
Μέσα σε ένα κατανυκτικό περιβάλλον στον προαύλιο χώρο του ναυτικού μουσείου Χανίων ολοκληρώθηκαν και οι επίσημες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις προς τιμήν των μελών της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου στα Χανιά Κρήτης.
Ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης φαίνεται να κράτησε το καλύτερο για το τέλος.
Αφου έγιναν οι απαιτούμενες προσφωνήσεις παρουσιάστηκαν οι καλύτερες βυζαντινές χορωδίες της ορθοδοξίας απο Κύπρο, Αλβανία και Ρουμανία ενώ την εκδήλωςη ολοκλήρωσε κρητικό χορευτικό συγκρότημα απο τα Χανιά.
Το πρόγραμμα ξεκίνησε με μια εμπνευσμένη και μεστή πνευματικών νοημάτων ομιλία περί βυζαντινής μουσικής ο Μητροπολίτης Κυκκου και Τηλλυρίας κ. Νικηφόρος και στη συνέχεια την παράσταση έκλεψε κατα κοινή παραδοχή ο παγκοσμίου φήμης εκκλησιαστικός χορός της Ιεράς Μονής Κύκκου.
Ο πολυμελής Κυκκώτικος χορός συνήρπασε τους υψηλούς προσκεκλημένους ανάμεσα στους οποίους βρισκόντουσαν και εκπρόσωποι απο όλες τις παραδοσιακές χριστιανικές ομολογίες.
Το καλλικέλαδο των ιεροψαλτών σε συνδυασμό με την εκτέλεση δύσκολων Πατριαρχικού ύφους ύμνων υψηλής βυζαντινής τεχνικής και ερμηνείας ανάγκασαν προκαθημένους και προσκεκλημένους σε παρατεταμένα χειροκροτήματα.
Καθοριστική συμβολή στην ουράνια μουσική αυτη έξαρση έπαιξαν οι χαρισματικές φωνές των τριών νεαρών παιδιών της χορωδίας τα οποία μετέτρεψαν την συναυλία σε Αγγελική μουσική πανδαισία.
Ο Μητροπολίτης Κύκκου και Τηλλυρίας κ. Νικηφόρος έλαβε τα θερμά προσωπικά συγχαρητήρια τόσο του Παναγιωτάτου όσο και των προκαθημένων και όλων των παρευρισκομένων.
ΠΡΟΣΦΩΝΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΝΙΕΡΩΤΑΤΟΥ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΚΥΚΚΟΥ ΚΑΙ ΤΗΛΛΥΡΙΑΣ
κ. ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ
ΣΤΗ ΔΙΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ
ΦΡΟΥΡΙΟ ΦΙΡΚΑΣ – ΝΑΥΤΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ
ΧΑΝΙΑ ΚΡΗΤΗΣ
ΣΤΙΣ 25 ΙΟΥΝΙΟΥ 2016
Παναγιώτατε Οἰκουμενικέ Πατριάρχα Κωνσταντινου-πόλεως καί Πρόεδρε τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας κ.κ. Βαρθολομαῖε,
Μακαριώτατοι Προκαθήμενοι τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν,
Σεβασμιώτατοι,
Θεοφιλέστατοι,
Ἀδελφοί καί Πατέρες Ἅγιοι,
Κυρίες καί Κύριοι,
Εἶναι μέ ἰδιαίτερη χαρά, πού ὁ Ἐκκλησιαστικός Χορός Ἱεροψαλτῶν τῆς Ἱερᾶς Βασιλικῆς καί Σταυροπηγιακῆς Μονῆς τῆς Ἐλεούσας τοῦ Κύκκου, τοῦ Πάγκαλου αὐτοῦ τῆς Ὀρθοδόξου Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου ἀγλαΐσματος, θά σᾶς δροσίσει ἀπόψε μέ τό καθαρό νερό τῆς ἀστείρευτης πηγῆς τῆς ὑμνολογίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας, ἐπενδυμένης μέ τήν οὐράνια μελωδία τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Βυζαντινῆς Μουσικῆς.
Ἡ Βυζαντινή Μουσική εἶναι ἡ ψαλτική τέχνη τῆς ὀρθοδόξου λατρείας μας, ὅπως αὐτή μᾶς παραδόθηκε ἀπό τούς μεγάλους βυζαντινούς μελουργούς, καί ὅπως ἔφτασε σέ μᾶς ἐξελιγμένη καί ἐξηγημένη ἀπό τούς μεταβυζαντινούς διδασκάλους καί μουσικολογιωτάτους Πρωτοψάλτες, μέ μιά ἀδιάκοπη διαδοχή μέσα στήν ἀμετάλλακτη λειτουργική πράξη τῆς Ἐκκλησίας μας.
Πρόκειται γιά πατροπαράδοτη κληρονομιά, μέ τήν ὁποία μᾶς χρέωσαν οἱ προηγούμενες γενιές.
Πρόκειται καθαρά γιά ἐθνική παράδοση, πού ὑφαίνει καί σήμερα, ὅπως ἡ πίστη μας καί ἡ γλῶσσα μας, τά κυριότερα ἐκδηλώματα τῆς ζωῆς μας. Σκύβοντας στόν μουσικό, βυζαντινό πολιτισμό μας, βρίσκουμε τίς ρίζες μας καί ἀναγνωρίζουμε τήν ταυτότητά μας.
Ἡ ἐκκλησιαστική, ὅμως, βυζαντινή μουσική παράδοση ἐνδιαφέρει, ὄχι μόνο σάν κληρονομιά τοῦ παρελθόντος, ἀλλά καί σάν συντήρηση καί συνέχεια μέσα στό μέλλον. Γι’ αὐτό, καί κατά τό ἔτος 1986, μαζί μέ τή Σχολή Βυζαντινῆς Μουσικῆς, ἱδρύσαμε καί τόν Ἐκκλησιαστικό Χορό Ἱεροψαλτῶν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κύκκου, γιά νά ὑπάρξει, ἀκριβῶς, συντήρηση καί συνέχεια τῆς βαριᾶς αὐτῆς κληρονομιᾶς μέσα στό μέλλον.
Ἔκτοτε ὁ Ἐκκλησιαστικός Χορός Ἱεροψαλτῶν Ἱερᾶς Μονῆς Κύκκου ἔδωκε παραστάσεις ἐπιτυχεῖς σέ διάφορες χῶρες τοῦ κόσμου, ὅπως στίς Η.Π.Α (Νέα Ὑόρκη καί Σάν Φρανσίσκο), στήν Ἑλβετία, στήν Ἀγγλία, στήν Ἰταλία, στήν Οὑγγαρία καί ἀλλοῦ.
Φιλοδοξία μας ἦταν, ὁ Ἐκκλησιαστικός Χορός Ἱεροψαλτῶν Ἱερᾶς Μονῆς Κύκκου, νά καταστεῖ ὁ συνεχιστής καί φορέας τῆς ψαλτικῆς παράδοσης τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας.
Καί ἡ φιλοδοξία μας αὐτή ἔγινε πραγματικότητα, ἀφοῦ σήμερα τά μέλη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ αὐτοῦ Χοροῦ Ἱεροψαλτῶν Ἱερᾶς Μονῆς Κύκκου κατέστησαν οἱ φυσικοί θεράποντες τῆς Βυζαντινῆς Μουσικῆς, πού ποτίζουν κάθε Κυριακή, μέσω τῆς συγχρόνου τεχνολογίας, μέσω τῆς τηλεοράσεως, ὅλους τούς ὅπου γῆς ὀρθοδόξους χριστιανούς, μέ τό ζωντανό νερό τῆς ἀστείρευτης πηγῆς τῆς ὑμνολογίας τῆς Ἐκκλησίας μας, καί ἀποδεικνύουν μέ τή σωστή παραδοσιακή ἐκτέλεση τῆς Βυζαντινῆς Μουσικῆς, «χωρίς ἀτάκτους βοάς καί ἐκβεβιασμένας κραυγάς», ὅτι ἡ Ἱερή Ἐκκλησιαστική, Βυζαντινή Μουσική ἀποτελεῖ ἠχητική ἔκφραση τοῦ βιώματος τῆς προσομιλίας τῶν πιστῶν μέ τόν Θεό καί τούς ἁγίους.
Ἡ ἀποψινή μουσική ἐκδήλωση ἔχει σκοπό τήν ψυχική καί ἀκουστική ἀγαλλίαση, ὅλων, ὅσοι μαζευτήκαμε σήμερα ἐδῶ στό ἱστορικό αὐτό φρούριο Φιρκάς, στό Ναυτικό αὐτό Μουσεῖο Χανίων.
Εἶμαι βέβαιος ὅτι μέ τό ἁπαλό, ἁγνό καί οὐράνιο, πατριαρχικό, παραδοσιακό ὕφος τῶν μελωδιῶν, πού θά ἀκουστοῦν ἀπό τούς Ἱεροψάλτες τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κύκκου, θά καταπραϋνθοῦν ὄχι μόνο οἱ ἀκοές ἀλλά καί οἱ ψυχές μας.
Γιατί ἡ Βυζαντινή Μουσική δημιουργεῖ ἀτμόσφαιρα μυσταγωγίας, κατάνυξης καί ψυχικῆς ἀνάτασης πρός κάθε πνευματικό, ἠθικό καί ὑψηλό συναίσθημα.
Δέν εἶναι ἡ Ἐκκλησιαστική, Βυζαντινή Μουσική, μουσική ἀκροάματος, «οὐκ ἔστι θέατρον ἡ Ἐκκλησία, ἵνα πρός τέρψιν ἀκούωμεν», παρατηρεῖ ὁ ἱερός Χρυσόστομος, ἀλλά λειτουργική, γι’ αὐτό καί δέν βρῆκαν στή λατρεία τῆς Ἐκκλησίας μας ποτέ θέση τά μουσικά ὄργανα.
Στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὄργανο γλυκύφθογγο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γίνεται ὁ πιστός, «αὐτός ὁ ἄνθρωπος ψαλτήριον γενόμενος», κατά τόν Μέγα Ἀθανάσιο, μέ τήν καθαρή ἀπό τά πάθη καρδία του.
Στόχος τῆς Βυζαντινῆς Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς εἶναι ἡ ὑποβοήθηση τοῦ λόγου νά διεισδύσει στά βάθη τῆς ὕπαρξης, δημιουργώντας διάθεση προσευχητική, κατάνυξη καί αὐτομεμψία, «ψαλμός γάρ καί ἐκ λιθίνης καρδίας δάκρυον ἐκκαλεῖται», κατά τόν Μέγα Βασίλειο.
Ἡ Βυζαντινή Μουσική ἀποτελεῖ τό ἔνδυμα τοῦ λόγου. Ὁ θεολογικός-πατερικός λόγος τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὕμνων, περιβεβλημένος τόν ἑλκυστικό μανδύα τῆς μελωδίας, διεισδύει ἁπαλότερα καί πιό εὐχάριστα στά βάθη τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξη, φωτίζοντας καί ζεσταίνοτας τήν ψυχή μ’ ἕνα τρόπο μυστικό: «τό Πνεῦμα τό Ἅγιον», τονίζει σοφά ὁ Μέγας Βασίλειος, «ἀνέμειξε μέ τάς ἀληθείας τῆς πίστεως τήν τέρψιν τῆς μελωδίας, ὥστε νά δεχώμεθα χωρίς ἀντίδρασιν τήν ὠφέλειαν τῶν λόγων, πού θά ἀκούωνται γλυκά καί ἁπαλά».
Ἀλλά θά τελειώσω ἐδῶ, γιά νά μήν σᾶς κουράσω, ἀφήνοντας ἀκέραιους τούς ὕμνους, πού θά ἀκουστοῦν, χωρίς θεολογικά ἤ ἄλλα σχόλια, νά μιλήσουν στήν καρδιά σας καί νά κατανύξουν τήν ψυχή σας μέ τόν τρόπο τόν δικό τους τόν ἔνθεο, τόν καθαγιασμένο ἀπό τήν πάντιμη παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας.


