
Σήμερα πανηγυρίζει τὸ Ἱερὸ Παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Πορφυρίου τοῦ Καυσοκαλυβίτου, κάτωθεν τοῦ Ἱ. Ν. Ἁγίου Ἐλευθερίου - ὁδοῦ Ἀχαρνῶν.
Τὸ πρωὶ τελέσθηκε Θεία Λειτουργία ἐπὶ τῇ μνήμῃ τοῦ Ἁγίου Πορφυρίου.
Τὸ μεσημέρι στὶς 12:00 ἐψάλη Ἱερὰ Παράκληση στὸν Ἅγιο Πορφύριο Καυσοκαλυβίτη, ἐνῶ στὶς 6:00 τὸ ἀπόγευμα τελέσθηκε Ἑσπερινὸς καὶ Μικρὸς Ἁγιασμός, κατὰ τὸν ὁποῖο παρατέθηκε πλειάδα ἱερῶν λειψάνων πρὸς προσκύνηση καὶ ἐνίσχυση τῶν πιστῶν.
Στὴν διάρκεια τοῦ Μικροῦ Ἁγιασμοῦ διαβάστηκαν εἰδικὲς εὐχὲς ὑπὲρ ὑγείας καὶ ἀναρρώσεως ἀσθενούντων ἀδελφῶν μας καὶ μία ὑπέροχη εὐχὴ ὑπὲρ ἐνισχύσεως τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα διὰ πρεσβειῶν τοῦ Ἁγίου Ἐλευθερίου, ποίημα τῆς Ὁσιωτάτης ὑμνογράφου Καθηγουμένης Ἰσιδώρας μοναχῆς Ἁγιοϊρεοθεϊτίσσης.
Πλῆθος κόσμου, ἀφοῦ προσκύνησαν πάνω ἀπὸ 100 ἅγια λείψανα, ἔλαβαν εὐλογία φιαλίδια ἁγιασμοῦ πρὸς ἐνίσχυση τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα.
Στὶς 7:00 μ.μ. ὁμίλησε ὁ Αἰδεσιμολογιώτατος Πρωτοπρεσβύτερος π. Εὐάγγελος Παπανικολάου, ἰατρός, θεολόγος καὶ ἱεραπόστολος, κληρικὸς τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Καμεροὺν, μὲ θέμα: «Πῶς μποροῦν νὰ ὠφεληθοῦν οἱ νέοι ἀπὸ τὰ ἑλληνικὰ γράμματα».
Ἀρχικὰ ὁ Προϊστάμενος τοῦ ναοῦ π. Θεμιστοκλῆς Χριστοδούλου καλωσόρισε τὸν π. Εὐάγγελο, τὸν ἰατρὸ καὶ ἱεραπόστολο τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Καμερούν, ἀγαπητὸ καὶ προσφιλῆ ἀνὰ τὴν οἰκουμένη, ὑπογραμμίζοντας ὅτι μὲ τὴν ἀγάπη του να μεταδίδη τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ χρησιμοποιεῖ ἕναν δικό του ξεχωριστὸ τρόπο ποὺ τὸν κάνει μοναδικό.
Στὴν συνέχεια ὁ π. Εὐάγγελος, ἀφοῦ εὐχαρίστησε τὸν Μακαριώτατο Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος, μὲ ἐπιστολὴ τοῦ ὁποίου δόθηκε στὸν π. Εὐάγγελο ἡ σχετικὴ ἄδεια ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Καμερούν, ἀνέπτυξε τὸ θέμα «Πῶς μποροῦν οἱ νέοι νὰ ὡφεληθοῦν ἀπὸ τὰ ἑλληνικὰ γράμματα».
Στὴν ἀρχὴ παρουσίασε τοὺς λόγους, γιὰ τοὺς ὁποίους ὁ Μ. Βασίλειος θεωρεῖ χρήσιμο νὰ μελετοῦν οἱ νέοι τοὺς Ἕλληνες συγγραφεῖς καὶ στὴν συνέχεια παρέθεσε παραδείγματα ἀπὸ τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ γραμματεία, τὰ ὁποῖα ἀφ’ ἑνὸς διδάσκουν ἀξίες καὶ δημουργοῦν ἐνάρετες προσωπικότητες, ἀφ’ ἑτέρου θὰ μποροῦσαν νὰ χαρακτηρισθοῦν προφητικὰ ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ θείου Πάθους.
Κατὰ τοὺς πρώτους χριστιανικοὺς αἰῶνες ὑπῆρχε ἡ ἄποψη ὅτι δὲν χρειάζεται ἡ ἐνασχόληση μὲ τοὺς ἀρχαίους σοφούς, ἐφόσον ἔχουμε τὴν Ἁγία Γραφή.
Οἱ πατέρες ὅμως, ποὺ σπούδασαν στὶς περίφημες σχολὲς τῆς ἐποχῆς καὶ ἐπὶ πλέον συμπλήρωσαν τὶς ἐλλείψεις καὶ τὰ κενὰ τῆς θύραθεν παιδείας μὲ τὴν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, μὲ τὴν σοφία ποὺ ἀπέκτησαν εἶδαν ὅτι ἡ σοφία τῶν παλαιῶν ὁδηγοῦσε κατ’ εὐθεῖαν στὸν Χριστό.
Μὲ τὸν μερικὸ φωτισμὸ ποὺ εἶχαν ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους ποὺ ζοῦσαν θεοφιλῆ ἀσκητικὴ ζωή, κατάφεραν νὰ μᾶς προετοιμάσουν γιὰ διάφορα θέματα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρει ὁ Μ. Βασίλειος στὸ προαναφερθὲν ἔργο του.
Γιὰ νὰ δείξη ὁ Ἅγιος ὅτι οἱ ἀρχαῖοι σοφοὶ μποροῦν νὰ ὠφελήσουν καὶ τοὺς χριστιανοὺς νέους, ξεκινᾶ μὲ τὰ ἑξῆς λόγια τοῦ Ἡσιόδου, ἀρχαίου ποιητῆ: Μακάριος εἶναι αὐτὸς ποὺ ἀπὸ μόνος του θὰ τὰ καταλάβη ὅλα στὴ ζωὴ ὥστε νὰ κάνη τὸ καλό, μέτριος πρὸς τὸ καλὸ εἶναι αὐτὸς πού, ὅταν κάποιος τοῦ πῆ τὸ καλό, πείθεται.
Ἄχρηστος, αὐτὸς ποὺ οὔτε ἀκούει τὸ καλὸ ἀπὸ μέσα του οὔτε πείθετει. Αὐτὸ μᾶς πηγαίνει ἀμέσως σ’ αὐτὸ ἐμεῖς λέμε ὑπακοή. Μέσα ἀπὸ αὐτὸ ὁ Μ. Βασίλειος δείχνει στοὺς νέους ὅτι χρησιμοποιώντας τὰ ἀρχαῖα κείμενα σιγὰ σιγὰ θὰ τοὺς ἐκγυμνάση καὶ θὰ τοὺς καθοδηγήση.
Συνιστώντας ὁ Μ. Βασίλειος στοὺς νέους τὴν μελέτη τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων ταυτόχρονα τοὺς ἐφιστᾶ τὴν προσοχὴ στὸν τρόπο ποὺ θὰ τοὺς ἀξιοποιήσουν λέγοντάς τους νὰ μὴν παραδώσουν τὸ πηδάλιο τῆς διανοίας τους σὲ κανέναν ἄνθρωπο, ἀλλὰ νὰ παίρνουν ἀπὸ καθέναν αὐτὸ ποὺ εἶναι χρήσιμο καὶ νὰ μάθουν τί πρέπει νὰ παραβλέπουν.
Γιὰ τοὺς χριστιανοὺς ἀγαθὸ δὲν εἶναι ὅ,τι εἶναι ὠφέλιμο σ’ αὐτὴ τὴν ζωή, ἀλλὰ τὸ ἀγαθὸ πρέπει νὰ εἶναι ἀγαθὸ στὸν οὐρανό. Ὁτιδήποτε τὸ ἀρχαιοελληνικὸ ἰδεῶδες θαύμαζε, καταγωγή, σωματικὴ δύναμη, ὀμορφιά, μεγαλεῖο, τιμές, ἐξουσία, δὲν εἶναι ἄξιο θαυμασμοῦ γιὰ τοὺς χριστιανούς.
«Ἐμεῖς ἔχουμε τὶς ἐλπίδες μας καὶ πράττουμε τὸ κάθε τι μὲ τὸ ἐρώτημα: μᾶς παρασκευάζει γιὰ τὴν ἄλλη ζωή;
Σ’αὐτὴ τὴν ζωὴ μᾶς ὁδηγοῦν οἱ Ἅγιες Γραφές μὲ τὸ νὰ μᾶς παιδαγωγοῦν μὲ ἄρρητες ἀλήθειες», ὑπογραμμίζει ὁ Μ. Βασίλειος.
Καὶ ὁ Ἰωάννης Δαμασκηνὸς ἀναφέρει ὅτι δὲν βλάπτει νὰ μελετᾶ κανεὶς ἀπὸ τὰ ἑλληνικὰ βιβλία ὅ,τι βοηθᾶ στὸ θέμα τῆς πίστης.
Συμβουλεύει ἐπίσης ὁ Μ.Βασίλειος τὴν συναναστροφὴ, δηλ. μελέτη, μὲ ποιητές, μὲ λογογράφους, μὲ ρήτορες, μὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους μπορεῖ νὰ προέλθη μία ὠφέλεια καὶ μία ἐπιμέλεια τῆς ψυχῆς.
Βλέπει δηλ. ὁ Ἅγιος τὴν μελέτη τῶν ἀρχαιοελληνικῶν κειμένων ὡς προπαρασκευὴ γιὰ τὴν εἰσαγωγὴ στὰ «ἀπόρρητα μαθήματα», ὅπως αναφέρει.
Καὶ συνεχίζει: Δὲν εἶναι κακὸ ἡ ἀλήθεια τοῦ Εύαγγελίου νὰ ἔχη φορέση σὰν ροῦχο τὴν ἔξωθεν σοφία.
Ὡστόσο δὲν πρέπει νὰ δίνουμε προσοχὴ σὲ ὅλα, μόνο ὅταν διηγοῦνται τὶς πράξεις ἢ τὰ λόγια τῶν καλῶν ἀνθρώπων.
Καὶ ἀναφέρει τὸ παράδειγμα τῶν μελισσῶν ποὺ πηγαίνουν σὲ ὅλα τὰ ἄνθη, ἀλλὰ παίρνουν ὅ,τι τοὺς εἶναι ὠφέλιμο.
Στὴν συνέχεια ὁ π. Εὐάγγελος ἀνέλυσε ἀποσπάσματα ἀπὸ τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ γραμματεία ἀποδεικνύοντας τὴν ἀλήθεια τῶν λόγων τοῦ Μ. Βασιλείου.
Καὶ κατέληξε μὲ εὐχὲς γιὰ τὶς γιορτὲς ποὺ ἀκολουθοῦν καὶ κυρίως γιὰ τὴν μεγάλη γιορτὴ τῶν Χριστουγέννων.
Ἡ ἡμέρα ἔκλεισε μὲ μικρὸ Ἀπόδειπνο μετὰ Χαιρετισμῶν καὶ τὴν Μονολόγιστη εύχή.





