
Ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Τανάγρας κ. Αποστολος, Διευθυντής του Γραφείου της Αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ελλάδος παρά τη ΕΕ συμμετείχε την Τέταρτη 30 Σεπτεμβρίου 2026 και ώρα 18:00-20:00 μμ. με εισήγηση στη Διαχριστιανικη Συνέλευση με την παρουσία διακεκριμένων μελών του ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και εισηγητών.
Παραθέτουμε την ομιλία του Θεοφιλέστατου Επισκόπου Τανάγρας κ. Αποστολου στα ελληνικά.
Να αναφερθεί ότι η εισήγηση εκφωνήθηκε και στα αγγλικά όπως και οι απαντήσεις στη συζήτηση που ακολούθησε.
Κυρίες και κύριοι,
Έχει συχνά συζητηθεί, στο πλαίσιο της λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το ζήτημα της εθνικής κυριαρχίας των κρατών-μελών και συνήθως γίνεται αποδεκτό ότι μέρος αυτής εκχωρείται, ώστε να είναι δυνατή η καλύτερη και αποτελεσματικότερη εφαρμογή κοινών διαδικασιών στην ενωμένη Ευρώπη.
Το σκεπτικό που διέπει αυτή τη διατύπωση εδράζεται στη σύγχρονη παραδοχή ότι κάθε κράτος τείνει εκ φύσεως προς την άσκηση της κυριαρχίας και, ως εκ τούτου, θεωρεί αυτήν ως ουσιώδες στοιχείο της πολιτικής του υπόστασης.
Ωστόσο, έχει εξαχθεί ένα θεμελιώδες συμπέρασμα: εάν κάθε κράτος διεκδικεί την κυριαρχία του με απόλυτους όρους ως αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα, τότε τίθεται υπό αμφισβήτηση η ίδια η δυνατότητα ύπαρξης αποτελεσματικών διεθνών οργανισμών και θεσμών.
Σε μια εποχή κατά την οποία η χρησιμότητα και η αποτελεσματικότητα των διεθνών οργανισμών έχουν επανειλημμένα αμφισβητηθεί, μεταξύ άλλων εξαιτίας γεωπολιτικών κρίσεων, έχει επίσης υποστηριχθεί ότι οι διεθνείς οργανισμοί και θεσμοί μπορούν να δεχθούν πιέσεις όταν τα κράτη-μέλη επιχειρούν να επαναβεβαιώσουν την κυριαρχία τους μέσω διαφόρων μορφών μη συμμόρφωσης προς τις διεθνείς υποχρεώσεις και τους κοινώς αποδεκτούς θεσμικούς κανόνες.
Αυτό μας οδηγεί σε ένα διττό ερώτημα:
Πότε οι προκλήσεις αυτές απειλούν την ίδια την επιβίωση των διεθνών οργανισμών και ποιοι είναι οι παράγοντες που τους επιτρέπουν να αντέχουν απέναντι σε αυτές τις προκλήσεις;
Με ιδιαίτερη ικανοποίηση μπορούμε, επομένως, να διαπιστώσουμε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ακολουθήσει μια διαφορετική προσέγγιση στον τομέα της θρησκείας.
Το άρθρο 17 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης θεμελιώνει μια σαφή και προσεκτικά ισορροπημένη αρχή: η Ένωση σέβεται και δεν θίγει το καθεστώς που απολαμβάνουν, βάσει του εθνικού δικαίου, οι Εκκλησίες και οι θρησκευτικές ενώσεις ή κοινότητες στα κράτη-μέλη. Παράλληλα, σέβεται το καθεστώς που απολαμβάνουν, βάσει του εθνικού δικαίου, οι φιλοσοφικές και μη ομολογιακές οργανώσεις. (Eur-Lex)
Και, αναγνωρίζοντας την ιδιαίτερη ταυτότητα και συμβολή τους, η Ένωση διατηρεί μαζί τους έναν ανοικτό, διαφανή και τακτικό διάλογο. (Eur-Lex)
Η θρησκεία, επομένως, δεν αντιμετωπίζεται ως πεδίο στο οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει να αναδιαμορφώσει το εθνικό νομικό καθεστώς των κρατών-μελών.
Αντιθέτως, το άρθρο 17 αναγνωρίζει την αρμοδιότητα των κρατών-μελών να καθορίζουν, μέσα στο δικό τους συνταγματικό και νομικό πλαίσιο, το καθεστώς των Εκκλησιών και των θρησκευτικών κοινοτήτων.
Υπάρχει, βεβαίως, μια συνεχιζόμενη διανοητική και νομική συζήτηση σχετικά με την ιδιαίτερη θέση της θρησκείας στις σύγχρονες ευρωπαϊκές κοινωνίες.
