἐκκλησιαστικά συμβαίνει τό ἀντίθετο· τότε λάμπει τό προνόμιο τῆς τιμῆς, ὅταν ἔχει συμμετέχοντα πολλά πρόσωπα στήν προεδρία, στό προεδρικό ἀξίωμα, καί ὅταν ἐκεῖνος πού μετέχει σ' αὐτήν δέν εἶναι ἕνας, ἀλλά ἔχει πολλούς, οἱ ὁποῖοι ἀπολαμβάνουν (ἀπολαύουν) τῶν ἴδιων τιμῶν τῆς προεδρίας».4

 

1) «Πρωτεῖα μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν (Τά πρεσβεῖα τῶν θρόνων)», Ἱστοσ. Romfea.gr , Ἀποστολική Διακονία ἤ Παν. Μπούμη, Πρωτεῖα = πρεσβεῖα καί τό οὐκρανικό ζήτημα, Ἀθῆναι 2020, σελ. 13.

2) Ὁ Ἀριστηνός ἑρμηνεύει: «Οἱ ἐν ταῖς τοιαύταις διοικήσεσι» (Γ. Ράλλη - Μ. Ποτλῆ, Σύνταγμα τῶν θείων καί ἱερῶν κανόνων, τόμ. Β΄, Ἀθήνῃσιν 1852, σελ. 286).

3) Μητροπολίτου Σάρδεων Μαξίμου, Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ, Ἱστορικοκανονική μελέτη, Θεσσαλονίκη 1972, σελ. 238.

4) Εἰς ἀπόστολον Παῦλον, Ὁμιλία 7, PG 50,509.

Εμφανίσεις: 301757
Γίνετε ενεργά η πηγή του Romfea.gr! Στείλτε ειδήσεις και φωτογραφίες που πιστεύετε πως ενδιαφέρουν τους αναγνώστες στο [email protected]
FOLLOW ROMFEA: