Γράφτηκε από τον/την Romfea.gr. 28/02 11:07

agios porfyrios foto 1

Του Σεβ. Μητροπολίτη Ναϊρόμπης κ. Μακαρίου | Romfea.gr


Ὁ π. Πορφύριος ὃπως τόν γνώρισα
Γέροντας Πορφύριος: Ἒζησε... ἒγειρε... ὑψώθηκε

Μοῖρα, Αἶσα, Κήρ τήν ἀποκαλεῖ ὁ Ὃμηρος, Κλωθώ, Λάχεση καί Ἂτροπο ὁ Ἡσίοδος, στή Θεογονία του, καί ὁ Πλάτωνας, στήν Πολιτεία του (1, δ, 617c), συμπτώσεις, συγκυρίες, γραφτό, τύχη ἐμεῖς.

Ἡ ἲδια ἒννοια μέ διαφορετικά ὀνόματα, μέ κοινό ὃμως στοιχεῖο, σέ πολλές περιπτώσεις συμπτώσεων, τήν ἀνάγκη γιά μιά έξήγηση μιά ἑρμηνεία καθώς καί τήν ἀνάγκη νά πιστέψουμε πώς ὑπάρχει κάποιος ξεχωριστός λόγος, πού ἡ πορεία τῆς ζωῆς καί τά γεγονότα «συμπίπτουν», κατά ἓναν περίεργο τρόπο. Κι όμως η πορεία της ζωής μας αλλάζει ξαφνικά και παίρνει άλλο δρόμο.

Ἒχει εἰπωθεῖ πώς ἡ ζωή εἶναι μιά πορεία μάθησης καί κάθε πορεία ἓνας σκοπός. Σ’ ἂλλους ἀνθρώπους ὁ σκοπός αὐτός γίνεται ξεκάθαρος νωρίς, σ’ ἂλλους ἀργότερα, περίπου στά τέλη τῆς ἐφηβείας τους, τότε πού οἱ νέοι καλοῦνται νά πάρουν καθοριστικές ἀποφάσεις γιά τό μέλλον τους.

Ἀνήκω στήν πρώτη κατηγορία καί, ἂν ἐξαιρέσω τίς μικρές ἀθέατες ὀδύσσειες τῆς καρδιᾶς μέχρι τά δεκατρία μου χρόνια, περίπου στά δεκατέσσερά μου ἐξεδήλωσα τήν ἐπιθυμία νά γίνω ἱεραπόστολος!...

Ἡ ἀλληλογραφία μου μέ τόν π. Χρυσόστομο εἶναι ἐνδεικτική καί πειστική. Σύμπτωση ή άμεση επέμβαση θεϊκή σε μια στιγμή αναζήτησης;

Ἦταν αὐτό πού ἀποκαλοῦμε τύχη; Ἀναρωτιέμαι, γιατί, πάντα, μοῦ μένει τό συναίσθημα τοῦ ἀόρατου καί τοῦ ἀπέραντου μυστηρίου, πού μᾶς περιβάλλει.

Πιστεύω, ἀκράδαντα, ὃτι ὀφείλουμε νά δεχόμαστε τά πράγματα, πού μᾶς δίνονται καί τή ζωή, πού μᾶς δόθηκε, νά τήν παίρνουμε, ὃπως αὐτή ἒρχεται.

Πιστεύω στήν ἀόρατη παρουσία, στό ἀόρατο χέρι τοῦ Θεοῦ, πόύ κατευθύνει τίς ζωές μας καί συμμετέχει στή λήψη κρισίμων, γιά τή ζωή τοῦ ἀνθρώπου, ἀποφάσεων. Πάντα τό ἒλεγα καί τό ἐπαναλαμβάνω καί σήμερα. Ἂς ἀφήσουμε τό Θεό νά κάνει τό ἒργο του. Το έργο Εκείνου είναι αληθινό και δίκαιο ενώ το δικό μας ψεύτικο ή επιπόλαιο.

Εἶναι, λοιπόν, αὐτό πού ὃλοι λέμε τύχη, πού δέν εἶναι παρά ἡ ἀπόληξη τῶν διαφόρων γεγονότων σέ φαινόμενα πολύ πολύπλοκα, γιά νά μπορέσουμε νά τά προσδιορίσουμε ἢ νά τά μετρήσουμε καί, σέ κάθε περίπτωση, δέν φαίνονται νά κατευθύνονται ἀπό μιά βούληση ἒξω ἀπό ἐμᾶς. ²

Στό μεταίχμιο τῆς στροφῆς τοῦ δεκάτου τετάρτου ἒτους τῆς ἡλικίας μου καί στό ξεκίνημα τοῦ δεκάτου πέμπτου, ὁ ἀείμνηστος Ἀρχιεπίσκοπος, Μακάριος ὁ Γ’ , προσκάλεσε, στήν Κύπρο, τόν π. Θεόδωρο Ναγιάμα, τόν πρῶτο μαῦρο θεολόγο, πού, μετέπειτα, ἒγινε Ἐπίσκοπος Καμπά,λας καί πάσης Οὐγκάντας.

Ἡ ὁμιλία του στό Κατηχητικό μας σχολεῖο μέ ἐντυπωσίασε καί, στό τέλος τῆς ὁμιλίας του, τόν πλησίασα καί τόν παρακάλεσα νά μέ φέρει σέ ἐπαφή μέ κάποιον Ἱεραπόστολο στήν Ἀφρική. Ἒτσι κι ἒγινε.

Μοῦ ἒδωσε τή διεύθυνση τοῦ π. Χρυσοστόμου Παπασαραντοπούλου, πρώτου Ἓλληνα ἱεραποστόλου στήν Ἀφρική, πού, τήν ἐποχή ἐκείνη, βρισκόταν στήν Καμπάλα, ὃπου εἶχε ἱδρύσει ἱεραποστολικό σταθμό. Αρχίζει ακριβώς τότε μια μακρά και συνεχής αλληλογραφία ανάμεσά μας.

Ἀπό τό χρονικό αύτό σημεῖο, μέ τή μνήμη μου νά πλανιέται ἐλεύθερα στά παλιά της λημέρια, ἀρχίζει ἡ καταγραφή, στό ἂγραφο βιβλίο τοῦ χρόνου, μιᾶς σειρᾶς τυχαίων συναντήσεων καί γεγονότων, πού ἂλλαξαν τή ρότα τῆς ζωῆς μου.

Παρά τό νεαρό τῆς ἡλικίας μου, ὁ π. Χρυσόστομος «καταδέχτηκε» νά ἐπικοινωνήσει μαζί μου, ἐπικοινωνία, πού κράτησε ἀρκετά χρόνια καί, λίγο πρίν τό τέλος, μοῦ προφήτευσε ὃτι, μιά μέρα, θά τόν διαδεχόμουν, στήν Κένυα. ³

Ὃταν ἀποφοίτησα ἀπό τό, ἑξατάξιο τότε, Γυμνάσιο τῆς Λεμεσοῦ καί ἐκπλήρωσα τό στρατικωτικό μου καθῆκον πρός τήν πατρίδα, πῆρα τό δρόμο τῆς ξενιτιᾶς, γιά νά συνεχίσω τίς σπουδές μου στή μουσική πού τόσο ἀγαποῦσα καί πού, ἀκόμη καί σήμερα, ἐξακολουθῶ νά ἀγαπῶ. Δούλευα τή μέρα σ’ ἓνα ἐργοστάσιο καί τό βράδυ παρακολουθοῦσα τά μαθήματά μου πού πραγματικά μοῦ γέμιζαν τή ζωή μου.

Στήν Ἀγγλία, πνευματικός μου πατέρας ἦταν ἓνας ἀπό τούς πιό χαρισματικούς μοναχούς τοῦ 20ου αἰ., ὁ π. Σωφρόνιος τοῦ Ἒσσεξ.

Σέ μιά ἀπό τίς πολλές πνευματικές συναντήσεις μας, μέ προέτρεψε νά ἐγκαταλείψω τίς μουσικές μου σπουδές καί νά στραφῶ στή Θεολογία∙ πίστευε ὃτι θά προσέφερα στόν ἂνθρωπο πολύ περισσότερα, μέσῳ τῆς ἐπιστήμης αὐτῆς, παρά μέσῳ τῆς Μουσικῆς καί προέβλεψε ὃτι θά μοῦ πρότειναν τήν ἓδρα Ἐπισκόπου, τήν ὁποία δέν θά ἒπρεπε, ἐπ’ οὐδενί νά ἀρνηθῶ, ὃπως μοῦ εἶπε. Για το θέμα αυτό ασχολούμαι ήδη στην υπό έκδοση μελέτη μου.

Ἦταν μιά αἲσθηση περίεργη, αὐτό πού ἒνοιωσα τή στιγμή ἐκείνη, αἲσθηση, πού μέ γέμισε ἐρωτηματικά. Σάν νά βρισκόμουν, ξαφνικά, στό κατάλληλο μέρος, τήν κατάλληλη στιγμή ἢ σάν αὐτό νά ἦταν γραφτό νά γίνει... Παράλληλα, ἡ χρονική ἐκείνη στιγμή ἦταν ἓνα κομβικό, θά ἒλεγα, σημεῖο, πού σηματοδότησε τή νέα πορεία τῆς ζωῆς μου.

Ἀκολούθησαν οἱ σπουδές μου στήν Ὀρθόδοξη Θεολογική Ἀκαδημία τοῦ ἁγ. Σεργίου, Βυζαντινές σπουδές στή Σορβόννη, στό College de France, στό Βέλγιο καί μεταπτυχιακό καί διδακτορικό στήν Ὀξφόρδη. Στή διάρκεια τῆς ἐκπόνησης τοῦ διδακτορικοῦ μου, ὁ ἀρχιεπίσκοπος Μακάριος μοῦ ἀνακοίνωσε ὃτι μέ προόριζε γιά τήν Κένυα.

Ἢμουνα τότε ὑπότροφος τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καί ἐκεῖνος ἐθεωρεῖτο ὁ προστάτης μου, καί σάν κεραυνός ἐν αἰθρίᾳ, ἢχησε στ’ αὐτιά μου ἡ φράση αὐτή τοῦ Ἀρχιεπισκόπου.

Εἶδα ὃλη τή ζωή μου νά ἀνατρέπεται, τά ὂνειρά μου νά διαλύονται∙ ἀντίο σέ ἰδεολογίες, ὁράματα, φιλοδοξίες γιά «κοσμική» καριέρα... Ὃταν ὁ ἂνθρωπος σχεδιάζει, ὁ Θεός γελάει, ἀφορισμός, πού, τόσο συχνά, ἀκούγεται... Σχεδίαζα, ἀγνοώντας, τελείως, τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ στή ζωή μου. Να όμως που οι Γέροντές μου είχαν ήδη λάβει την πληροφορία εκ του Θεού!

Στήν προσπάθειά μου νά βρῶ κάποιο στήριγμα κι ἐλπίδα, ίχνηλατώντας στίς βαθυσκίωτες λόχμες τῆς μνήμης, ὁδηγήθηκα στό πνευματικό μου ἀποκούμπι, τόν π. Πορφύριο τόν Καυσοκαλυβίτη, μέ τόν ὁποῖο μέ συνέδεε σχέση βαθιά βιωματική, ἀπό τά φοιτητικά μου χρόνια. (4)

Πολλοί ἐρευνητές τῆς πνευματικῆς πορείας τοῦ ὀρθοδόξου Ἑλληνισμοῦ τόν κατατάσσουν ἀνάμεσα στούς σύγχρονους ἡσυχαστές ἢ στούς τελευταίους ἐπιγόνους τῆς φιλοκαλικῆς ἀναγέννησης στήν Ἑλλάδα, τοῦ διαμετρήματος τῶν μακαριστῶν Γερόντων: Ἀμφιλοχίου Μακρῆ, Φιλοθέου Ζερβάκου, Ἁγίου Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου, Σωφρονίου τοῦ Ἒσσεξ, Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου, Ἰακώβου Τσαλίκη καί ἂλλων.

Ὁ π. Πορφύριος, κατά κόσμον Εὐάγγελος Μπαϊρακτάρης, γεννήθηκε τό 1906 στόν ἃγιο Ἰωάννη Καρυστίας καί ἦταν παιδί φτωχῆς οἰκογένειας.

Γιά τήν παιδική του ἡλικία θ’ ἀφήσουμε νά μᾶς μιλήσει ὁ ἲδιος, ἀκούγοντας ἓνα ἀπόσπασμα τῆς «πνευματικῆς του διαθήκης», στό ὁποῖο μᾶς δίνει, σέ λόγο δωρικό, χωρίς στολίδια καί φιοριτοῦρες, τό περίγραμμα τῆς παιδικῆς του ἡλικίας: «Ἀπό μικρό παιδί», γράφει, «ὃλο στίς ἁμαρτίες ἢμουνα. Καί ὃταν μέ ἒστελνε ἡ μητέρα μου νά φυλάξω τά ζῶα στό βουνό, γιατί ὁ πατέρας μου, ἐπειδή ἢμασταν πτωχοί, εἶχε πάει στήν Ἀμερική, γιά νά ἐργασθεῖ στή διώρυγα τοῦ Παναμᾶ γιά ἐμᾶς τά παιδιά του, ἐκεῖ πού ἒβοσκα τά ζῶα, συλλαβιστά διάβαζα τό βίο τοῦ ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Καλυβίτου καί πάρα πολύ ἀγάπησα τόν ἃγιο Ἰωάννη καί ἒκανα πάρα πολλές προσευχές σάν μικρό παιδί πού ἢμουνα, 12-15 χρόνων, δέν θυμᾶμαι ἀκριβῶς καλά, καί, θέλοντας νά τόν μιμηθῶ, μέ πολύν ἀγῶνα ἒφυγα ἀπό τούς γονεῖς μου κρυφά καί ἦλθα στά Καυσοκαλύβια τοῦ Ἁγίου Ὂρους καί ὑποτάχθηκα σέ δυό γέροντες αὐταδέλφους, τούς: Παντελεήμονα καί Ἰωαννίκιο. Μοῦ ἒτυχε νά εἶναι πολύ εὐσεβεῖς καί ἐνάρετοι καί τούς ἀγάπησα πάρα πολύ καί γι’ αὐτό, μέ τήν εὐχή τους, τούς ἒκανα ἂκρα ὑπακοή.

Αὐτό μέ βοήθησε πάρα πολύ∙ αἰσθάνθηκα καί μεγάλη ἀγάπη καί πρός τόν Θεό». Αυτό ακριβώς έκανε για να εμπνεύσει κι εμάς τους νέους, ιδιαίτερα που δεν είχαμε ακόμα φθάσει σ’ αυτή την κατανόηση και εμπειρία θεϊκή.

Σέ μικρό χρονικό διάστημα, ἀφ’ ὃτου ἐγκαταστάθηκε στό Περιβόλι τῆς Παναγιᾶς ἒγινε μοναχός, μέ τό ὂνομα Νικήτας καί, λίγο ἀργότερα, ὃταν ἦταν 17 χρόνων, τό 1923, ἒνοιωσε νά τόν πλημμυρίζει ἡ θεία Χάρις, καί σημειώθηκε ριζική ἀλλαγή στίς ψυχοσωματικές του ἰδιότητες, ἀφοῦ, ἐκείνη τήν ἡμέρα, ὁ Θεός, ἐκτός τῶν ἂλλων, τόν ἐπροίκισε μέ τήν ἱκανότητα τῆς διοράσεως καί μέ ἂλλα ὑπερφυσικά χαρίσματα.

Χειροτονεῖται διάκονος ἀπό τόν τότε Ἐπίσκοπο Καρυστίας Παντελεήμονα Φωστίνη, τόν μετέπειτα Χίου μέ τόν ὁποῖο ἂρχισα μιά ἀλληλογραφία.

Παραθέτω ἀποσπασματικά καί ἐνδεικτικά κάτι πού μοῦ ἒγραψε ὃταν ἀκόμη ἢμουν ἒφηβος. Και φυσικά διερωτούμαι αν ήταν σύμπτωση ή αν ήταν το σχέδιο του Θεού; (5)

Ὁσάκις λειτουργοῦσε ἡ διόρασή του, τοῦ ἀποκάλυπτε τούς μύχιους λογισμούς τῶν ἀνθρώπων, μποροῦσε, μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, νά βλέπει, ταὐτόχρονα τό παρελθόν, τό παρόν καί τό μέλλον, ἐπόπτευε καί ψηλαφοῦσε τήν κτίση ἀπό τά ἂκρα τοῦ σύμπαντος μέχρι τά βάθη τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς καί ἱστορίας.

Ὁ ἲδιος δέ ἒλεγε χαρακτηριστικά: «Δέν εἶναι ἐπιστήμη, δέν εἶναι τέχνη, εἶναι Χάρις». Ήταν πράγματι χαρισματούχος αφού γνώριζε ήδη το παρελθόν και το μέλλον μας.

Ὃμως, πολύ νωρίς, ἡ ὑγεία του κλονίσθηκε καί οἱ Γέροντές του τόν ἒστειλαν σέ μοναστήρι στόν κόσμο, γιά νά ἀποθεραπευθεῖ. Ὃταν συνῆλθε, ἐπέστρεψε στή μετάνοιά του, ἀπ’ ὃπου ὃμως ἒφυγε, ὁριστικά, λόγῳ ὑποτροπῆς τῆς ἀρρώστιας του, καί ἐπέστρεψε στήν πατρίδα του.

Ἐκεῖ συναντήθηκε μέ τόν Ἐπίσκοπο Σινᾶ, Πορφύριο τόν Γ’ , ὁ ὁποῖος τόν χειροτόνησε, ἐκτιμώντας τό ἦθος, τή διορατικότητα καί τά ἂλλα χαρίσματα, σέ πρεσβύτερο, μέ τό ὂνομα Πορφύριος.

Σέ ἀνύποπτο χρόνο, τήν ἲδια ἀκριβῶς ἐποχή τῆς ἐφηβείας μου, χωρίς κἂν νά γνωρίζω τή σχέση Πορφυρίου – Σινᾶ, ἀρχίζω μέ τόν δεύτερο μιά ἀλληλογραφία τήν ὁποία παραθέτω γιά τήν ἱστορία σε ξεχωριστό κεφάλαιο της προσωπικής μου αυτοβιογραφίας.

Ἀπό τό 1927 μέχρι το 1940, πρόσφερε τό ἒργο τοῦ πνευματικοῦ πατέρα, τοῦ ἐξομολόγου ἀλλά καί τοῦ συμβούλοπυ σέ θέματα ζωῆς, στήν Ἱερά μονή Λευκῶν, κοντά στή γενέτειρά του, συνεχίζοντας , ἀπαρέγκλιτα, τήν ἁγιορείτικη παράδοση.

Ἡ φήμη του ὡς ἐξομολόγου διαδόθηκε πολύ γρήγορα καί πλήθη λαοῦ, ὂχι μόνον ἀπό τήν περιφέρειά του (Κύμη, Κάρυστο, Ἀλιβέρι, Βάθεια), ἀλλά καί ἀπό ἂλλες περιοχές, συνέρρεαν, γιά νά τούς βοηθήσει, μέ τή σοφία του, νά ἐπιλύσουν τά προβλήματά τους.

Τούς ἐντυπωσίαζε, ἰδιαίτερα, ἡ διορατικότητά του καί ἒγινε γνωστός ὡς «παπα-προφήτης». Ἐδῶ σ’ αὐτή τήν περίοδο δέν εἶχα κἂν γεννηθεῖ. Ποιος ξέρει τι σχέδιο ετοίμαζε ήδη ο Θεός.

Ἡ ἒναρξη τοῦ Β’ Παγκοσμίου Πολέμου - Ὀκτώβριος 1940 – τόν ηὗρε ἐφημέριο τοῦ παρεκκλησίου τοῦ ἁγ. Γερασίμου τῆς Πολυκλινικῆς Ἀθηνῶν, ὃπου ἂσκησε τό πολύπλευρο ἒργο του, γιά τριάντα ὁλόκληρα χρόνια, μέχρι τό 1970, ὁπότε καί συνταξιοδοτήθηκε.

Οἱ ἂνθρωποι τοῦ πόνου στούς ὁποίους ἀπευθυνόταν, ἦταν οἱ δικοί του ἂνθρωποι, μέ τούς ὁποίους δέθηκε πνευματικά καί συναισθηματικά.

γινε «αἰχμά,λωτός» τους καί αἰχμάλωτος τῆς ἀρρώστιας τοῦ καθενός. Ἀσκητήριό του, τώρα, δέν ἦταν ἡ ἒρημος τοῦ ἁγίου Ὂρους, ἀλλά ἡ ἒρημος τῆς Ὁμονοίας, ὃπως ὁ ἲδιος ἒλεγε. Και πόσος κόσμος είχε την ευλογία να θεραπευθεί σωματικά και ψυχικά.

Μέσα σ’ αὐτήν τήν ἒρημο, ὁ π. Πορφύριος, συνεπής καί ἀφοσιωμένος στό πνευματικό του ἒργο, ἐξομολογοῦσε, θεράπευε ψυχές, καθοδηγοῦσε, ἐνθάρρυνε, ἀφουγκραζτόν καθημερινό πόνο, προσευχόταν στό μαξιλάρι ἀσθενῶν τίς ὧρες τῆς ἐπιθανάτιας ἀγωνίας τους καί, μερικές φορές, διέκρινε πάνω ἀπό τό κρεββάτι τους ἓνα διάχυτο σκοτεινό νέφος.

Τότε, κατέβαινε στό παρεκκλήσι καί, γονατιστός, μπροστά στήν ἁγία Τράπεζα, ἒκλαιγε καί ἱκέτευε. Ὃταν ἐπέστρεφε, ἓνα φῶς κατάγαυζε στή γαληνεμένη μορφή τοῦ ἀρρώστου. Ἡ ψυχή, γαληνεμένη, εἶχε φύγει.

Ὃπως ὃλοι οἱ ἃγιοι, ἀγαποῦσε τά ζῶα, τά πουλιά καί τά ἂνθη καί γενικά τή φύση, γι’ αὐτό ἒτρεφε βαθύτατο σεβασμό σ’ αὐτή καί στήν ὑλική κτίση. Η δημοσιευόμενη σήμερα φωτογραφία αποδεικνύει του λόγου το αληθές.

Τό ἦθος, τόν χαρακτήρα καί τό ποιμαντικό ἒργο τοῦ Γέροντα ἐκτίμησε, ἰδιαίτερα, ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Πολυκλινικῆς καί καθηγητής τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου καί τῆς Ποιμαντικῆς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν καί Ἀκαδημαϊκός, Ἀμίλκας Ἀλιβιζάτος (1887-1969).

Ἐνδεικτικό τῆς ἐκτίμησής του αὐτῆς ἦταν τό γεγονός ὃτι ὁ καθηγητής, στή «διαθήκη» του, ζήτησε νά τοῦ κάνουν κηδεία ἀπέριττη, χωρίς τή συμμετοχή ἀρχιερέων ἢ ἂλλων κληρικῶν, ἀλλά νά συμμετέχει μόνον ὁ πνευματικός του, πού δέν ἦταν ἂλλος ἀπό τόν π. Πορφύριο, ὁ ὁποῖος θά τελοῦσε καί τή νεκρώσιμη ἀκολουθία. Αυτός ο μεγάλος θεολόγος του 20ου αιώνα διέκρινε ήδη τον Άγιο.

Στήν Πολυκλινική ἒζησε τριάντα τρία χρόνια, κοντά στόν ἀνθρώπινο πόνο, πασχίζοντας νά τόν ἀνακουφίσει, καί ἀσκώντας, ἀκούραστα, τό πνευματικό του ἒργο. Πολλά πνευματικά του παιδιά, ἀλλά καί ἂγνωστοι, πού δέν τό ἒμαθαν ποτέ, θεραπεύθηκαν ἀπό ἀνίατες, πολλές φορές, ἀσθένειες.

Χαρακτηριστική εἶναι ἡ ἀφήγηση μιᾶς κυρίας, ἡ ὁποία εἶχε προσβληθεῖ ἀπό μεταστατικό καρκίνο, διάσπαρτο σ’ ὃλο της τό σῶμα. Νοσηλεύθηκε σέ πολλά Νοσοκομεῖα καί, ἐπειδή ἡ κατάστασή της χειροτέρευε, ἐπισκέφθηκε ἓνα Νοσοκομεῖο τοῦ Λονδίνου.

Δυστυχῶς οὒτε κι ἐκεῖ μπόρεσαν νά κάνουν τίποτα, ὃλοι οἱ γιατροί τήν «ξέγραψαν». Ἐπέστρεψε στήν Ἑλλάδα καί ἒκανε εἰσαγωγή στήν Πολυκλινική.

κεῖ, κάποια γνωστή της τῆς μίλησε γιά τόν π. Πορφύριο, πού ἒκανε, ὃπως τῆς εἶπε, θαύματα. Ἡ ἀσθενής ἦταν δύσπιστη, ὣσπου, κάποια ἡμέρα, τήν ἐπισκέφθηκε ἓνας ἀσπρομάλλης γέροντας, ὁ ὁποῖος, μέ περισσή ἀγάπη, τῆς συνέστησε νά προσεύχεται στόν Χριστό καί νά μή στενοχωριέται.

Δειλά, ἂρχισε νά προσεύχεται καί, ὃταν, τήν ἑπομένη ἡμέρα, ὁ γέροντας τήν ἐπισκέφθηκε πάλι, προφήτευσε ὃτι ὁ καρκίνος της θά ἐπεκτεινόταν στά ὀστά, ὃμως νά συνεχίσει νά προσεύχεται καί θά γίνει καλά. Γιά πρώτη φορά, ἂρχισε νά ἐλπίζει καί νά προσεύχεται διαρκῶς, ἀλλά καί νά χαίρεται.

Στίς ἑπόμενες ἡμέρες, οἱ γιατροί, πράγματι, διέγνωσαν καρκίνο στά ὀστά, ἐκείνη ὃμως χαμογελοῦσε, ἐνῷ, ἒκπληκτοι, οἱ γιατροί νόμισαν ὃτι ἡ ἀρρώστια εἶχε πειράξει τό μυαλό της. Ὡστόσο, οἱ ἐξετάσσεις ἒδειχναν ὃτι ὁ καρκίνος, λίγο-λίγο, ἂρχισε νά ὑποχωρεῖ. Κανείς δέν μποροῦσε νά ἐξηγήσει τή βελτίωση καί ὃλοι ἀπόρησαν, ὃταν εἶδαν τήν ἀσθενή νά σηκώνεται ἀπό τό κρεβάτι.

Ἡ ἐπικοινωνία της μέ τόν π. Πορφύριο συνεχίσθηκε καί στά Καλλίσια τῆς Πεντέλης, ὃπου ὁ γέροντας εἶχε ἐγκατασταθεῖ ἀπό τό 1955 καί ἐργάσθηκε, μέ ἀμείωτο ζῆλο, μέχρι τό 1978.

Ἢμουν κι ἐγώ τότε νεαρός φοιτητής καί τόν ἐπισκεπτόμουν ὁσάκις περνοῦσα ἀπό Ἀθήνα. Τότε ακριβώς είχα τη μεγάλη ευλογία να δεχθώ τις χάρες της αγιοσύνης του. 

Σέ μιά ἐπίσκεψή της, λοιπόν, στό κελί του, ἀφοῦ τή ρώτησε πώς ἦταν ἡ κατάσταση τῆς ὑγείας της, τήν ἒστειλε νά φέρει ἀπό τόν μικρό κῆπο, δυό φράουλες.

Ὃταν τοῦ τίς πῆγε, ἐκεῖνος προσευχήθηκε, τίς εὐλόγησε καί τῆς ἒδωσε νά φάει τή μία. Μόλις ἐκείνη τή δάγκωσε, αἰσθάνθηκε νά διαπερνᾶ τό σῶμα της μιά γλυκύτητα, μιά ἀπερίγραπτη εὐτυχία, πού ποτέ της, ὡς τότε, δέν εἶχε νοιώσει.

Ἦταν ἡ τελειωτική θεραπεία της ἀπό τόν καρκίνο∙ τό μόνο σημάδι πού τῆς ἂφησε ἦταν ἓνα πρήξιμο στό ἀριστερό της χέρι, γιά τό ὁποῖο ὁ γέροντας ἒλεγε ὃτι ἦταν τό σημάδι τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, γιά νά μήν ξεχνᾶ τήν εὐεργεσία Του καί νά Τόν ἀγαπᾶ.

Ἐκεῖ στά Καλλίσια, ὁ γέροντας ὀργάνωσε μιά κυψέλη τοῦ πνευματικοῦ του ἒργου, στόν μικρό ναό τοῦ ἁγίου Νικολάου. Ἀργότερα, τό 1980, μετέφερε τό ἡσυχαστήριό του στήν περιοχή τῆς ἁγίας Σωτήρας Ὠρωποῦ, στό Μήλεσι.

Στήν περιοχή τῆς Πεντέλης καί τοῦ Ὠρωποῦ, ὁ π. Πορφύριος ἐβίωσε τό θαῦμα, τήν ἂσκηση καί τή νοερά προσευχή.

Γιά ἐμᾶς, πού ζοῦμε στήν ἐποχή τοῦ ἂκρατου ὀρθολογισμοῦ, στήν ἐποχή τῆς ἀνεξέλεγκτης ἐμπιστοσύνης στήν τεχνολογία καί, γενικά, στήν ἐπιστήμη, ὃλα αὐτά μᾶς φαίνονται ἐξωπραγματικά καί ἐλλοχεύει πάντα ὁ κίνδυνος νά μειωθεῖ ἡ πνευματική ζωντάντια τοῦ καθοδηγητικοῦ του λόγου, πού εἶχε ὡς σημεῖο ἀναφορᾶς, κυρίως, τή θεωρία του, πάνω σέ θέματα συμβουλευτικῆς τῶν νέων, ποιμαντικῆς τῶν γονέων καί παιδαγωγικῆς τῆς οἰκογένειας.

Ἡ θεωρία του αὐτή ἀποτελεῖ τό ἀπαύγασμα τῆς ἐξομολογητικῆς, ποιμαντικῆς καί καθοδηγητικῆς του πείρας, πού ἀπέκτησε ἀπό τή μακροχρόνια ἐπαφή του μέ τόν ἂνθρωπο καί πού, ἀναμφίβολα, ἐκπορευόταν ἀπό τή φωτισμένη ψυχο-διαγνωστική του ἱκανότητα. Και σε τούτο τον ευλογημένο τόπο συνέχισα να τον συναντώ.

Σ’ αὐτό, λοιπόν, τό μυστηριακό, θά ἒλεγα, περιβάλλον, στά Κιλίσσια καί, ἀργότερα, στό Μήλεσι, τόν συνάντησα, ὃταν ἀκόμη ἢμουν φοιτητής καί ἀκροβατοῦσα πάνω σ’ ἓνα τεντωμένο σχοινί, πού τό ἓνα ἂκρο του ἦταν ἡ ἀκαδημαϊκή καρριέρα καί τό ἂλλο ἡ Θεολογία καί ἡ Ἀφρική. Είχα μέσα μου αμφιβολίες και πολλά ακόμα ερωτηματικά.

Εἶχε προηγηθεῖ ἡ γνωριμία μου μέ τόν γέροντα Σωφρόνιο, ὁ ὁποῖος, ὃπως προανέφερα, μέ εἶχε προτρέψει νά ἀκολουθήσω θεολογικές σπουδές.

Τό βάρος τῆς ἐπιλογῆς ἒπεφτε σ’ ἐμένα. Ζοῦσα σέ μιά περίοδο παρατεταμένης ψυχικῆς δοκιμασίας∙ ὁπωσδήποτε, ἡ λύση τῆς ἀκαδημαϊκῆς καρριέρας ἀκουγόταν πιό δελεαστική, γιατί δέ θά μποροῦσα νά ἰσχυριστῶ ὃτι καί ἡ ἂλλη ἦταν ἀπορριπτέα.

Ἒτσι, ἀποφάσισα νά ἐπισκεφθῶ τόν π. Πορφύριο, γιά τόν ὁποῖο, σέ χρόνο ἀνύποπτο, εἶχα ἀκούσει. Δεν νομίζω να ήταν τυχαία αυτή η γνωριμία μαζί του.

Ὃταν μπῆκα στό κελί του, ἀντίκρισα ἓναν μικροκαμωμένο γέροντα, μέ μιά συμπαθητική, γαλήνια φυσιογνωμία.

Ἐντύπωση μοῦ προξένησε τό χαραγμένο, μᾶλλον σκαμμένο πρόσωπό του, τά μάτια του, πού ὃμως, μέσα τους, εἶχε βασιλέψει ἡ ζωή καί πού, ὡστόσο, ἀκτινοβολοῦσαν, πρός τά ἒξω, τό φῶς μιᾶς μυστικῆς ὑπαινικτικῆς ζωῆς. Κι όμως η ακτινοβολία αυτή μεταφερόταν θεϊκά και σε μας.

Οἱ ἀρρώστιες πού τόν ταλαιπωροῦσαν, γιά χρόνια, τόν εἶχαν καθηλώσει στό κρεβάτι καί ἓνας, ὂχι τόσο καλά θεραπευμένος, καταρράκτης τοῦ εἶχε στερήσει τό φῶς.

Τά μάτια ὃμως τῆς ψυχῆς του παρέμεναν πάντα ἀνοιχτά, πάντα ἂγρυπνα, γιά νά βυθίζεται στό ἂδυτο τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς καί νά μπορεῖ νά κατευθύνει, σωστά, τόν πλανημένο ἂνθρωπο, τόν ἁμαρτωλό, τόν ἂρρωστο, τούς συζύγους πού ἡ σχέση τους ἦταν στά πρόθυρα τῆς διάλυσης καί, γενικά, ὃποιον προσέφευγε σ’ αὐτόν καί νά δίνει τίς ἁρμόζουσες, σέ κάθε περίπτωση, καί σοφές συμβουλές του.

Ποιος ξέρει ποιους δρόμους θα ακολουθούσα αν δεν υποτασσόμουν στις υποθήκες του! 

Γονατιστός μπροστά στό κρεβάτι του, ἑτοιμάστηκα νά ἐξομολογηθῶ καί νά ζητήσω τή στήριξή του, προκειμένου νά λάβω τή σωστή ἀπόφαση.

Ἒνιωθα τελείως μόνος, σ’ αὐτό τό σταυροδρόμι τῆς ζωῆς μου, τελείως ἀδύναμος καί, φυσικά, ἀναποφάσιστος.

Κατά βάθος, πίστευα ὃτι βρισκόμουν σέ κάποιον πνευματικό δρόμο καί ἢμουν σίγουρος ὃτι ὁ Θεός, στήν ἂπειρη ἀγάπη Του, δέν ἀφήνει τό πλάσμα Του στό σκοτάδι, δέν παύει ν’ ἀνακαλεῖ τόν ἂνθρωπο στή σωστή σχέση μαζί Του, ἡ ὁποία συνεπάγεται τή σωστή σχέση μέ τόν ἑαυτό του, τόν συνάνθρωπο καί τόν κόσμο, γι’ αὐτό ἒστειλε στό δρόμο τῆς ζωῆς μου τόν π. Πορφύριο, για να δώσει το μήνυμα «η αμαρτία κάνει τον άνθρωπο πολύ μπερδεμένο ψυχικά. Μόνο με το φως του Χριστού γίνεται το ξεμπέρδεμα».

Δέν εἶχα προλάβει ν’ ἀνοίξω τό στόμα μου, γιά νά τοῦ ἐκθέσω τό πρόβλημά μου∙ μέ πρόλαβε ἐκεῖνος.

Μέ ἢρεμη φωνή, ἀνέλυσε τόν χαρακτήρα μου καί, ἀμέσως ὓστερα, ἦρθε στό πρόβλημά μου, μοῦ τό ἒκανε ξεκάθαρο καί τό ἐξήγησε ἀπ’ ὃλες τους τίς πλευρές, καταλήγοντας ὃτι δέν ἒπρεπε νά ἐγκαταλείψω τό ἀφρικανικό «ὂνειρο», γιατί ἡ ἀποστολή μου εἶχε ἀκόμη πολύ δρόμο νά διανύσει, ὣσπου νά ἐκπληρωθεῖ.

«Πήγαινε», μοῦ εἶπε, «ξανά στήν Ἀφρική νά συνεχίσεις τό ἒργο, πού ἒχεις ἀρχίσει, καί θά σκεφθοῦμε», για να καταλήξει «αγάπη στον Θεό και στον πλησίον, αυτό είναι ζευγάρι, δεν χωρίζει».

Ἀλήθεια! Πόσο ἓνας λόγος ἀλλάζει μιά ζωή, πόσο ἓνας στοχασμός ἀλλάζει μιά συμπεριφορά!... Νεαρός ἰδεαλιστής διψοῦσα γιά ἀλήθεια ἢ, καλύτερα, ἀναζητοῦσα τήν πληρότητα τῆς ἀλήθειας.

Ἡ συνάντηση μέ τόν γέροντα μέ δίδαξε ὃτι ἡ πνευματική ζωή δέν εἶναι ἁπλά μιά ἀπόλαυση, ἀλλά μᾶλλον πεδίο μάχης, ὃπου ἡ ψυχή ἐξαγνίζεται μέσω τοῦ πόνου, εἶναι δρόμος ταλαιπωρίας καί πάλης, γιατί τέτοιος ἦταν καί ὁ δρόμος πού πῆρε ὁ Χριστός, μοῦ μίλησε γιά τή στοιχειώδη ἀλήθεια τῆς χριστιανικῆς ζωῆς, ἒμαθα τί σημαίνει νά μεταμορφώνεται ἡ καρδιά ἑνός ἀνθρώπου ἀπό τόν Χριστό, σαν να μου έλεγε το δικό του φρόνημα, «η μετάνοια μάς αγιάζει».

Πρίν ἀκόμα ἀπομακρυνθῶ ἀπό τό κελί τοῦ γέροντα, εἶχα κιόλας πάρει τίς ἀποφάσεις μου: Ἀπό ἐκείνη τή στιγμή, θά ἀνῆκα στόν Χριστό, θά ἐπέστρεφα στήν Ἀφρική, γιατί ἐκεῖ ἡ ἀναζήτηση μεταμορφώνεται σέ ἀγῶνα. Ὃπως κι ἒγινε.

Ἐπέστρεψα στήν Ἀφρική, χωρίς νά ἒχω, οὒτε στό ἐλάχιστο, διανοηθεῖ ὃτι, σέ λιγότερα ἀπό δυό χρόνια, θά ἀνέβαινα στόν ἀνώτατο βαθμό τῆς Ἱεροσύνης, θά γινόμουν, δηλαδή, Ἐπίσκοπος. Ρίζωσα ἐκεῖ, χωρίς νά τό ἒχω μετανιώσει, γιατί ἡ Ἀφρική μοῦ προσφέρει μιά ποικιλία πνευματικῶ ν μονοπατιῶν.

Εἶναι ἀπορίας ἂξιο πῶς ὁ ἂνθρωπος αὐτός, χωρίς νά διαθέτει τήν «κατά κόσμον» ἐπιστημονική γνώση, φάνταζε στίς συνειδήσεις τῶν πιστῶν ὡς ἓνας λόγιος ἐπιστήμονας.

Ὁ π. Πορφύριος ὃμως δέν ἦταν ἐπιστήμοντας «ἐκ τοῦ κόσμου τούτου», ἀλλά οἱ γνώσεις του στήν ψυχοπαιδαγωγική, ἰατρική, φυσιολογία, ἀνατομικκή, φυσική, ἀστρονομία ἦταν ἀπόρροια τῆς «ἐκ τῶν ἂνω» σοφίας (Ἰω. η’, 23). Προκαλοῦσε ἐντύπωση ἡ ἂνεση μέ τήν ὁποία ἐκινεῖτο στά πεδία τῆς σύγχρονης Ψυχολογίας καί Ψυχανάλυσης, τῆς Παιδαγωγικῆς καί, γενικά, τῶν Ἐπιστημῶν τοῦ ἀνθρώπου καί μέ πόση ἂνεση ἐξέθετε τίς ἀπόψεις του.

Τήν ἀπάντηση τήν ἒδινε ὁ ἲδιος ὁ γέροντας: «Ἐγώ», συνήθιζε νά λέει, «δέν ἢξερα γράμματα. Στήν ἒρημο ἀπό δεκατριῶν χρονῶν, διδάχθηκα ἀπό τό Ψαλτήρι καί τό Εὐαγγέλιο. Ἒκανα ἂκρα ὑπακοή στούς γέροντές μου καί δέν ἐνδιαφερόμουν γιά τόν κόσμο. Ἀγαποῦσα πολύ τόν Χριστό".

Κι ἦταν αὐτή ἡ χωρίς ὃρια ἀγάπη του ὂχι μόνο πρός τόν Χριστό, ἀλλά καί πρός τόν ἂνθρωπο, βασικό του χάρισμα.

Ἡ ἀγάπη του γιά τόν Χριστό, ἡ ἀπέραντη ἀγάπη του ἦταν τό καταστάλαγμα τῆς μακροχρόνιας ἂσκησής του, τῆς βαθειᾶς ταπείνωσης καί τῆς διαρκοῦς ὑπακοῆς, τῆς χαρούμενης ὑπακοῆς, ὃπως συνήθιζε νά τόν ἀποκαλεῖ.

Τό μέσο μέ τό ὁποῖο ὁ γέροντας ζοῦσε μέ ἒντονο καί ἐνσυνείδητο τρόπο τόν θεῖο Ἒρωτα καί τήν ἀνθρώπινη «ἐν Χριστῷ» ἀγάπη ἦταν ἡ προσευχή, ἡ ἀδιάλειπτη, ἡ ἑκούσια, ἡ νοερά, ἡ προσωπική κοινωνία μέ τόν Τριαδικό Θεό: «Οὐκ ἒρχεται ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ μετά παρατηρήσεως, οὐδέ ἐροῦσιν, ἰδού ὧδε ἢ ἰδού ἐκεῖ∙ ἰδού γάρ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντός ὑμῶν ἐστιν» (Λου. Ιζ΄ 20-21).

Ἡ μονολόγιστη εὐχή: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με» ἦταν μέρα καί νύχτα στά χείλη του∙ ἦταν ἡ ἀναπνοή του. Γιά τήν προσευχή μιλοῦσε πρακτικά καί ὂχι θεωρητικά, πάντοτε: «Πράττων ἐδίδασκε».

Μιά παρέα τεσσάρων φίλων, πού τόν ἐπισκεφθηκαν, διηγεῖται σχετικά: «Ἦταν μιά φεγγαρόλουστη βραδιά καί ὁ γέροντας θεώρησε κατάλληλη τή στιγμή νά μᾶς μιλήσει γιά τήν προσευχή στό εἰδυλλιακό τοπίο, πού πλαισίωνε τό ἡσυχαστήριό του. Κοιτάζοντας πρός τήν ἀνατολή, ἐκεῖνος στή μέση κι ἐμεῖς δύο στά ἀριστρερά του καί δύο στά δεξιά του, μᾶς εἶπε: Θά κάνουμε νοερά προσευχή, πρῶτα ἐγώ θά λέω τά λόγια κι ἐσεῖς θά τά ἐπαναλαμβάνετε. Θά τά λέτε ἢρεμα, χωρίς ἂγχος, ταπεινά, μέ ἀγάπη, μέ γλύκα. Ἂρχισε πρῶτος, ἀργά, ἀργά, χωρίς βία, λές καί εἶχε μπροστά του τόν Χριστό καί τόν παρακαλοῦσε. Στό «Χριστέ» ἒκανε μιά παύση καί συνέχιζε, σέ τόνο παρακαλεστικό, τό «ἐλέησόν με». Κι ἐμεῖς, κάθε φορά, ἐπαναλαμβάνουμε, προσπαθώντας νά μιμηθοῦμε τή στάση του, τή χροιά τῆς φωνῆς του καί, στό μέτρο τοῦ ἐφικτοῦ, τήν ψυχική του διάθεση. Κάποια στιγμή, σταμάτησε νά λέει μεγαλόφωνα τήν προσευχή καί συνέχισαν νά τήν ψιθυρίζουν τά χείλη του. Κάναμε κι ἐμεῖς τό ἲδιο. Κάποτε, διέκοψε τή θεία ἐκείνη σιγή, λέγοντας: «Ἂς σταματήσουμε ἐδῶ τήν κοινή προσευχή. Συνεχίστε την μόνοι σας. Ἂντε τώρα νά πᾶτε μέ τό καλό στά σπίτια σας».

Στήν ὁμιλία τοῦ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου γιά τήν προσευχή, ὑπάρχει τό ἑξῆς ἀπόσπασμα, τό ὁποῖο ἓνα ἀπό τά πνευματικά του παιδιά ἀνέφερε στό γέροντα: «Ὃπως ἡ νυκτερινή προσευχή τῶν Ἀποστόλων Παύλου καί Σίλα ἂνοιξε τίς πόρτες τῆς φυλακὴς, ἒτσι καί νυκτερινή προσευχή τῶν Χριστιανῶν ἀνοίγει τίς θύρες τοῦ οὐρανοῦ».

Ὁ γέροντας, ὃταν τό ἂκουσε, ἐνθουσιάστηκε καί ζήτησε ἀπό τό πνευματικό του παιδί νά τοῦ τό φέρει ὁλόκληρο. Ξέρεις, τοῦ εἶπε, ἒτσι εἷναι.

Γίνεται αὐτό πού λέει ὁ Χρυσόστομος στίς νυκτερινές προσευχές καί ἀγρυπνίες. Ὃταν ξυπνᾶς τή νύκτα, νά μή γυρίζεις ἀπό τό ἂλλο πλευρό, ἀλλά νά σηκώνεσαι, νά γονατίζεις μπροστά στόν Ἐσταυρωμένο καί τούς ἁγίους καί νά προσεύχεσαι ταπεινά καί μέ ἀγάπη καί νά πηγαίνεις καί στίς ἀγρυπνίες.

Ἂν καί δέν εἶχε διαβάσει τήν ὁμιλία τοῦ Χρυσοστόμου, τήν ἐφήρμοζε κάθε νύκτα. Ἐπί πλέον εἶχε δημιουργήσει μέ τά πνευματικά του παιδιά ἓναν κύκλο προσευχῆς, σέ μιά καθορισμένη ὣρα, κάθε βράδυ. Ἒτσι ἑνώνονταν ὃλοι μυστικά μέ τό Χριστό ἀλλά καί μεταξύ τους.

Ἡ προσευχή εἶχε σημαντική θέση στή ζωή τοῦ γέροντα κι ἒλεγε συχνά στά πνευματικά του παιδιά ὃτι ἡ προσευχή του τά βοηθάει περισσότερο ἀπό τά λόγια του, λέγοντας χαρακτηριστικά, «να προσεύχεσθε έστω και πέντε λεπτά αλλά δοσμένα στον Θεό με αγάπη και λαχτάρα».

Στίς μητέρες συνιστοῦσε νά μήν ἀρκοῦνται στό αἰσθητό χάδι στά παιδιά τους, ἀλλά νά προσεύχονται σιωπηλά καί μέ τά χέρια ψηλά πρός τό Χριστό καί ν’ ἀγκαλιάζουν μυστικά τά παιδιά τους.

Ὃταν ἡ μητέρα κάνει μυστικά γιά τό παιδί της θερμή προσευχή, τότε αὐτό αἰσθάνεται στήν ψυχή του ἓνα ἀνεξήγητο πνευματικό χάδι, πού τό ἑλκύει πρός τή μητέρα του.

Σχετικά μέ τήν προσευχή ἀναφέρει ἀκόμη: «Νά προσεύχεσθε γιά τήν Ἐκκλησία, γιά τόν κόσμο, γιά ὃλους. Ὃλη ἡ χριστιανοσύνη εἶναι μέσα στήν εὐχή. Ἂν προσεύχεσθε μόνο γιά τόν ἑαυτό σας, αὐτό κρύβει ἰδιοτέλεια, ἐνῷ ὃταν προσεύχεσθε γιά τήν Ἐκκλησία, μέσα στήν Ἐκκλησία εἶσθεκι ἐσεῖς. Πιό πολύ νά προσεύχεσθε γιά τούς ἂλλους, παρά για τόν ἑαυτό σας. Νά λέτε τό: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με» καί θά ἒχετε μέσα σας πάντοτε καί τούς ἂλλους. Ὃλοι εἲμαστε παιδιά τοῦ ἲδιου Πατέρα∙ ὃλοι εἲμαστε ἓνα. Γι’ αὐτό, ὃταν προσευχόμαστε γιά τούς ἂλλους, λέμε: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον ἡμᾶς» καί ὂχι: «Ἐλέησέ τους». Τούς κάνουμε ἒτσι ἓνα μέρος τοῦ ἑαυτοῦ μας.

«Ἡ προσευχή γιά τούς ἂλλους», συνεχίζει, «ὃταν γίνεται ἁπαλά καί μέ βαθειά ἀγάπη, ἒχει μεγάλη πνευματική ὠφέλεια καί χαριτώνει καί ἐκεῖνον, πού προσεύχεται, ἀλλά καί ἐκεῖνον γιά τόν ὁποῖον προσεύχεται, τοῦ φέρνει, δηλαδή, τή χάρη τοῦ Θεοῦ. Νά λέτε: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με» καί ὂχι: «Ἐλέησέ τον» καί θά εἶναι μέσα στήν προσευχή αὐτή κι ἐκεῖνος, πού σᾶς κατηγορεῖ».

Ἐπίσης, συμβουλεύει ὡς ἑξῆς ἐκείνους γιά τούς ὁποίους κάποιοι γράφουν κάτι στενάχωρο: «Ἂν κάτι τέτοιο σᾶς συμβεῖ, ὁ Θεός τό ξέρει. Ἐσεῖς ν’ ἀνοίγετε τά χέρια σας στό Θεό, νά λέτε: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», νά τούς κάνετε ἓνα μέ τόν ἑαυτό σας καί Ἐκεῖνος γνωρίζει τί τούς βασανίζει βαθειά μέσα τους, καί, βλέποντας τήν ἀγάπη σας, σπεύδει σέ βοήθεια. Ἐκεῖνος ἐρευνᾶ τούς πόθους τῆς καρδιᾶς».

Καί ὃπως λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Ὁ δέ ἐρευνῶν τάς καρδίας, οἶδε τί τό φρόνημα τοῦ Πνεύματος, ὃτι κατά Θεόν ἐντυγχάνει ὑπέρ Ἁγίων» (Ρωμ. 8, 27-28)».

Ὁ ἂνθρωπος, πού προσεύχεται, φλέγεται ἀπό τόν θεῖο ἒρωτα. Ἡ ἀγάπη του αὐξάνεται, ἡ καρδιά του καστανύσσεται καί ὁ νοῦς του ἀνεβαίνει σ’ ὃλες τίς πνευματικές βαθμίδες.

Ὁ π. Πορφύριος ἐκφράζει, μέ λόγια σοφά, αὐτήν τήν ἀγάπη: «Ἀτενίζετε διαρκῶς πρός τόν Χριστό, νά ἐξοικειώνεστε μέ τόν Χριστό, νά εἶναι τό πᾶν γιά σᾶς ὁ Χριστός. Ἡ ψυχή σας νά ζητάει, νά φωνάζει τόν Νυμφίο της. Σέ, Νυμφίε μου, ποθῶ. Ὁ Χριστός εἶναι ὁ Νυμφίος, εἶναι ὁ πατέρας, εἶναι τό πᾶν. Δέν ὑπάρχει ἀνώτερο πρᾶγμα στή ζωή ἀπό τό ν’ ἀγαπᾶμε τόν Χριστό. Ὃ,τι θέλουμε εἶναι στόν Χριστό. Ὁ Χριστός εἶναι τό πᾶν, ὃλη ἡ χαρά, ὃλη ἡ εὐφροσύνη, ὃλη ἡ παραδεισιακή ζωή. Ὃλα τά μεγαλεῖα ἒχουμε, ὃταν ἒχουμε τόν Χριστό μέσα μας. Ψυχή, πού εἶναι ἐρωτευμένη μέ τόν Χριστό, πάντα θά εἶναι καί εὐτυχισμένη, ὃσους κόπους καί θυσίες κι ἂν τῆς κοστίσει αὐτό».

Ὁ γέροντας Πορφύριος θεωροῦσε ὃτι εἶναι ἀναγκαία ἡ βοήθεια καί ἡ καθοδήγηση τοῦ Πνευματικοῦ γιά ὃποιον ἀποφασίζει νά ἀσχοληθεῖ μέ τή νοερά προσευχή, γιατί, χωρίς αὐτή, καραδοκεῖ ὁ κίνδυνος νά παραπλανηθεῖ ἡ ψυχή.

Χρειάζεται προσοχή, σειρά, γιατί, χωρίς νά μπεῖ κανείς στή σειρά, ὁδηγεῖται σέ διχασμό τῆς προσωπικότητάς του. Εῖναι, ἑπομένως, ἀπαραίτητες οἱ συμβουλές τοῦ Πνευματικοῦ. Ἐπίσης, συνιστοῦσε τίς γονυκλισίες, στήν προσευχή, ὃσες ὁ καθένας μπορεῖ.

Τήν ἀγάπη γιά τόν Χριστό τή θεωροῦσε, ἀναντίρρητα, «ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἂνευ», γιά τήν ἀγάπη πρός τούς ἀνθρώπους, πού ὀφείλει νά εἶναι ἀγάπη ἂπειρη καί αἰώνια, ἀγάπη «ἐξ ὃλης τῆς καρδίας, τῆς ψυχῆς, τῆς ἰσχύος καί τῆς διανοίας».

Κάποια φορά, ἐξέφρασε τήν ἐπιθυμία νά ἐπισκεφθεῖ τούς χίπιδες στά Μάταλα, ὂχι γιά νά τούς κάνει κήρυγμα ἢ νά τούς ψέξει, ἀλλά γιά νά ζήσει μαζί τους «χωρίς ἁμαρτίες» καί ν’ ἀφήσει νά μιλήσει μόνη της ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, πού ἒχει τή δύναμη νά μεταμορφώνει.

Σχετικά μέ τίς διαπροσωπικές σχέσεις καί, ἰδιαίτερα στίς σχέσεις ἀδικουμένου καί ἀδικοῦντος, δίδασκε ὃτι ὁ ἀδικούμενος πρέπει νά λυπᾶται αὐτόν πού τόν ἀδίκησε καί νά παρακαλεῖ, θερμά καί σιωπηλά, τό Θεό νά τόν ἐλεήσει (τόν ἀδικοῦντα) καί νά στηρίξει τόν ἀδικούμενο, ἐπειδή πίστευε ὃτι ὁ ἀδικῶν ἦταν θῦμα τοῦ διαβόλου, ὁ ὁποῖος ἐπηρεάζει καί τούς δυό, ἐξίσου, στήν περίπτωση πού ὁ ἀδικούμεν ος ὀργισθεῖ.

Βασικό θεωροῦσε, ἐπίσης, τό νά συγχωρεῖ κανείς ὃσους τόν ἒβλαψαν. Ἡ μνησικακία, ἒλεγε, εἶναι πνευματική ἁμαρτία καί δέν κουραζόταν νά συμβουλεύει ἐπαναλαμβάνοντας, στή διάρκεια τῆς ἐξομολόγησης, τό στίχο τῆς εὐχῆς: «Πρῶτον καταλλάγηθι τοῖς σέ λυποῦσιν».

Σ’ ὃσους τοῦ ἐξέφραζαν τό παράπονο ὃτι δέν εὓρισκαν ἀνταπόκριση ἀγάπης ἀπό μερικούς ἀνθρώπους, συνιστοῦσε νά μήν ἐνδιαφέρονται ἂν τούς ἀγαποῦν, ἀλλά νά γεμίζουν τήν ψυχή τους μέ τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ἀνθρώπων.

Τόσο ἡ ἀγάπη πρός τόν Χριστό ὃσο καί αὐτή πρός τόν ἂνθρωπο συνδυάζονται πάντοτε μέ τήν ἂκρα ταπείνωση. Ἡ ἀγάπη τοῦ πνευματικοῦ πατέρα, συνήθως, ἐκδηλώνεται ὡς ὑπομονή, μακροθυμία, καλοσύνη, αὐστηρότητα εὐεργετική. Αὐτή εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

«Μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδείς ἒχει» (Ἰωάν. ιε΄, 13). Ἀγαπήσατε τόν Χριστόν καί μηδέν προτιμῆστε τῆς ἀγάπης Αὐτοῦ».

Ἡ ταπείνωση, πού ἦταν, ἲσως, τό κυριώτερο χαρακτηριστικό τῆς προσωπικότητας τοῦ γέροντα, θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὃτι ἦταν τό ἐργαλεῖο, πού τόν βοηθοῦσε νά ἀποκαθαίρει κάθε ὑπερήφανη συναίσθηση τῆς ὑπεροχῆς, χρησιμοποιώντας τήν παιδαγωγική μέθοδο τῆς «αὐτομεμψίας» καί ἐπιδιώκοντας τήν «ἀκενοδοξία».

Μέ τή θεϊκή σοφία, πού τόν διέκρινε, ἒλεγε συχνά: «Ἐσεῖς ξέρετε, ἒχετε πτυχία, ἐγώ εἶμαι ἀγράμματος». Πάνω σ’ αὐτή τήν ἀρετή, θεμελιώνεται τό παιδαγωγικό ἦθος τοῦ πνευματικοῦ πατέρα.

Οἱ ἀρετές καί οἱ ἰδιότητες τοῦ χαρακτήρα τοῦ γέροντα, ὃπως τό χάρισμα τῆς ἀγάπης, τῆς ὑπακοῆς, τῆς ταπείνωσης, τῆς ἀκατάπαυστης προσευχῆς συντέλεσαν, ὣστε ὁ π. Πορφύριος, μέσα στήν ἀνοδική πνευματική του πορεία, νά ἀποκτήσει καί νά ἀναπτύξει τό χάρισμα τῆς διακρίσεως, πού εἶναι, κατά τούς ἁγίους Πατέρες, ἡ κορυφή τῶν ἀρετῶν, χάρισμα, πού ἀποκτιέται μέ πολλή προσευχή καί ἂσκηση.

Ἡ ἀληθινή διάκριση, παρατηρεῖ ὁ ἀββάς Μωυσῆς, ἀποκτιέται ἀπό τήν ἀληθινή ταπείνωση, ἐνῷ ὁ ἃγιος Ἰωάννης ὁ Σιναῒτης, ἀναφερόμενος στή λειτουργία τῆς διακρίσεως, κάνει λόγο γιά τέχνη καί ὓψιστη ἀρετή.

Σημειώνει, λοιπόν, τά ἑξῆς: «Διάκρισις, στούς ἀρχαρίους, εἶναι ἡ ὀρθή ἐπίγνωσης τοῦ ἑαυτοῦ των. Στούς μεσαίονες, εἶναι ἡ νοερά αἲσθησις, ἡ ὁποία διακρίνει ἀλάνθαστα τό πραγματικό ἀγαθό καί ἀπό τό ἀντίθετό του κακό.

Στούς δέ τέλειους, εἶναι ἡ γνώσις πού ἒχουν ἀπό θεία ἒλλαμψι καί ἡ ὁποία ἒχει τή δύναμη νά φωτίζει πλήρως μέ τή λάμψι της καί ὃσα σκοτεινά ὑπάρχουν μέσα στούς ἂλλους».

Σέ γενικές γραμμές, ἡ διάκριση εἶναι «ἡ ἀλάνθαστη γνῶσις καί ἀντίληψις τοῦ θείου θελήματος σέ κάθε καιρό καί τόπο καί περίπτωσι, ἡ ὁποία, συνήθως, ὑπάρχει στούς καθαρούς κατά τήν καρδίαν καί τό σῶμα καί τό στόμα. Διάκρισις σημαίνει συνείδησις ἀμόλυντη καί καθαρότης τῶν αἰσθήσεων». (Ἰωάν. τοῦ Σιναῒτου, «Κλῖμαξ», Ἀθῆναι, ἒκδ. Παρακλήτου, 1884, κυρίως Λόγοι ΚΕ΄ καί ΚΣΤ΄, σς. 281α - 333β., 281α, 281β, Λόγος Δ΄ περί Ὑπακοῆς ρε΄ (105), Φιλοκαλία ὃ.π., σ.121).

Πηγή τῆς διακρίσεως ὁ ἃγ. Ἰωάννης θεωρεῖ ὃτι εἶναι οἱ δύο βασικές ἀρετές, αὐτή τῆς ὑπακοῆς καί ἐκείνη τῆς ταπείνωσης, στή συνέχεια, στήν πνευματική πορεία τοῦ διακριτικοῦ προσώπου, ἀνελίσσεται καί καταλήγει στή διόραση καί τήν προόραση, πού ἀποτελοῦν τίς δυό ὑψηλότερες λειτουργίες τῆς ἀνθρώπινης διάνοιας: «Ἐξ ὑπακοῆς ταπείνωσις, ἐκ ταπεινώσεως διάκρισις∙ ἐκ διακρίσεως διόρασις∙ ἐκ ταύτης προόρασις».

Ἡ Θεία παραχώρηση ἒδωσε στό Γέροντα τή δυνατότητα νά μετέχει σέ θεῖες ἰδιότητες, νά βιώνει, δηλαδή, καταστάσεις στίς ὁποῖες ἀκυρώνονταν οἱ φυσικοί νόμοι, οἱ διαστάσεις χρόνου καί χώρου δέν εἶχαν καμία ἰσχύ καί ἀνατρέπονταν ριζικά τό ὃριο μεταξύ κτιστοῦ καί ἀκτίστου.

Ἒτσι, τό πνεῦμα του ὑπηρετοῦσε, κατά κάποιον τρόπο, τήν ἐνόραση, τῆς ὁποίας ἀπότοκος ἦταν ἡ αἲσθηση τῆς Θείας αἰωνιότητας.

Χαρακτηριστικό εἶναι τά ὃσα ὁ Ἃγιος Παῒσιος ὁ Ἁγιορείτης, ὁ ὁποῖος, σημειωτέον, εἶχε προικισθεῖ μέ τά ἲδια χαρίσματα, ἀναφέρει γιά τόν π. Πορφύριο καί τά χαρίσματά του: «Ἐγώ ἒχω ἀσπρόμαυρη τηλεόραση, ἐνῷ ὁ π. Πορφύριος ἒγχρωμη».

Πολλοί ἂνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εἶχαν προσφύγει στόν Γέροντα Πορφύριο, βοηθήθηκαν πραγματικά, ὂχι μόνο σέ θεωρητικό ἐπίπεδο, ἀλλά καί σέ θέματα, πού ἀφοροῦσαν στήν πρακτική διάσταση τῶν ζητημάτων, πού τούς ἀπασχολοῦσαν∙ γιά παράδειγμα, τό διορατικό χάρισμα, σέ συνέργεια μέ τό προορατικό, τοῦ ἐπέτρεπε νά ἀντιλαμβάνεται τή ροή τῶν ἐξελίξεων, νά σχηματίζει ἀντίληψη γιά τό πώς θά εἶναι τά πράγματα στό μέλλον καί στή συνέχεια, νά προλέγει στούς ἀδελφούς ἂν κάποια ἐνέργεια ἢ ἀπόφασή τους ἦταν σωστή ἢ λαθεμένη, σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ ἢ ἀποτέλεσμα ἐξαπάτησης ἀπό τό πονηρό πνεῦμα, ἀποτρέποντάς τους ἀπό ἐπιλογές, πού θά ἀπέβαιναν καταστρεπτικές γι’ αὐτούς.

Οἱ διαγνώσεις του, σχετικά μέ τίς καταστάσεις καί οἱ συμβουλές του ἀφοροῦσαν σέ πρόσωπα, τά ὁποῖα εἲτε τόν εἶχαν ἐπισκεφθεῖ παλιότερα εἲτε βρίσκονταν μακριά ἢ ἀκόμη καί σέ ἂλλες ἠπείρους.

Ἐπίσης, οἱ διαγνώσεις του ἐπεκτείνονταν καί στή σφαῖρα τῶν ψυχολογικῶν προβλημάτων, τῶν ψυχικῶν ἀσθενειῶν, στήν ἐξέταση τοῦ γενετικοῦ προγραμματισμοῦ καί τῶν κληρονομικῶν καταβολῶν τῶν ἀνθρώπων, στή διερεύνηση τῶν λογισμῶν τῶν ἀνθρώπων καί στήν προσωπική ἱστορία τους καί στόν ἀσυνείδητο ψυχικό τους κόσμο, χάρη στήν «ἐκ τῶν ἂνω» πληροφορία, ἀλλά καί στό «φύσει» ἀνήσυχο καί ἐρευνητικό του ἒργο.

Στήν προσπάθειά του νά διευρύνει τόν γνωστικό του ὁρίζοντα καί, ταυτόχρονα, νά τόν ἐμπλουτίσει μέ ἐμπειρίες, ὂχι μόνο μελετοῦσε βιβλία, πού θά τόν βοηθοῦσαν νά προσεγγίσει τά μυστικά τοῦ ζωικοῦ καί φυτικοῦ βασιλείου, τοῦ σύμπαντος καί τῆς λειτουργίας τοῦ ἀνθρωπίνου συστήματος ἀλλά καί δέν δίσταζε νά ζητεῖ τή γνώμη τῶν εἰδικῶν.

Ἐπιστέγασμα ὃλων αὐτῶν τῶν ἐνεργειῶν του καί ἀρωγός πολύτιμος, ἀσύγκριτος καί ἀναντικατάστατος ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ, πού τόν περιέβαλε καί τοῦ ἒδωσε τή δυνατότητα νά ἀποκτήσει τήν ἀληθῆ γνώση τῶν ὂντων, ὣστε νά γνωρίσει πῶς συνεστήθη ὁ κόσμος καί πῶς ἐνεργοῦν τά ἐπί μέρους στοιχεῖα τῆς φύσεως.

Νά γνωρίσει τήν ἀρχή, τή μέση καί τό τέλος τῶν χρόνων, τήν ἀλλαγή τοῦ ἡλιοστασίου καί τίς μεταβολές τῶν ἐποχῶν τοῦ ἒτους, τούς κύκλους τὼν ἐτῶν καί τίς θέσεις τῶν ἀστέρων, τίς φύσεις (τά εἲδη) τῶν ζώων καί τά ἒνστικτα τῶν θηρίων, τή δύναμη τῶν ἀνέμων, τούς διαλογισμούς τῶν ἀνθρώπων, τίς διαφορές τῶν φυτῶν καί τίς δυνάμεις τῶν ριζῶν (Σοφ. Σολ. ζ’, 17-21).

Ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖον παρενέβαινε ἦταν διαφορετικός κάθε φορά, ἀνάλογα μέ τό πρόβλημα, πού ἀντιμετώπιζε ὁ καθένας, πού τόν ἐπισκεπτόταν∙ ἂλλοτε ἦταν ὁ λόγος καί ἂλλοτε ἡ σιωπή, τίς περισσότερες φορές ἡ συμβουλή καί ἡ ἀποτροπή, σέ συνδυασμό μέ τόν ἀποκαλυπτικό λόγο.

Ἀπό τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, βλέπουμε ὃτι ἒτσι λειτουργοῦσαν οἱ Πνευματικοί Πατέρες καί, μέ τόν τρόπο αὐτόν, φινόντουσταν φορεῖς τῆς Θείας Χάριτος, πού οἰκονομεῖ τά τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ποικιλία τῶν τρόπων τῆς ἀντιμετώπισης, ὁ λόγος ἰδιαίτερα, μπορεῖ νά συγκλονίσει, ἐνῷ ἡ σιωπή νά προβληματίσει. Ὃλοι, πάντως, εἶναι ἀποτελεσματικοί ἐξ ἲσου.

Πολλοί τόν ἀποκαλοῦσαν «γέροντα, πού βρίσκει τά νερά», μέ τήν ἒννοια ὃτι, πολλές φορές, εἶχε ὑποδείξει, μέ μεγάλη ἀκρίβεια, ροές ὑδάτων καί ὑπόγειες πηγές καί μάλιστα, χωρίς τήν ἐπιτόπιας παρουσία του, ἀλλά ἀπό ἀπόσταση, μέ μετάβαση τοῦ πνεύματός του «ὑπό κάτω τῆς γῆς», ἀλλά καί «ὑποκάτω τῆς θάλάσσης», στό βυθό της, ὃταν διέκρινε ἓνα ναυάγιο, κάτω ἀπό ἓνα κινούμενο, τή στιγμή ἐκείνη, πλοῖο.

Θά πρέπει νά τονιστεῖ ὃτι ὁ γέροντας, ἀνιδιοτελή, ὃπως ἦταν, φτωχός καί ἀφανής ἀσκητής, δέν χρησιμοποιοῦσε τό διορατικό καί προορατικό χάρισμά του γιά νά κερδίσει πλούτη ἢ γιά νά προβληθεῖ, ἀλλά γιά τήν πνευματική ὠφέλεια τῶν πιστῶν καί γιά τή δόξα τοῦ Θεοῦ.

«Ένα πρέπει να κάνουμε, να αγαπήσουμε τον Χριστό. Η αγάπη στον Χριστό, μόνο αυτή είναι η καλύτερη θεραπεία των παθών».

Νομίζω ὃτι ἡ ἀναφορά μας σέ περιστατικά, πού σχετίζονται ἂμεσα μέ τά χαρίσματα τοῦ γέροντα εἶναι ἀναγκαία, γιατί θά βοηθήσει νά σχηματίσουμε μιά πιό ξεκάθαρη ἀντίληψη τῆς λειτουργίας τους.

Αὐτό μέ τούς νέους εἶναι χαρακτηριστικό, γιατί, μέ τή χρήση τοῦ λεξιλογίου τῶν νέων, ἀποκτᾶ καί μιά εὒθυμη χροιά.

Κάποτε, ἓνας ἀπό τούς πολλούς νέους, πού τόν ἐπισκεπτόταν, βγαίνοντας ἀπό τό κελί,, ἀκούστηκε νά λέει στούς φίλους του, πού τόν περίμεναν: «Μέ ἀνέλυσε, μέ διέλυσε, μ’ ἒκανε βίδες».

Κάποιος ἂλλος, φοιτητής ψυχολογίας, σχολίασε: «Παιδιά, ἒπαθα τήν πλάκα τῆς ζωῆς μου. Μου φανέρωσε ὃλα τά μυστικά τοῦ συνειδητοῦ καί τοῦ ἀσυνειδήτου μου».

Κι ἓνας τρίτος, φυσικομαθηματικός, σκεπτικιστής ἀρκετά, συμπλήρωσε: «Ἀναμφίβολα, πρόκειται γιά περίπτωση».

Ὁ ἲδιος ὁ γέροντας διηγεῖται μερικά περισταστικά, πού ἀποκαλύπτουν, κατά κάποιον τρόπο, τούς ἐξωπραγματικούς δρόμους, πού ἀκολουθεῖ ἡ θεία χάρη, προκειμένου νά σωθοῦν ψυχές.

Κἀποτε, ἂρχισε τή διήγησή του, τόν ἐπισκέφθηκε ἓνας χίππης, μέ τά παράξενα ροῦχα του, τά κοσμήματα καί περίαπτα καί ζητοῦσε ἐπίμονα νά τόν συναντήσει.

Οἱ μοναχές ταράχτηκαν καί ρώτησαν τόν γέροντα ἂν ἢθελε νά δεῖ τόν νέο. Τόν δέχτηκε, ὃπως ἦταν ἀναμενόμενο, καί, μέ τήν πρώτη ματιά, εἶδε τήν ψυχή του.

Διαπίστωσε, λοιπόν, ὃτι ἡ ψυχή τοῦ νεαροῦ ἦταν ἐπαναστατημένη, ὃμως, στό βάθος, ἦταν καλή, ἀλλά πληγωμένη. Τά γεμᾶτα ἀγάπη λόγια τοῦ γέροντα τόν συγκίνησαν καί στήν κρίση εἰλικρίνειάς του, πού ἀκολούθησε, τοῦ ἐξομολογήθηκε ὃτι κανείς, μέχρι τήν ἡμέρα ἐκείνη, δέν τοῦ εἶχε μιλήσει μ’ αὐτόν τόν τρόπο.

Ὃμως, ἡ ἒκπληξή του ἦταν ἒκδηλη, ὃταν ὁ Γέροντας τοῦ μίλησε, ἀποκαλώντας τον μέ τό ὂνομά του καί ἀποκαλύπτοντάς του ὃτι εἶχε ταξίδέψει στήν Ἰνδία καί ἀκολούθησε κάποιους γκουρού.

Ἀπόρησε, ἀκόμη πέρισσότερο, καί ἀφοῦ ὁ γέροντας τοῦ ἀποκάλυψε καί ἂλλα γεγονότα καταστάσεις ἀπό τή ζωή του. Ἐκεῖνος ἒφυγε εὐχαριστημένος, γιά νά ἐπιστρέψει μιά ἑβδομάδα ἀργότερα, παρέα μέ μερικούς ἀκόμη χίππηδες.

Ὃλοι μπῆκαν στό κελί - ἀνάμεσά τους ἦταν καί μιά κοπέλα – καί ὁ γέροντας τούς συμπάθησε, ἦταν καλές ψυχές, ἀλλά πληγωμένες. Ἐπειδή εἶδε ὃτι δέν ἦταν ἓτοιμοι ν’ ἀκούσουν, δέν τούς μίλησε γιά τόν Χριστό, ἁπλά τούς μίλησε στή γλώσσα τους, γιά πράγματα, πού τούς ἐνδιέφεραν.

Πρίν φύγουν, τοῦ ζήτησαν, ὡς χάρη, νά φιλήσουν τά πόδια του. Ντράπηκε, ὃμως τούς ἐπέτρεψε. Φεύγοντας, τοῦ χάρισαν μιά ὡραία κουβέρτα. Μετά ἀπό λίγες ἡμέρες, ἐπέστρεψε ἡ κοπέλα, Μαρία τήν ἒλεγαν, καί ἦταν πιό προχωρημένη στήν ψυχή, γι’ αὐτό καί ὁ γέροντας τῆς μίλησε γιά τόν Χριστό.

Συνέχισε νά τόν ἐπισκέπτεται, ἒχει πάρει καλό δρόμο. Μάλιστα εἶπε στούς φίλους της, ὃτι δέν εἶχε ποτέ φανταστεῖ ὃτι, μέσα ἀπό τή χίππικη αὐτή παρέα, θά γνώριζε τόν Χριστό.

Ἓνα ἀκόμη περιστατικό, πού ἒχει σχέση μέ τό προορατικό χάρισμα τοῦ Γέροντα Πορφυρίου, ἀφηγεῖται ἡ Γερόντισσα Θεοδοσία, ἀπό τή μονή τῶν ἁγίων Θεοδώρων Καλαβρύτων: «Τήν ἂνοιξη τοῦ 1985, εὑρισκομένη στή μονή τῶν ἁγίων Θεοδώρων Καλαβρύτων, μία νύχτα, περίπου 2.30’ πρωινή, ἂκουσα λίγο πιό πέρα ἀπό τό παράθυρο τοῦ κελιοῦ μου, κάποιον νά σκάβει. Γιά να βεβαιωθῶ, ἒσβησα τό φῶς τοῦ κελιοῦ μου καί κοίταξα ἀπό τό παράθυρο. Εἶδα ὃτι ἀναβόσβηνε ἓνας φακός. Ἒκανα μιά προσευχή στούς ἁγίους μας νά μᾶς προστατεύσουν. Ἢλεγξα τά παράθυρα καί τίς σαθρές πόρτες πρός τήν αὐλή τῆς ἐρειπωμένης μονῆς, μήπως εἰσχωρήσουν στό ἐσωτερικό της καί, ἀφοῦ διαπίστωσα ὃτι ἐπικρατοῦσε ἡσυχία, στό χῶρο αὐτό, ἐπέστρεψα στό κελί μου.
Τό πρωί, εἲχαμε μιά ἰδιωτική λειτουργία. Τήν ὣρα πούτ ἑτοιμαζόμουν νά πάω στήν Ἐκκλησία, ὣρα 5.55’ πρωινή, χτύπησε τό τηλέφωνο καί τό σήκωσα. Πρός μεγάλη μου ἒκπληξη, ἂκουσα: «Ἂκου, παιδάκι μου, εἶμαι ὁ Γέροντας Πορφύριος. Μή βγεῖς ἒξω πού ἀκοῦς καί σκάβουν, θά σέ χτυπήσουν. Διαβολεμένοι ἂνθρωποι γυρίζουν στό μοναστήρι σου».

• Τόν ἐρωτὼ: «Γέροντα, γιατί σκάβουν; Βρῆκαν τίποτα;»

• Ἀπαντᾶ: «Ὂχι, παιδάκι μου, τά ἒχουν πάρει ἂλλοι νωρίτερα».

• Τόν ἐρωτῶ πάλι: «Γέροντα, ἒχετε ἒλθει στό μοναστήρι μας;».

• Μοῦ ἀπαντᾶ: «Ὂχι, παιδάκι μου, ἀλλά τώρα εἶμαι ἐκεῖ. Ρώτα με ὃ,τι θέλεις».

Παίρνοντας, λοιπόν, ἀφορμή ἀπό τό λόγο του αὐτόν, τόν ρώτησα γιά τήν ἱστορικῆς σημασίας σπηλιά τοῦ μοναστηριοῦ μας.

.... Μέ ἐρωτᾶ: «Ποιά σπηλιά; Γιατί εἶναι δυό σπηλιές κοντά σας. Αὐτή πού κάθισαν οἱ πρῶτοι μοναχοί;»

• Τοῦ ἀπαντῶ: «Ναί, Γέροντα.