Υπάρχει όμως και μια διαφορετική αντίληψη — εκείνη που αναγνωρίζει ότι η θρησκεία κατέχει ιδιαίτερη θέση, επειδή αφορά μία από τις θεμελιωδέστερες διαστάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης: την πίστη.
Θα πρέπει, επομένως, να προσέξουμε ιδιαίτερα την ισορροπία που εγκαθιδρύει το άρθρο 17.
Δεν δημιουργεί μια ιεράρχηση μεταξύ θρησκευτικών και μη θρησκευτικών οργανώσεων.
Αναγνωρίζει, όμως, την ιδιαίτερη ταυτότητα και συμβολή τους και θεσμοθετεί έναν διάλογο ο οποίος πρέπει να είναι ανοικτός, διαφανής και τακτικός.
Δεν είναι, ωστόσο, σκοπός μας στο πλαίσιο αυτής της εκδήλωσης να επαναφέρουμε τα τεράστια θεολογικά και φιλοσοφικά ερωτήματα που αφορούν την πίστη — ερωτήματα τα οποία έχουν γεμίσει βιβλιοθήκες σε όλη την ιστορία της ανθρωπότητας.
Σκοπός μας είναι, αντιθέτως, να αναδείξουμε τη βαθιά σημασία της τρίτης παραγράφου του άρθρου 17.
Του θεσμοθετημένου διαλόγου.
Πρόκειται, κατά την άποψή μου, για μια ιδιαίτερα σημαντική διάταξη.
Ο διάλογος αυτός δεν θα πρέπει να γίνεται αντιληπτός ως αποτέλεσμα πίεσης ή ως μια μορφή θεσμικής αναγκαιότητας που προκύπτει από την αδυναμία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αποφύγει την επαφή με τις θρησκευτικές οργανώσεις.
Πρέπει να γίνεται αντιληπτός ως έκφραση μιας συνειδητής αναγνώρισης του ρόλου που κατέχουν οι Εκκλησίες και οι θρησκευτικές κοινότητες στις ευρωπαϊκές κοινωνίες.
Οι Εκκλησίες δεν είναι απλώς ιστορικοί θεσμοί.
Παραμένουν σημαντικοί κοινωνικοί, πολιτιστικοί και πνευματικοί φορείς. Ορισμένες εκκλησιαστικές οντότητες διαθέτουν διεθνή νομική προσωπικότητα και διατηρούν διπλωματικές σχέσεις, ενώ Εκκλησίες και θρησκευτικές οργανώσεις έχουν αναπτύξει υπερεθνικές δομές, μέσω των οποίων συμμετέχουν στον διεθνή διάλογο και συμβάλλουν στη διαμόρφωση κοινωνικών και ηθικών αξιών.
Ο διάλογος, επομένως, πρέπει να νοείται ως αμοιβαία αναγνώριση της συμβολής που μπορούν να προσφέρουν οι θρησκευτικοί θεσμοί στο κοινό καλό.
Υπάρχει όμως εδώ μια θεμελιώδης προϋπόθεση.
Η θρησκευτική ελευθερία προϋποθέτει την αποδοχή του κράτους δικαίου.
Κάθε θρησκευτική κοινότητα που ασκεί ελεύθερα τη λατρεία, την εκπαίδευση και τη δράση της μέσα σε ένα ευρωπαϊκό κράτος οφείλει να σέβεται το Σύνταγμα, τους νόμους και τη δημόσια τάξη του κράτους αυτού.
Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης δεν μπορεί να μετατρέπεται σε αξίωση δημιουργίας μιας παράλληλης έννομης τάξης.
Δεν μπορεί κανένας θρησκευτικός κανόνας, οποιασδήποτε θρησκευτικής παράδοσης, να υποκαθιστά το δεσμευτικό δίκαιο του κράτους.
Η θρησκευτική ελευθερία προστατεύεται ως θεμελιώδες δικαίωμα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το άρθρο 10 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων αναγνωρίζει την ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας και την ελευθερία εκδήλωσης της θρησκείας ατομικά ή συλλογικά. Η άσκηση, όμως, αυτού του δικαιώματος εντάσσεται στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη και στο πλαίσιο των νόμων που διέπουν τη ζωή των δημοκρατικών κοινωνιών. (Eur-Lex)
Εδώ, λοιπόν, βρίσκεται μια κρίσιμη αρχή:
Ελευθερία θρησκείας δεν σημαίνει ελευθερία παράλληλης νομοθεσίας.
Εάν μια θρησκευτική κοινότητα ακολουθεί θρησκευτικούς κανόνες ως μέρος της προσωπικής ή κοινοτικής της ζωής, αυτό αποτελεί ζήτημα θρησκευτικής ελευθερίας.
Εάν όμως οποιαδήποτε οργανωμένη ομάδα επιχειρεί να επιβάλει σε μια κοινωνία ένα σύστημα κανόνων που θα υπερισχύει του Συντάγματος και του δεσμευτικού δικαίου του κράτους, τότε το ζήτημα μετατοπίζεται από τη θρησκευτική ελευθερία στο κράτος δικαίου.
Και αυτό αφορά όλες τις θρησκείες χωρίς εξαίρεση.
Η Ευρώπη μπορεί και πρέπει να προστατεύει τη θρησκευτική ελευθερία, χωρίς να αποδέχεται την υποκατάσταση του κράτους δικαίου από οποιοδήποτε θρησκευτικό σύστημα κανόνων.
Η ανοχή δεν μπορεί να σημαίνει διαφορετικούς κανόνες δικαίου για διαφορετικές κοινότητες.
Το ίδιο δημοκρατικό και συνταγματικό πλαίσιο πρέπει να ισχύει για όλους.
Αυτό δεν αποτελεί περιορισμό της θρησκευτικής ελευθερίας.
Αποτελεί προϋπόθεση για την ισότιμη άσκησή της.
Μόνο όταν όλοι αποδέχονται το ίδιο κράτος δικαίου μπορεί η θρησκευτική πολυμορφία να συνυπάρχει ειρηνικά με την ευρωπαϊκή δημοκρατική τάξη.
Ακριβώς γι’ αυτό, όταν υπάρχουν συγκεκριμένες οργανωμένες πρακτικές ή δομές που φέρονται να υποκαθιστούν ή να αμφισβητούν το δεσμευτικό δίκαιο, η απάντηση πρέπει να είναι θεσμική και εξατομικευμένη: έλεγχος από τις αρμόδιες αρχές, εφαρμογή του νόμου και, όπου συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, επιβολή των προβλεπόμενων κυρώσεων.
Δεν είναι δυνατόν να θεωρείται παράνομη μια θρησκευτική κοινότητα απλώς λόγω της θρησκευτικής της ταυτότητας. Παράνομη μπορεί να καταστεί μια συγκεκριμένη πράξη ή οργανωμένη δραστηριότητα όταν παραβιάζει το ισχύον δίκαιο και όταν αυτό διαπιστώνεται σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διαδικασίες.
Η αρχή αυτή είναι καθολική.
Και ακριβώς επειδή είναι καθολική, προστατεύει και τις θρησκείες εκείνες που σέβονται πλήρως το συνταγματικό και νομικό πλαίσιο των κρατών στα οποία δραστηριοποιούνται.
Αυτό καθίσταται ιδιαίτερα σημαντικό σε μια εποχή βαθιάς παγκόσμιας αβεβαιότητας και γεωπολιτικής αστάθειας.
Η Ευρώπη δεν μπορεί να κατανοεί τον εαυτό της αποκλειστικά μέσα από τους μηχανισμούς της οικονομίας, των θεσμών ή των κανονιστικών της πλαισίων.
Πρέπει επίσης να παραμένει σε θέση να στοχάζεται πάνω στις ιστορικές, πολιτιστικές και πνευματικές παραδόσεις που συνέβαλαν στη διαμόρφωση του ευρωπαϊκού πολιτισμού.
Η ευρωπαϊκή ήπειρος διαθέτει μια βαθιά χριστιανική ιστορική κληρονομιά.
Το χριστιανικό μήνυμα του Ιησού Χριστού έχει αφήσει διαρκές αποτύπωμα στον ευρωπαϊκό πολιτισμό, στην τέχνη, στην εκπαίδευση, στη φιλανθρωπία, στην αντίληψη για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και στην έννοια της αλληλεγγύης.
Αυτό δεν συνεπάγεται θρησκευτικό αποκλεισμό.
Ούτε μπορεί να σημαίνει άρνηση του θρησκευτικού και πολιτιστικού πλουραλισμού της σύγχρονης Ευρώπης.
Μας καλεί, όμως, να εξετάσουμε σοβαρά ένα ζήτημα που έχει εισέλθει όλο και περισσότερο στον δημόσιο διάλογο:
Πώς μπορεί η Ευρώπη να διατηρήσει και να μεταδώσει τη χριστιανική πολιτιστική και ηθική της κληρονομιά, σεβόμενη ταυτόχρονα τη θρησκευτική ελευθερία, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, τον πλουραλισμό και τη νόμιμη παρουσία άλλων θρησκευτικών παραδόσεων;
Ο όρος «εξισλαμισμός της Ευρώπης» απαντάται όλο και συχνότερα στον δημόσιο διάλογο.
