
Γράφει ο π. Ηλίας Μάκος στην Romfea.gr
Παλαιά οι άνθρωποι, και το έδειχναν με τα ήθη και τα έθιμά τους, θεωρούσαν τη Μ. Εβδομάδα, μέσα από την οποία πηγάζουν όλη η δόξα της Ορθοδοξίας και όλη η ποίηση του Χριστιανισμού, μια ιδιαίτερη περίοδο στη ζωή τους, που τους άγγιζε στο βάθος και όχι μόνο στην επιφάνεια της ψυχής τους.
Έβλεπαν αυτή την Εβδομάδα, με τον πόνο της, με τα δάκρυά της, με τη λύπη της, αλλά και με την χαρά της ευφροσύνης και την Ανάστασης, που ακολουθεί, ως τη φιλοσοφία της ζωής, που η αγία Εκκλησία μας τη δίνει με τον πιο ωραίο , απλό και κατανυκτικό τρόπο και η παράδοση έρχεται να την υποστηρίξει.
Οι προετοιμασίες για τον εορτασμό του Πάσχα στην Ήπειρο, απ΄ όπου μεταφέρουμε κάποια από τα έθιμα των παλιαότερων χρόνων, ξεκινούσαν πριν τη Μεγάλη Εβδομάδα, με τον καθαρισμό του σπιτιού και το ασβέστωμα της αυλής.
ΤΑ ΚΟΚΚΙΝΑ ΑΥΓΑ ΤΗΣ Μ. ΠΕΜΠΤΗΣ
Τη Μεγάλη Πέμπτη, από το πρωί οι γυναίκες ζύμωναν τσουρέκια και έβαφαν τα αυγά.
Σύμφωνα με τις παλαιές νοικοκυρές τα αυγά έπρεπε να βαφτούν κόκκινα πριν από τη Θεία Λειτουργία, για να είναι γερά και να μην σπάνε εύκολα.
Το κόκκινο χρώμα του πασχαλινού αυγού συμβολίζει τη θυσία και το αίμα του Χριστού.
Οι λαογράφοι, υποστηρίζουν και άλλες εκδοχές, που έχουν να κάνουν με την Παναγία και τη Μαρία τη Μαγδαληνή.
Οι νοικοκυρές φρόντιζαν να μην είναι πολύ μεγάλα τα αυγά, ώστε να κρατιούνται πιο εύκολα στα χέρια, και να είναι μυτερά προκειμένου να είναι πιο γερά για το τσούγκρισμα.
Μια χάλκινη, μεγάλη κατσαρόλα, φύλλα από κρεμμύδι, ένα ποτήρι ξύδι, για να πιάσει το βάψιμο καλά, αλάτι για να καθαρίζονται εύκολα από τα τσόφλια.
Μόλις ξεκινούσε η βράση, οι νοικοκυρές, επειδή δεν είχαν παλιά χρονόμετρο ή άλλο τρόπο να υπολογίζουν το χρόνο, που χρειάζεται για το σωστό βάψιμο, μετρούσαν μέχρι το εκατό. Με το τελείωμα του μετρήματος ήταν έτοιμα και τα αυγά.
Το πρώτο βαμμένο αυγό που έβγαζαν από την κατσαρόλα το τοποθετούσαν στο εικονοστάσι και το φύλαγαν εκεί μέχρι το επόμενο Πάσχα. Το δεύτερο στον τάφο συγγενή και το τρίτο το έθαβαν στο χωράφι, για να πάνε καλά οι σοδιές.
Το αυγό αυτό ήταν κάτι σαν φυλαχτό για το σπίτι τα χωράφια και τα ζώα.
Το αυγό της προηγούμενης χρονιάς θάβονταν στα χωράφια ή στα μαντριά, πιστεύοντας ότι έτσι τα «γεννήματα» της γης ή των ζώων θα είναι πολλά.
Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ
Οι γυναίκες στόλιζαν το βράδυ της Μ. Πέμπτης, μετά τα Δώδεκα Ευαγγέλια τον Επιτάφιο, και ξενυχτούσαν στους ναούς.