• Μοῦ λέει: «Καλό εἶναι, παιδάκι μου, νά τό κάνεις αὐτό, γιατί ἡ σπηλιά εἶναι ἁγιασμένη. Ἀλλά θά σέ ἀφήσοτυν οἱ χωρικοί; Θά ἀντιδράσουν».

• Ἒμεινα μέ τό ἀκουστικό στό χέρι, χωρίς νά μιλάω. Ὂντως ὑπάρχουν δυό σπηλιές, ἀλλά ἐμεῖς δέν εἲχαμε δεῖ τή δεύτερη, καίτοι εἲχαμε ἐγκατασταθεῖ στή μονή περισσότερο ἀπό ἓνα χρόνο. Τήν ὣρα, λοιπόν, πού εἶχα μείνει ἀμίλητη μέ τό ἀκουστικό στό χέρι, ἀκούω τόν Γέροντα νά μοῦ λέει: «Ψάρια, Γερόντισσα, ψάρια». Βάλε στίς κούτουλες (πηγές) ψάρια νά φάει ὁ κόσμος. Θά ‘ρθοῦν δύσκολοι καιροί!».

Καί ὂντως, ὃταν εἲχαμε ἐγκατασταθεῖ στό μοναστήρι, ἐξήτασα στό Χημεῖο τῶν Πατρῶν τό νερό, πού τρέχει ἂφθονο ἀπό τίς δυό πηγές, στήν αὐλή τῆς μονῆς, ἂν εἶναι πόσιμο καί, παράλληλα, κατάλληλο γιά ψάρια, ὣστε νά καλύπτει τίς ἀνάγκες τῆς μονῆς καί τῶν φιλοξενουμένων προσκυνητῶν της. Ὂντως, τό νερό ἀπεδείχθη καθαρό καί κατάλληλο γιά ἰχθυοτροφεῖο...».

Προτοῦ κλείσω, θεωρῶ σκόπιμο νά παραθέσω καί μερικές συμβουλές τοῦ Γέροντα στούς συζύγους καί στούς γονεῖς:

Αὐτούς πού ἐπιθυμοῦσαν τό γάμο, ὁ γέροντας τούς προσανατόλιζε στή δημιουργία μιᾶς, πραγματικά εὐτυχισμένης, οἰκογένειας.

Σέ μιά συζήτησή του μέ πνευματικό του παιδί, ἀποκάλυψε σχετικά: «Ἦρθε σέ μένα ἓνας καλός νέος καί μοῦ ζήτησε νά τόν βοηθήσω νά κάνει μιά χριστιανική οἰκογένεια. Τόν συμβούλευσα νά ψάξει μιά ἁγνή κοπέλα ἀπό χωριό, ἒξω ἀπό τήν Ἀθήνα. Μέ ἂκουσε καί ἒκαναν μιά σωστή οἰκογένεια, μέ δυό παιδάκια. Τώρα, ζοῦν μιά εὐτυχισμένη, ἁπλή οἰκογενειακή ζωή».

Ὁ γέροντας πίστευε ὃτι τά πολλά καί ἐξεζητημένα κοσμικά προσόντα δέν ἀποτελοῦν ἐγγύηση γιά εὐτυχισμένο γάμο.

Κάποτε, ἐπισκέφθηκε τόν γέροντα ἓνας νέος, ἀρραβωνιασμένος μέ μιά νέα ὂχι καί τόσο πιστή, γιά νά τόν συμβουλευτεῖ. Ὁ γέροντας βρέθηκε πρό τετελεσμένου γεγονότος, ὃμως εἶδε ἀμέσως τίς ἀδυναμίες τῆς κοπέλας.

Ἡ λύση γιά σένα, εἀγωνίζεσαιἶπε στό νέο, εἶναι μία: Θά ἀγωνίζεσαι, θά ἁγιάζεσαι κάθε μέρα περισσότερο καί ἡ σύζυγός σου, βλέποντας τό πρόσωπό σου νά λάμπει ἀπό τή χαρά τοῦ Χριστοῦ, θἀ ζηλέψει καί θά θελήσει νά σέ μιμηθεῖ.

Φοβᾶμαι, γέροντα, νά παντρευτῶ, μήπως μοῦ τύχει καμιά κακιά γυναίκα, ἐξομολογήθηκε ἓνας νεαρός στόν γέροντα, κι ἐκεῖνος τοῦ ἀπάντησε: «Μιά κακιά γυναῖκα μπορεῖ νά εἶναι ἡ εὐκαιρία σου γιά τόν παράδεισο».

Ἓνας ἀδελφός ρώτησε τόν γέροντα, πρίν φύγει γιά τό Ἃγιο Ὂρος, ἂν ἡ συμπεριφορά του πρός τόν γιό του εἶναι καλή καί ὁ γέροντας τοῦ ἀπάντησε: «Αὐτή εἶναι καλή πρός τόν γιό σου, ἀλλά νά προσέχεις τή συμπεριφορά σου, πρός τήν κόρη σου».

Πράγματι, τήν προηγούμενη μέρα, εἶχε ἐπιπλήξει τήν κόρη του πολύ αὐστηρά, γιά μιά μικρή τη ἀταξία στήν ὣρα τοῦ φαγητοῦ. «Καί νά ἀγαπᾶς πολύ, τοῦ εἶπε, νά ἀγαπᾶς πολύ».

«Οἱ γονεῖς φταῖνε, ἒλεγε, γιά τά προβλήματα τῶν παιδιῶν. Ὃλα τά προβλήματα ξεκινοῦν ἀπό τούς γονεῖς. Πρέπει οἱ γονεῖς νά γίνουν ἃγιοι καί, μετά, θά ἁγιασθοῦν καί αὐτά. Μετά, δέν θά ὑπάρχουν προβλήματα. Τά παιδιά γίνονται προβληματικά, ὃταν οἱ γονεῖς ἒχουν προβλήματα μεταξύ τους».

Γιά τά παιδιά, ἐπαναλάμβανε διαρκῶς: «Ἒχουν προβλήματα, ὃταν οἱ γονεῖς δέν εἶναι ἐντάξει». Ἀκόμα ὃτι: «Δέν πρέπει νά τά μαλώνουμε, ἀλλά νά τά συμβουλεύουμε», καί: «Ἂν θέλουμε νά κάνουν κάτι, πρέπει πρῶτα νά δίνουμε ἐμεῖς τό καλό παράδειγμα κι ἒπειτα νά σηκώνουμε τά χέρια στό Θεό καί νά προσευχόμαστε».

«Πρέπει νά προλάβουμε νά δώσουμε στά παιδιά μας καλό παράδειγμα μέχρι τά ἓντεκα χρόνια». «Αὐτά πού θέλετε νά πεῖτε στά παιδιά σας, νά τά λέτε μέ τήν προσευχή σας. Τά παιδιά δέν ἀκοῦν μέ τά αὐτιά∙ μόνον ὃταν ἒρχεται ἡ Θεία Χάρις, πού τά φωτίζει, τότε ἀκοῦνε αὐτά πού θέλουμε νά τούς ποῦμε. Ὃταν θέλετε νά πεῖτε κάτι στά παιδιά σας, πέστε το στήν Παναγία κι αὐτή θά ἐνεργήσει. Ἡ προσευχή σας αὐτή θά γίνει ζωογόνος πνοή, πνευματικό χάδι, πού χαϊδεύει, ἀγκαλιάζει, ἓλκει τά παιδιά».

Ἡ λειτουργία τῆς οἰκογένειας ἦταν ἀπ’ ὃλες τίς ἐκδηλώσεις τοῦ ἀνθρωπίνου βίου, πού ὁ γέροντας ἀγαποῦσε ἰδιαίτερα. Πίστευε στό σημαντικό ρόλο πού παίζει ἡ οἰκογένεια στή διαμόρφωση τῆς προσωπικότητας τοῦ ἀνθρώπου, γιά τό λόγο αὐτό ἀσχολήθηκε στό μεγαλύτερο μέρος τῆς ζωῆς του μέ τήν ποιμαντική καί συμβουλευτική τῆς οἰκογενειακῆς ζωῆς.

Οἱ ἐνδοοικογενειακές καί οἱ βαθύτερες προσωπικές σχέσεις τοῦ ἀνδρογύνου τόν ἐνδιέφεραν περισσότερο καί συνιστοῦσε στούς γονεῖς τόν «ἀγαπητικό διάλογο» τοῦ ὁποίου τόν ρόλο τόνιζε ἐμφαντικά, τήν τρυφερότητα στίς μεταξύ τους σχέσεις καί την ἒκφραση τῆς συζυγικῆς εὐαισθησίας.

Σέ περιπτώσεις «μπερδεμένων» ὃπως ἀποκαλοῦσε τά παιδιά, πού παρουσίαζαν κάποια προβλήματα ψυχολογικά ἢ ὀργανικά, ὁ γέροντας προσπαθοῦσε, μέ τήν ἀγάπη, πού τόν διέκρινε, νά συμπαρασταθεῖ στήν οἰκογένεια, ξεκινώντας, πάντα, ἀπό κάποια διάγνωση τῶν προβλημάτων.

Καί ἡ βοήθεια πού προσέφερε, ὂχι μόνο σέ κάποια ξεχωριστή κατηγορία ἀνθρώπων, ἀλλά στόν ἂνθρωπο γενικά, ἦταν οὐσιαστική, καί, ὡς καταξιωμέν ος πνευμαστικός πατέρας, καί μάλιστα διακριτικός, γινόταν δέκτης τῆς ἀγωνίας του (τοῦ ἀνθρώπου), ἀπαντοῦσε μέ καλωσύνη, μέ προσήνεια στίς ἐρωτήσεις του, χωρίς ποτέ νά δυσφορεῖ ἀπό τή φορτικότητα, ἀρκετές φορές, ὁρισμένων πνευματικῶν του παιδιῶν.

Ὁ λόγος του ἦταν καθοδηγητικός, μεστός, λόγος βαθύτερης κοινωνίας ψυχῶν καί καθόλου ἁπλός, ἐπιφανειακός, πού, ὃπως συχνά συμβαίνει, γίνεται μόνο καί μόνο, γιά νά ἐξυπηρετήσει καθαρά ἐπικοινωνιακούς καί, κατά συνέπεια, ἰδιοτελεῖς στόχους καί σκοπούς.

Ἂνθρωπος τῆς ἀγάπης, κατά κύριο λόγο, ἀκτινοβολοῦσε τήν ἀγάπη αὐτή στούς γύρω του, οἱ ὁποῖοι γίνονταν δέκτες τῆς ἀπέραντης θεϊκῆς ἀγάπης.

Τί εἶναι, ἆραγε, ἡ ἀγάπη αὐτή, πού, διαρκῶς, κήρυττε ὁ γέροντας; Εἶναι τό ἂνοιγμα τῆς καρδιᾶς στό ἂλλο πρόσωπο, στό Ἐσύ, μέσω τοῦ ὁποίου ἀποκτοῦμε συνείδηση τοῦ Ἐγώ, τό ἂνοιγμα τῆς καρδιᾶς μας στό Ἐσύ τοῦ Θεοῦ καί στό ἐσύ τοῦ συνανθρώπου, ἡ μόνη διάθεση πού ἁρμόζει σέ ἀνθρώπους πλασμένους «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν» Ἐκείνου, ἡ κινητήρια δύναμη γιά τή δημιουργία συμμετόχων στήν ὓπαρξη καί στή χαρά, γιά τή μετάδοση τῆς ζωῆς.

Ἐμφορούμενος ἀπό τή χωρίς ὃρια ἀγάπη πρός τόν Χριστό, ταλαιπωρημένος ἀπό ἓνα πλῆθος ἀσθενειῶν, πού κάποιες ἦταν σοβαρέςς, ἀντιλήφθηκε ὃτι τό τέλος πλησίαζε. Σέ χρόνο ἀνύποπτο, τά πνευματικά του παιδιά τόν εἶχαν ἀκούσει νά ἐκφράζει τήν ἐπιθυμία του νά ἀποσυρθεῖ στό Ἃγιο Ὂρος, ὃπου, ἀπό τό 1984, διέθετε καλύβη, στά ἀγαπημένα του Καυσοκαλύβια, γιά νά πεθάνει.

Πράγματι, τόν Ἰούνιο τοῦ 1991, ἀναχώρησε γιά τήν καλύβη τοῦ ἁγ. Γεωργίου, ὃπου, πρίν ἀπό ἑβδομήντα χρόνια, εἶχε καρεῖ μοναχός καί, τό πρωί τῆς 10ης Δεκεμβρίου τοῦ ἲδιου ἒτους παρέδωσε τό πνεῦμα στόν Κύριο πού τόσο εἶχε ἀγαπήσει.

Στίς 27 Νοεμβρίου τοῦ 2013, εἰκοσιδύο χρόνια μετά τήν κοίμησή του, ἡ ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου σέ συνεδρία, ὑπό τόν Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαῖο, προχώρησε στήν ἁγιοκατάταξη τοῦ π. Πορφυρίου καί στήν ἀναγραφή του στό ἁγιολόγιο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.

Ἡ μνήμη του τιμᾶται στίς 2 Δεκεμβρίου. Ακριβώς τότε, εδώ στην Κένυα, εγκαινιάσαμε τον πρώτο ορθόδοξο ναό στο όνομά του.