Ο ίδιος ο όρος, ωστόσο, είναι αντικείμενο αντιπαράθεσης.
Για ορισμένους περιγράφει αυτό που θεωρούν ως μια διαδικασία δημογραφικού, πολιτιστικού ή θρησκευτικού μετασχηματισμού.
Για άλλους λειτουργεί κυρίως ως πολιτική ετικέτα, η οποία μπορεί να ενισχύει τον φόβο, την παρανόηση ή την πόλωση.
Η υπεύθυνη προσέγγιση, επομένως, δεν είναι ούτε να απορρίψουμε το ερώτημα ούτε να αποδεχθούμε άκριτα την ορολογία.
Το ερώτημα που αξίζει να εξεταστεί είναι κατά πόσον οι αλλαγές που συντελούνται στις ευρωπαϊκές κοινωνίες αντιπροσωπεύουν πρωτίστως μια διαδικασία δημογραφικού και πολιτιστικού μετασχηματισμού ή κατά πόσον η γλώσσα του «εξισλαμισμού» κινδυνεύει να καταστεί ένα πολιτικό πλαίσιο μέσα από το οποίο σύνθετες πραγματικότητες απλουστεύονται και οι κοινωνικές διαιρέσεις εντείνονται.
Τα δημογραφικά και κοινωνικά δεδομένα αξίζουν σοβαρής και επιστημονικής μελέτης.
Δεν πρέπει, όμως, αυτομάτως να μεταφράζονται σε γλώσσα απειλής.
Το βαθύτερο ερώτημα ενώπιόν μας είναι άλλο:
Πώς μπορεί η Ευρώπη να διατηρήσει την ιστορική και χριστιανική της κληρονομιά, ενώ ταυτόχρονα προστατεύει τη θρησκευτική ελευθερία και την ισότιμη ανθρώπινη αξιοπρέπεια όλων;
Και εάν καταλήξουμε ότι η χριστιανική κληρονομιά παραμένει ουσιώδες στοιχείο της ευρωπαϊκής ταυτότητας, τότε η κατάλληλη απάντηση δεν είναι ο αποκλεισμός.
Είναι η ανανέωση της δέσμευσης στις ίδιες τις αξίες.
Στην παιδεία.
Στον διάλογο.
Στην κοινωνική ευθύνη.
Στην αλληλεγγύη.
Στη συγχώρεση.
Και, πάνω απ’ όλα, στον σεβασμό προς κάθε ανθρώπινο πρόσωπο.
Ο διάλογος που θεσμοθετεί το άρθρο 17 ασφαλώς δεν θα περιοριστεί σε αυτά τα ζητήματα.
Το πολύπλευρο έργο του Γραφείου της Εκκλησίας της Ελλάδος στις Βρυξέλλες παρέχει ένα πρακτικό παράδειγμα του τι μπορεί να σημαίνει ένας τέτοιος διάλογος.
Είναι προνόμιο, τιμή και ευθύνη μου να υπηρετώ στη διευθυντική του θέση.
Το Γραφείο μας παρακολουθεί τις εξελίξεις που σχετίζονται με τις τρέχουσες εργασίες, δραστηριότητες, έρευνες και πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Συμβουλίου της Ευρώπης και της UNESCO, στο μέτρο που οι εξελίξεις αυτές αφορούν άμεσα την Εκκλησία της Ελλάδος.
Με τον τρόπο αυτό καθίσταται δυνατή η διατύπωση παρατηρήσεων και προτάσεων προς τις αρμόδιες ευρωπαϊκές και εθνικές αρχές, με ευρύτερο σκοπό τη συμβολή στις συζητήσεις για την ειρήνη, τη συμφιλίωση και τη συνεργασία μεταξύ των λαών της Ευρώπης.
Στο πλαίσιο αυτό επιδιώκουμε την προώθηση και ενίσχυση πολιτιστικών και ανθρωπιστικών πρωτοβουλιών και τη συμβολή στη συνοχή της ευρωπαϊκής κοινωνίας, με σεβασμό στην ποικιλομορφία των εθνικών και πολιτιστικών ταυτοτήτων της Ευρώπης.
Η συμβολή του Γραφείου μας, ωστόσο, δεν είναι μονόπλευρη.
Σκοπός του δεν είναι μόνο να συμβάλει στη βελτίωση του ευρωπαϊκού κοινωνικού περιβάλλοντος ή στην ευζωία των Ευρωπαίων πολιτών.
Επιδιώκει επίσης να προάγει το πνευματικό και πολιτιστικό έργο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, όπως αυτή εκφράζεται μέσω της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται η σημασία του άρθρου 17.
Οι δράσεις στις οποίες αναφέρθηκα προϋποθέτουν συνεργασία μεταξύ της Εκκλησίας μας και των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Συμβουλίου της Ευρώπης και της UNESCO, καθώς και με άλλους ευρωπαϊκούς φορείς και θεσμούς.
Μέσω του διαλόγου διατηρούνται και ενισχύονται οι σχέσεις με εκπροσώπους Εκκλησιών, θρησκευτικών κοινοτήτων, μη κυβερνητικών οργανώσεων και, ευρύτερα, εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών που δραστηριοποιούνται στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ο διάλογος αυτός επιτρέπει επίσης τη συμμετοχή σε πρωτοβουλίες που αφορούν τη θρησκευτική, πνευματική, ανθρωπιστική και οικονομική αλληλεγγύη μεταξύ των λαών της Ευρώπης και μεταξύ της Ευρώπης και του ευρύτερου κόσμου.
Στόχος είναι η ενίσχυση του αλληλοσεβασμού, της αλληλοκατανόησης και της αλληλεγγύης, μέσα σε πνεύμα καταλλαγής και αντίθεσης στην ξενοφοβία, τον ρατσισμό και κάθε μορφή διάκρισης.
Σε πρακτικό επίπεδο, οι στόχοι αυτοί επιδιώκονται μέσω διαλέξεων, σεμιναρίων, ομάδων εργασίας, συνεδρίων και άλλων πρωτοβουλιών που αφορούν την Ορθόδοξη παράδοση, την Ιστορία, την Τέχνη, την Εκπαίδευση και ένα ευρύ φάσμα θεολογικών, πολιτιστικών και επικοινωνιακών ζητημάτων.
Οι πολίτες της Ευρώπης είναι ολοένα και περισσότερο διαφορετικοί μεταξύ τους.
Η διαφορετικότητα αυτή έχει καταστεί ακόμη πιο εμφανής καθώς η μετανάστευση αποτελεί πλέον διαρκές χαρακτηριστικό των σύγχρονων ευρωπαϊκών κοινωνιών, μέσω τόσο νόμιμων όσο και παράτυπων μετακινήσεων ανθρώπων.
Ωστόσο, η διαφορετικότητα δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως δύναμη διαχωρισμού ή ως λόγος διχασμού.
Είναι μια πραγματικότητα την οποία η Ευρώπη οφείλει να αναγνωρίσει, εάν επιθυμεί να προχωρήσει ως ενωμένη και ειρηνική ήπειρος.
Ο διάλογος που προβλέπει η τρίτη παράγραφος του άρθρου 17 μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά σε αυτή την προσπάθεια.
Μπορεί να συμβάλει στην ειρηνική συνύπαρξη και στην ομαλή ενσωμάτωση διαφορετικών πληθυσμών στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, διατηρώντας παράλληλα τα πολιτιστικά και ηθικά θεμέλια πάνω στα οποία οικοδομήθηκε ο ευρωπαϊκός πολιτισμός.
Οι χριστιανικές αξίες της Ευρώπης δεν θα πρέπει να νοούνται ως μηχανισμός αποκλεισμού.
Θα πρέπει να νοούνται ως πρόσκληση σε έναν τρόπο ζωής που θεμελιώνεται στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την ευθύνη, τη συμπόνια, την αλληλεγγύη, τη συγχώρεση και τον σεβασμό προς τον άλλον.
Και ίσως αυτή να είναι τελικά η βαθύτερη σημασία του άρθρου 17.
Μας υπενθυμίζει ότι ο διάλογος δεν απαιτεί να εγκαταλείψουμε την ταυτότητά μας.
Αντιθέτως, ουσιαστικός διάλογος καθίσταται δυνατός όταν η ταυτότητα αναγνωρίζεται, γίνεται σεβαστή και έρχεται σε διάλογο με την ταυτότητα των άλλων.
Μια Ευρώπη ικανή για έναν τέτοιο διάλογο μπορεί να παραμείνει πιστή στην ιστορική και πνευματική της κληρονομιά και ταυτόχρονα να παραμείνει ανοικτή στην ποικιλομορφία του σύγχρονου κόσμου.
Αυτό δεν αποτελεί αντίφαση.
Αποτελεί μία από τις μεγάλες προκλήσεις — και ευθύνες — της Ευρώπης στην εποχή μας.
Σας ευχαριστώ θερμά για την προσοχή σας