Στην περιφορά του Επιταφίου δεν έλειπε κανείς. Το θεωρούσαν ασέβεια να μη θρηνήσουν τον Χριστό, ενώ ταυτόχρονα θυμόταν και τους δικούς τους νεκρούς.
ΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΟΙ ΕΠΙΤΑΦΙΟΙ
Να σημειωθεί ότι στην Ήπειρο σώζονται αρκετοί χειροποίητοι Επιτάφιοι, αληθινά αριστουργημάτων του 18ου και 19ου αιώνα.
Για την κατασκευή του και τη διακόσμησή του χρησιμοποιούνταν πολυτελή υλικά (σατέν, βελούδο, μεταξωτά νήματα, αργυρά και επίχρυσα σύρματα, πούλιες, ημιπολύτιμοι λίθοι, μαργαριτάρια) και η εργασία του κεντητή ή της κεντήτριας ήταν χρονοβόρα.
Η προσφορά χρυσοκέντητων αμφίων σε ναούς ή μονές της Ηπείρου προσέδιδε μεγάλο κύρος στους δωρητές, οι οποίοι μπορεί να ήταν άτομα, ή και ομάδες πιστών.
Πρόκειται για σπουδαία έργα τέχνης και τεχνικής, που αποδίδονται σε εργαστήρια της Κωνσταντινούπολης και της Βιέννης, απ' όπου παραγγέλλονταν.
Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ-ΤΟ ΤΣΟΥΓΚΡΙΣΜΑ ΤΩΝ ΑΥΓΩΝ
Το βράδυ της Ανάστασης οι νοικοκυραίοι γυρνώντας από την εκκλησία και πριν μπουν στο σπίτι, σταύρωναν την εξώπορτα με το Άγιο Φως και μετά άναβαν το καντήλι, έτσι ώστε να μπορέσουν να κρατήσουν το Άγιο Φως όλο το χρόνο στο σπίτι.
Αμέσως τσούγκριζαν τα κόκκινα αυγά. Το παραδοσιακό τσούγκρισμα των πασχαλινών αυγών, παραπέμπει στην Ανάσταση του Κυρίου και τη σύγκρουση του καλού με το κακό.
Στην Ήπειρο το τσούγκρισμα του βρασμένου αυγού, νοούνταν ως μια επιβεβαίωση ότι ο σταυρωμένος Χριστός αναστήθηκε και μας γεμίζει με ελπίδα για νέα ζωή, πιο χαρούμενη και ευτυχισμένη.
Το τσόφλι είχε την έννοια του τάφου του Κυρίου και το σπάσιμό του, το άνοιγμα του τάφου, την μετακίνηση της πέτρας, που το σκεπάζει και την έξοδο του Χριστού.
Με το τσούγκρισμα μετέφεραν την αγάπη, τη θυσία, την ανάσταση, την ενότητα, την ανθρωπιά.
Πατροπαράδοτο γεύμα της Κυριακής του Πάσχα ήταν το σουβλιστό αρνί.
Όμως παραδοσιακή θεωρούταν η γάστρα στην οποία έψηναν το πασχαλινό κρέας.
Συνήθιζαν επίσης να φτιάχνουν πολλών ειδών πίτες. Ακόμα ένα παραδοσιακό φαγητό, ήταν η συκωταριά με σπανάκι στη γάστρα το οποίο το έτρωγαν αντί για μαγειρίτσα.
Σε πολλά χωριά μαζεύονταν οι χωριανοί στις πλατείες ή στις αλάνες έψηναν, έτρωγαν, έπιναν και γλεντούσαν όλοι μαζί.
Οι πασχαλινές εθιμικές και λατρευτικές εκδηλώσεις ολοκληρώνονταν την Κυριακή του Πάσχα με τον Εσπερινό της Αγάπης.
Στα χωριά συνήθισαν επίσης, να κάνουν γλέντια τα οποία διαρκούσαν μέχρι την Τρίτη μέρα του Πάσχα.