Τό σῶμα, ἡ ψυχή, τό βίωμα, ἡ ἐξομολόγηση, ἡ ἂκρα ταπείνωση, ἡ χωρίς ὃρια καί προϋποθέσεις ἀγάπη πρός τόν Χριστό καί τόν συνάνθρωπο, ἡ ταπεινή καί σιωπηρή προσευχή, ἡ βίωση τῆς ἐλευθερίας καί τῆς ἀθανασίας, ἡ ἀγόγγυστη ὑπομονή του στούς πόνους, ἡ διάκρισή του, ἡ διόρασή του, ἡ φιλομάθεια, ἡ βαθειά του εὐλάβεια, ἡ πολυμέρεια τῶν διδαχῶν του, ἀλλά καί ἡ θετική στάση του ἀπέναντι στίς τεχνολογίες τῆς σύγχρονης ἐπιστήμης (πολλοί μάλιστα τόν ἀποκαλοῦν ἃγιο τῆς τεχνολογίας), ὃλα αὐτά ἀποτελοῦν τόν κόσμο τοῦ γέροντα.

Στοχάστηκε και ἀσχολήθηκε, συχνά, μέ τρόπο βιωματικό καί ἐξομολογητικό, γιά ποικίλα θέματα τῆς ψυχῆς, τοῦ σώματος, χωρίς νά βαραίνει τό λόγο του∙ τό ἂγχος τῆς ἐξειδίκευσης (τό παραδεχόταν καί ὁ ἲδιος: «Ἐγώ δέν ἒχω πτυχία», ἐπαναλάμβανε συχνά).

Γιά πολλά χρόνια, ἒδινε δῶρα σέ ὃσους ἢθελαν νά σκεφθοῦν τή ζωή. Ἀναμφίβολα, κάθε ἐποχή εἶναι δύσκολη, κάθε ἐποχή εἶναι γεμάτη ἀμφιλεγόμενες προσωπικότητες, πού μᾶς κουνᾶνε τό χέρι τῆς ἐπιτυχίας κι ἐνῶ βλέπεις πώς ὃλα πάνω τους εἶναι στραβά, αὐτοί ἀποδεικνύουν πως εἶναι εὐτυχισμένοι μέσα στήν ἂγνοιά τους.

Ὁ Ἃγιος Πορφύριος πέθανε – κοιμήθηκε – στίς ἀρχές τής δίνης μιᾶς τέτοιας περίεργης ἐποχῆς, ἀλλά ἂφησε σκέψεις, πού, ὃταν διαβαστοῦν μέ νηφαλιότητα, ἐξηγοῦν λίγο-πολύ τά πάντα.

Αὐτή τή νοσταλγία μιᾶς καλῆς ἐποχῆς, τότε πού ἂνθιζαν ἀκόμα καί οἱ μολόχες, ἐκεῖνος, πού τήν ἒζησε εἶναι δύσκολο νά τή διαγράψει.

Ἡ μνήμη ἐπιστρέφει ἐκεῖ ψυχαναγκαστικά, ὁ ἲδιος κατοικεῖ στό παρελθόν καί κάνει διαπραγματεύσεις μέ τό παρόν, μέχρι τό σημαντικότερο καί, δυστυχῶς πιό ἐπίκαιρο: Τόν θάνατο. Γιατί: «Οἱ ἂνθρωποι ζοῦν γιά τόν ἑαυτό τους καί πεθαίνουν μόνο γιά τούς ἂλλους».

Γιά ἐμᾶς, πού τόν γνωρίσαμε, τόν ζήσαμε, τόν ἀγαπήσαμε, ὁ γέροντας ζεῖ στίς καρδιές μας, γιατί: «Δόξα ἀνθρωπίνη καί πλοῦτος εἰς χοῦν κατασκηνοῖ καί τό κλέος αὐτῆς σβέννυται. Δόξα δέ ἀρετῆς μένει εἰς τόν αἰῶνα» (Ι. Χρυσόστομος).

Γέροντας Πορφύριος: Ἒζησε... ἒγειρε... ὑψώθηκε...

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

• Η δημοσιευόμενη σήμερα φωτογραφία του Αγίου Προρφυρίου εκφράζει ακριβώς αυτή την αγάπη που έτρεφε προς το βασίλειο της φύσης. Μέσα σ’ αυτό τον χώρο έβρισκε ανάπαυση ψυχής και σώματος. Ο Άγιος μέσα στην ομορφιά της φύσης, δημιούργημα του ίδιου του Θεού, χαιρόταν ιδιαίτερα στις ώρες που είχε ανάγκη άμεσης επικοινωνίας με τον ουρανό.

Κυριολεκτικά έλαμπε, ήταν ολοφάνερη και έκδηλη αυτή τη επαφή του με τον επίγειο παράδεισο της Δημιουργίας του Θεού. Η φύση αυτή η μυστηριώδης αυτή πλευρά της ορατής και θείας παρουσίας αναγκάζει τον καθένα μας άθελά μας, βλέποντας τον Άγιο Πορφύριο μέσα στο βασίλειο της δόξας Του ν’ αναφωνήσουμε «Υψούτε Κύριον τον Θεόν ημών και προσκυνείτε τω υποποδίω των ποδών αυτού».

Αυτός ο καταξιωμένος Άγιος είχε όλη την άνεση μέσα απ’ αυτή την όμορφη φύση να επικοινωνεί με τα επουράνια. Είμαι βέβαιος ότι, χαρούμενος, δόξαζε τον Θεό, λέγοντας μέσα του «πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης του Κυρίου» .

Φαινόνταν ότι δεν είχε σχέση με τη γη. Ο νους και η καρδιά του είχαν πια δοθεί στον ουρανό. Κοίταξε το γαλήνιο του πρόσωπο και τη χωρίς υποκρισία στάση του, τόσο φυσιολογικά όλα σαν άγγελος Κυρίου! Μας δίνει ένα μήνυμα ελπίδας μα προπαντός συμφιλίωσης με το φυσικό και τόσο όμορφο βασίλειο του Θεού.

• Είναι δύσκολο και καμιά φορά αδυνατεί ο νους του ανθρώπου να δεχτεί ότι κυκλοφορούν ανάμεσά μας ακόμα και σήμερα πλάσματα και εικόνες Θεού που με τη βιοτή τους, τα έργα τους, τις πράξεις τους και τις σκέψεις του, το πώς σκέφτονται και ενεργούν, δείχνουν ή φαίνεται ότι έχουν άμεση σχέση με τον ουρανό και επικοινωνούν μ’ έναν μυστηριώδη τρόπο, παίρνοντας οδηγίες και συνταγές για μας τους χοϊκούς και αμαρτωλούς.

Τούτο φαίνεται και ήταν η προσωπική μου εμπειρία όλα τα χρόνια που είχα αυτή τη στενή επικοινωνία και επαφή με τον Άγιο Πορφύριο όσο κι αν εγώ ο ίδιος ήμουν «αδιάβαστος» μπροστά σ’ εκείνα που μου έλεγε και που στο τέλος γίνονταν αλήθειες και εκπλήρωναν τα λεγόμενά του. Και είναι εδώ το ζωντανό νόημα της αγιοσύνης του.

Τι προβλήματα, τι απογοητεύσεις, τι αποφάσεις επιπόλαιες, τι απορίες, τι μεταπτώσεις και αμφιβολίες, τι βασανισμός εσωτερικός! Κι όμως στο τέλος εκεί που όλα φαινόντουσαν ακατόρθωτα, έρχεται εκείνη η Χάρις, η μυστηριώδης, η αθέατη και υπερβατική, να τα ηρεμήσει όλα, να βάλει κατά κάποιο τρόπο τάξη στα ακατόρθωτα αυτά και υπερβολικά δύσκολα, για να μπορέσει κάποιος να προχωρήσει στην πνευματική του ζωή και ιδού οι επεμβάσεις αυτές των φίλων του Θεού και στην προκειμένη περίπτωση του Αγίου Πορφυρίου, παίρνουν έναν τελείως διαφορετικό δρόμο.

Αφού με τα μυαλά που κουβαλούμε, έτσι τα βλέπουμε κι έτσι τα αισθανόμαστε, αφού έτσι τα ζούμε. Γινόμαστε μάρτυρες αυτής της ανεξήγητης και χωρίς όρια αγάπης θεϊκής που μας περικυκλώνει και μας στηρίζει αγκαλιάζει βαθιά και μας ανεβάζει εκεί που πραγματικά γίνεται αυτή η μυστηριώδης συνάντηση του θεϊκού με τον χοϊκό. Αυτό ακριβώς ακτινοβολούσε όταν, γονατιστός, αισθανόμουν αυτή την εσωτερική ανάγκη και, χωρίς να ρωτώ τον εαυτό μου, κρεμόμουνα, κυριολεκτικά, πάνω στη σοφία και τους λόγους του Γέροντα Πορφυρίου.

Δεν θα κάνω οποιαδήποτε επίδειξη ούτε υπερβολή στις σκέψεις που μου έρχονται, γιατί αισθάνομαι τις αδυναμίες μου και τα ελαττώματά μου. Όμως η ταπείνωση και η αποδοχή του αείμνηστου να καταδέχεται τόσο απλοϊκά και πατρικά να θεραπεύει τον πάσχοντα συνάνθρωπό του κι εγώ τι ήμουν; Ένας νέος που νόμιζα ότι θα κατακτούσα τον κόσμο με τη γνώση και τα αξιώματα, την έπαρση και την ευκολία μετακίνησης – ο Γέροντας ξεπερνούσε όλες αυτές τις καταστάσεις και ζούσε μέσα στη θεϊκή λάμψη και τη μνήμη του θανάτου που καθηλώνει τον άνθρωπο, τον προσγειώνει κι έτσι αρχίζει να αποκτά και να καλλιεργεί τις αρετές της αγάπης, της ταπείνωσης, του φόβου και της ελπίδας.

• Παραθέτω αυτούσια τα λόγια του π. Χρυσοστόμου όπως μου τα έγραψε στην επιστολή του το 1961: «Λοιπόν, αγαπητέ μου Ανδρέα, τράβηξε εμπρός με την χάριν και βοήθειαν του Χριστού μας. Αν ο Κύριος μ΄ αφήση να εργασθώ 8 – 10 χρόνια εδώ, θα είμαι ευτυχής να παραδώσω σε σένα, τον Ανδρέα Τηλλυρίδη από την Λεμεσσόν της Κύπρου, την συνέχειαν του ιερού έργου …»

• Με τον Άγιο Πορφύριο άρχισα ν’ ασχολούμαι από πολύ νωρίς, ιδιαίτερα από τις ημερολογιακές μου σημειώσεις που κάθε φορά που τον συναντούσα έγραφα τις εντυπώσεις και τις συζητήσεις μας. Ήταν πλέον η εποχή όπου ο Γέροντας ήταν γνωστός, ιδιαίτερα από τα πνευματικά του τέκνα. Μερικές από τις σκέψεις μου αυτές δημοσιεύτηκαν στον τόμο του Κλείτου Ιωαννίδη «Ο Γέρων Πορφύριος. Μαρτυρίες και εμπειρίες» , Λευκωσία, 1992, 133 – 136, και Αθήναι 1993, 163 – 166.

• Ακριβώς τον ίδιο χρόνο ο Άγιος αυτός Επίσκοπος Χίου μού αφιέρωνε πίσω από μια φωτογραφία του που είχα ζητήσει τα εξής: «Στον ευλαβή μαθητή Ανδρέαν Τηλλυρίδη. Με την ευχή μου να αξιωθή να πραγματοποιήση τους πόθους του διά την Εκκλησίαν, να ανέβη όλα της ιερωσύνης τα σκαλιά και να στήση πηγήν αστείρευτον της γλυκυτάτης ηδονής, τους κόπους, τους μόχθους, τα εκουσίας στερήσεις και τα θυσίας χάριν των άλλων φθάνων τα όρια της δράσεως του πολιούχου της Κύπρου Αποστόλου Βαρνάβα. Χίος, 8 Ιουλίου 1961 + Ο Χίου Παντελεήμων».

Οι άνθρωποι έρχονται και παρέρχονται. Τα γραπτά μένουν δυναμικά κειμήλια μέσα από τη σοφία και γνώση αγίων μορφών της Εκκλησίας μας. Σ’ αυτή φυσικά την ηλικία δεν είχα ιδέα για τη σχέση Χίου Παντελεήμονος και του μετέπειτα Αγίου της Εκκλησίας μας Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτου. Σύμπτωση πάλιν η επέμβαση και φώτιση θεϊκή … Πού να μπορούσα να διανοηθώ στα δεκαπέντε μου χρόνια, αφού ακόμα ο Γέροντας ήταν άγνωστος στους πολλούς ο Θεός θα μ’ έφερνε σε επαφή με τον Επίσκοπο που τον χειροτόνησε διάκονο …

Εμφανίσεις: 302134
Γίνετε ενεργά η πηγή του Romfea.gr! Στείλτε ειδήσεις και φωτογραφίες που πιστεύετε πως ενδιαφέρουν τους αναγνώστες στο [email protected]
FOLLOW ROMFEA: