Γράφτηκε από τον/την Romfea.gr. Πέμπτη, 07 Δεκεμβρίου 2017

prosopa 1Του Αγγέλου Ν. Πάκλαρα, Θεολόγου για την Romfea.gr


"Εάν εμοί τις διακονή, τιμήσει αυτόν ο Πατήρ." (Ιωάν. ΙΒ' 26)

Αναμφισβήτητα και αρκετά συχνά μέσα εις την εκκλησιαστική ιστορία, συμβαίνουν πολλάκις, διάφορα γεγονότα που κάποια από αυτά εκτός του ότι είναι κατά πάντα άδικα, είναι και πειρασμικά.

Αποτέλεσμα αυτών, να πικραίνονται αθώες ψυχές, που διηκόνησαν, όλον τους το ζην, με αυταπάρνηση και ένθερμο ζήλο, την Εκκλησία του Χριστού.

Όπως χαρακτηριστικώς ανέφερε συχνά ένας μακαριστός Μητροπολίτης των Νέων Χωρών, " και Αρχιερέα να σε κάμουν, σταυρό βαρύτατο δοκιμασιών, θα φέρεις εις τους ώμους σου..."

Εις εξ αυτών, των αδικημένων ψυχών, θα δύναται να συγκαταλεχθή και ο μακαριστός Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντίνος Βαλιάδης, ο Ε'.

Ο βίος του πνευματικός και με υποτακτικούς του, οι οποίοι αργότερον ηγίασαν...

Εγεννήθη τον Νοέμβριο του 1834, εις τα Βέσσα, Χίου, υιός του πρεσβυτέρου Νικολάου.

Εις ηλικία μόλις εννέα ετών εστάλη εις την Ι. Μονή Αγίου Γεωργίου, Καλλιμασιάς.

Απο πολύ νέος κατέστη άριστος γνώστης της βυζαντινής μουσικής και συνεδέθη μέσω του διδασκάλου του, με τον τότε Μητροπολίτη Χίου Σωφρόνιο, τον μετέπειτα Οικουμενικό Πατριάρχη.

Αφού συνεπλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές εστάλη από τον γέροντά του πλέον, Χίου Σωφρόνιο, εις την Θεολογική Σχολή της Χάλκης, εκ της οποίας απεφοίτησε αριστούχος το έτος 1857.

Όταν ο πνευματικός του πατήρ, μετετέθη εις την Μητρόπολιν Αμασείας, τον ακολούθησε εις Σινώπην, παρά το πρόβλημα υγείας που ξαφνικά του παρουσιάσθη και το οποίο τον ηνάγκασε να παραμείνη, αρκετό διάστημα εν Αθήναις, προς ίασίν του.

Όταν ο Αμασείας Σωφρόνιος εξελέγη Οικουμενικός Πατριάρχης, κατέστη συνεργάτης και γραμματέας του, εις το Πατριαρχείον.

Την 6ην Φεβρουαρίου 1864, εορτήν του Αγίου Φωτίου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, χειροτονείται διάκονος από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Σωφρόνιο, εις τον Ι. Ναό Αγίας Τριάδος Χάλκης.

Τον Δεκέμβριο του 1866, ο Πατριάρχης Σωφρόνιος, απεσύρθη εκ του Οικουμενικού θρόνου και παρέμεινε εις την Πρίγκηππον, μετά του υποτακτικού του, διακόνου Κωνσταντίνου.

Εν συνεχεία τον απέστειλε απο πατρικό ενδιαφέρον και κατόπιν συστάσεώς του, εις Στρασβούργον και Χαιδελβέργην, επί τρία έτη, προς περαιτέρω συμπλήρωσιν των σπουδών του.

Ο διάκονος Κωνσταντίνος επέστρεψε εις την Πόλιν τον Αύγουστον του έτους 1872 και η Σύνοδος όρισε αυτόν, εκ νέου γραμματέα της.

Μετά το τέλος της Συνόδου ο πρώην Κωνσταντινουπόλεως Σωφρόνιος εξελέγη Πατριάρχης Αλεξανδρείας.

Ο Κωνσταντίνος τον ηκολούθησε και εκεί, όχι όμως δια βραχύ διάστημα, διότι το κλίμα επηρέασε την υγεία του και επέστρεψε εις Κωνσταντινούπολιν το 1873.prosopa 2

Εις τον Πατριαρχικό Θρόνο ήτο ο Ιωακείμ ο Β', εκ Χίου και αυτός καταγόμενος, ο οποίος τον προσέλαβε λόγω των πολλών ικανοτήτων του, ως ιδιαίτερό του και αργότερον ως Αρχιγραμματέα της Ι. Συνόδου.

Στις 30 Ιανουαρίου 1874, χειροτονείται πρεσβύτερος και αρχιμανδρίτης από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Ιωακείμ, τον Β'.

Τη 28 Ιανουαρίου 1876, εκλέγεται Μητροπολίτης Μυτιλήνης και χειροτονείται εις τον Πατριαρχικό Ναό, από τον ίδιο Πατριάρχη.

Επί των ημερών του ίσως ήταν ο μοναδικός Ιεράρχης, απαράμιλλος γνώστης και τηρητής της τυπικής και εκκλησιαστικής τάξεως.

Εποίμανε την Μητρόπολη Μυτιλήνης με σύνεση και νηφαλιότητα.

Διετέλεσε δύο φορές μέλος της Ι. Συνόδου, ενώ υποδειγματική, υπήρξε η θέλησίς του δια την πιστή και ακριβή τήρηση των εθνικών κανονισμών.

Εισήλθε τρείς φορές εις το τριπρόσωπο των πατριαρχικών εκλογών.

Εις τας 30 Απριλίου 1893, εξελέγη Μητροπολίτης διά την Γεροντική Μητρόπολη Εφέσου.

Μετά την παραίτηση του Οικουμενικού Πατριάρχου Ανθίμου του Ζ', ο τοποτηρητής του Θρόνου, Εφέσου Κωνσταντίνος, στις 30 Μαρτίου 1897, συγκαλεί εκλογική συνέλευση εκ 79 μελών, προς πλήρωσιν του Οικουμενικού Θρόνου και αποστέλλεται ο κατάλογος 20 υποψηφίων.

Απο την Υψηλή Πύλη, διαγράφονται τα ονόματα των Μητροπολιτών, Καισαρείας Ιωάννου, Ηρακλείας Γερμανού, Δέρκων Καλλινίκου,.Ανδριανουπόλεως Κυρίλλου και Σμύρνης Βασιλείου.

Εις την β' συνεδρία της 2ας Απριλίου, του ιδίου έτους, καταρτίζεται το τριπρόσωπον, εκ των οποίων λαμβάνουν, ο πρώην Κωνσταντινουπόλεως Ιωακείμ ο Γ', 42 ψήφους, ο Εφέσου Κωνσταντίνος 47 και ο Νικομηδείας Φιλόθεος 44.

Εις την, εν τω Ναώ, ψηφοφορία, νέος Οικουμενικός Πατριάρχης αναδεικνύεται ο Εφέσου Κωνσταντίνος με 10 ψήφους, 3 δοθεισών εις τον Ιωακείμ τον Γ' και 1 ψήφος εις τον Αμασείας Άνθιμον.

Τη 7η Απριλίου 1897, εγένετο η πολιτική εγκαθίδρυσις του και λίγο αργότερον η επίσημος ενθρόνισίς του εις τον Πατριαρχικόν Ναόν.

prosopa 3Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντίνος ο Ε', λόγω των πολλών αρετών που διέθετε,του ειρηνοποιού, συμβιβαστικού και μετριοπαθούς χαρακτήρος του αλλά και της μεγάλης προσωπικότητάς του, εξελέγη επαξίως εις τον Οικουμενικό Θρόνο, ενώ σημαντικό ρόλο, είχε διαδραματίσει και η νηφαλιότητα που υπήρξε εκείνες της ημέρες μεταξύ των ιωακειμικών και αντιωακειμικών ομάδων.

Έδωσε μεγίστη ώθησιν εις το θείον κήρυγμα, κηρύττων ο ίδιος αλλά και διά της ιδρύσεως εις τας ενορίας θρησκευτικών συλλόγων και της τοποθετήσεως ικανών Ιεροκηρύκων.

Προνοία του ανεσυστήθη ο εκκλησιαστικός μουσικός σύλλογος, ιδρύων σχολή βυζαντινής μουσικής και έκδοσιν μουσικού περιοδικού.

Με επιτυχία επέλυσε τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετώπισε καθ' όλη τη διάρκεια της πατριαρχείας του, όπως το Αγιορειτικόν, το Σκοπιακόν, το Κρητικόν, το Κυπριακόν και το Αλεξανδρινόν.

Προσπάθησε να έλθει εις αδελφική επαφή με το πατριαρχείο Αντιοχείας.

Με προσωπικές του φροντίδες ίδρυσε ιερατικό ταμείο, βελτιώσας της οικονομικής θέσεως των πρεσβυτέρων και διακόνων καθώς και του εθνικού ταμείου. 

Το έτος 1898 ώρισε συνοδική επιτροπή προς έκδοσιν της Καινής Διαθήκης, υπό των Μητροπολιτών Σάρδεων Μιχαήλ και Σταυρουπόλεως Αποστόλου. Η έκδοσις αυτή ολοκληρώθη το 1904, αναλώμασι του πρώην πλέον Κωνσταντινουπόλεως Κωνσταντίνου του Ε' και αποτέλεσε έκτοτε την επίσημον πατριαρχικήν έκδοσιν της Καινής Διαθήκης.

Επίσης συνέβαλεν εις την έκδοσιν του τυπικού της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, των λειτουργικών βιβλίων, του Ωρολογίου και του Ιερατικού. 

Επί των ημερών της Πατριαρχείας του προεβίβασε όλες τις Επισκοπές της Μακεδονίας εις Μητροπόλεις. 

Διατηρούσε άριστες σχέσεις με το Πατριαρχείον Μόσχας και τον Τσάρον Νικόλαον τον Β',αποστέλλοντάς του υπομνήματα συντεταγμένα μετά πολλής περισκέψεως, εις τα οποία ανέλυε τα υπό των πανσλαβιστών εντός της Ορθοδόξου Ανατολής, αναλαμβανόμενα σχέδια.

Λίγο προτού παυθεί, με προσωπική του παράκλησιν προς την Αυτοκρατορική Κυβέρνηση, επέτυχε να ανοίξουν οι κεκλεισμένες Εκκλησίες της Μακεδονίας, χάριν των Ορθοδόξων Χριστιανών. 

Άμεσος και στενός του συνεργάτης, αλλά και αδελφός ηγαπημένος ήταν ο Μητροπολίτης Δέρκων Καλλίνικος, ενώ εις την Μεγάλη Πρωτοσυγκελλία, είχε τοποθετήσει τον Αρχιμανδρίτη Χρυσόστομο Καλαφάτη, πνευματικό του τέκνο τον μετέπειτα μητροπολίτη Άγιο Σμύρνης.

Δυστυχώς ο Πατριάρχης απασχολημένος με τα διοικητικά και πνευματικά θέματα του Πατριαρχείου, δεν αντελήφθη εγκαίρως το επερχόμενο ορμητικό ρεύμα του ιωακειμισμού, το οποίο ξεκίνησε μεν, τον Φεβρουάριον του 1901, αλλά κορυφώθηκε αρχές Μεγάλης Εβδομάδος! 

Όταν τον Ιούλιο του 1899, εκοιμήθη ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Σωφρόνιος ο Δ', οι αντίπαλοι του Ιωακείμ του Γ', οι αντιωακειμικοί, προσεπάθησαν με κάθε τρόπο να prosopa 5αποστείλουν ως διάδοχό του Σωφρονίου, τον Ιωακείμ, ούτως ώστε να μην καταλάβη εκ νέου, τον Οικουμενικό Θρόνο.

Ο πρώην Κωνσταντινουπόλεως Ιωακείμ, ο Γ', δεν απεδέχθη τας προτάσεις των.

Η κατάστασις περιεπλάκη όταν μετά την λήξιν της β' συνοδικής περιόδου, αντί των Μητροπολιτών Δέρκων Καλλινίκου και του Βεροίας Κωνσταντίνου, καθίστανται συνοδικοί οι Ιωαννίνων Γρηγόριος και Προύσης Ναθαναήλ, αμφότεροι και οι δύο ιωακειμικοί...

Ο δε ιωακειμικός Μητροπολίτης Ηρακλείας Γερμανός, ο οποίος ουδεμία επαφή είχε με τον Πατριάρχη, παρακολουθούσε από την Χαλκηδόνα, όπου διέμενε μετά πολλής ικανοποιήσεως τα επερχόμενα γεγονότα...

Την 28η Οκτωβρίου 1901, παρά τις έντονες αντιδράσεις του Πατριάρχου Κωνσταντίνου, εκλέγεται Μητροπολίτης Μελενίκου, ο αρχιμανδρίτης Ιωακείμ Φορόπουλος πνευματικό ανάστημα του Ιωακείμ του Γ'...

Τοιουτοτρόπως οι ιωακειμικοί αρχιερείς, άρχισαν να έχουν την πλειοψηφία εν τη συνόδω...

Αλλά και εις το εθνικό μεικτό συμβούλιο οι νέοι λαικοί αντικαταστάτες των αποχωρησάντων, ήσαν όλοι επίσης ιωακειμικοί...

Συμφώνως με τα γραφόμενα του Κωνσταντίνου Σπανούδη, "το πατριαρχικόν δράμα του Κωνσταντίνου, ήρχισε 25η Μαρτίου, Κυριακή των Βαίων του έτους 1901.."

Την ίδιαν ημέρα κατά τις εορταστικές εκδηλώσεις του Παρθεναγωγείου, της κοινότητος Σταυροδρομίου, αντηλλάγησαν ακροβολιστικοί υπαινιγμοί και κάποια μικρά επεισόδια κατά των ιωακειμικών, ως προς το πρόσωπον του Κωνσταντίνου, η δε αυλή του Πατριάρχου, του επισήμαναν, ότι επέρχεται κίνδυνος έκπτωσης εκ του θρόνου του...

Την Μεγάλην Δευτέραν, 26 Μαρτίου, οι εκπρόσωποι της πλειοψηφίας των δύο σωμάτων, απέστειλαν εις το γραφείον του Πατριάρχου, τον Μητροπολίτη Μηθύμνης Στέφανον, ο οποίος διεμήνυσε εις τον Παναγιώτατον, ότι λόγω και του βεβαρημένου της υγείας του και εν όψει των κουραστικών ακολουθιών της Μ. Εβδομάδος, αλλά και ως προς την σωστήν αντιμετώπισιν των εθνικών και εκκλησιαστικών θεμάτων, θα ήτο ωφελιμώτερον δι' αυτόν να παραιτηθή του Θρόνου του...

Ο Πατριάρχης απήντησε ότι η υγεία του, ήτο αρίστη και ότι κανένα εθνικό ή εκκλησιαστικό θέμα διέτρεχε κάποιο κίνδυνο, επεσήμανε δε, ότι είναι αντικανονικόν και ασεβές, αρχιερείς να υποδεικνύουν εις τον Πατριάρχην να παραιτηθή!

Μεγάλη Τρίτη, οι εκπρόσωποι της πλειοψηφίας των δύο σωμάτων, συγκεντρώθησαν εις το Πατριαρχείον.

Ο Α' τη τάξει εκ των Μητροπολιτών, Ανδριανουπόλεως Κύριλλος, διεβίβασε εις τον Μέγα Πρωτοσύγκελλο Χρυσόστομον, να ανακοινώση εις τον Πατριάρχην, ότι "λόγω σοβαρών θεμάτων", θα εγένετο συνεδρίασις.

Ο Πατριάρχης δεν εδέχθη, εντός του πένθους της Μ.Εβδομάδος, να λάβη χώρα οτιδήποτε, διαμηνύοντας πάσα συνεδρία να αναβληθή, μετά τας εορτάς.

Τότε οι εκπρόσωποι, μη υπακούοντες, συνήλθαν εις την αίθουσα της Αρχιγραμματείας, υπό την προεδρία του Ανδριανουπόλεως Κυρίλλου και συνέταξαν το εξής κείμενο: "Εφ' ω γενομένης σκέψεως, εν αυτοίς περί των οσημέραι εις παραλυσίαν βαινόντων, πραγμάτων της Εκκλησίας, ένεκα της αδυναμίας και ανεπαρκείας της Αυτού Θειοτάτης Παναγιότητος προς διακυβέρνησιν των εκκλησιαστικών και εθνικών συμφερόντων, η παρούσα συνέλευσις των δύο σωμάτων απεφήνατο, όπως παρακληθή η Α.Θ.Παναγιότης, ίνα υποβάλη της εαυτής παραίτησιν από των της πατριαρχείας καθηκόντων".

Επιτροπή κατόπιν εκ των Μητροπολιτών Ανδριανουπόλεως Κυρίλλου, Προύσης Ναθαναήλ και Κορυτσάς Γερβασίου, παρέδωσε το πρακτικόν εις τον Πατριάρχην.

Αυτός αναγινώσκοντάς το, το επέστρεψε και ηρνήθη να παραιτηθή.

Τότε τα δύο σώματα τον εκήρυξαν έκπτωτο του Οικουμενικού Θρόνου και αφού υπεγράφη το κείμενο υπό όλων, εστάλη εις την οθωμανική κυβέρνηση και εις το Υπουργείον Δικαιοσύνης και θρησκευμάτων.

Ο Πατριάρχης Κωνσταντίνος, συνέχισε πάραυτα να κατέρχεται και να χοροστατή όλων των Ακολουθιών της Μ. Εβδομάδος.

Την πρωίαν της Μεγάλης Τετάρτης, μετά την Θείαν Προηγιασμένην, απέστειλε ο ίδιος ο Πατριάρχης προς τον Υπουργόν έγγραφον εντόνου διαμαρτυρίας, ως προς την απαράδεκτον απόφασιν της συνόδου.

Η κυβέρνησις απέστειλε εις το Πατριαρχείο, τμηματάρχην του Υπουργείου, υπεύθυνον επί των εκκλησιαστικών ζητημάτων, όπου από κοινού μετά του μεγάλου λογοθέτη, προσεπάθησαν να διευθετήσουν το πρόβλημα και των δύο πλευρών, μεσούσης της Μ.Εβδομάδος, αλλά δυστυχώς, όλες οι προσπάθειες απέβησαν άκαρπες.

Μεγάλη Πέμπτη, πρωία συνήλθον και πάλι τα δύο σώματα και απέστειλαν επιτροπή εκ των Μητροπολιτών Χίου Κωνσταντίνου και Γρεβενών Δωροθέου και δύο λαικών, ζητώντας από τον ίδιο τον Υπουργό να δοθεί επιτέλους, ένα τέλος εις αυτήν την μεγάλη πατριαρχική κρίσιν.

Όντως Μεγάλη Παρασκευή, πρωία, πριν την ακολουθία (!), εκπρόσωπος του Υπουργείου, ο Ζιβέρ Βέης μετά του μεγάλου λογοθέτου, Σταυράκη Αριστάρχου, προσήλθαν εις τον Πατριάρχη, του ανακοίνωσαν εκ νέου την απόφασιν της συνόδου και του είπαν να υποβάλλη την παραίτησίν του.

Ο Πατριάρχης, ένδακρυς αρνήθη εκ νέου να παραιτηθή.

Τότε ο Ζιβέρ Βέης ανέγνωσε το αυτοκρατορικό και υπουργικό διάταγμα, αποδεχόμενος την απόφασιν των δύο σωμάτων της παύσεως του Πατριάρχου και δοθείσης της εντολής προς εκλογήν τοποτηρητού του Πατριαρχικού θρόνου, ανεχώρησε εκ του Πατριαρχείου.

prosopa 6Η Σύνοδος ευθύς αμέσως, συνελθούσα εις έκτακτον συνέλευσιν, υπέγραψαν το επίσημον έγγραφον του Υπουργού, έντεκα από τα μέλη της, πλην του Μητροπολίτου Μεσημβρίας Χαρίτωνος, ο οποίος αν και προσεκλήθη από της Μ. Τρίτης, ηρνήθη να παρευρεθή εις όλας τας συνεδριάσεις της Συνόδου.

Με ψήφους 14 και των δύο σωμάτων, εξελέγη τότε, τοποτηρητής, ο Προύσης Ναθαναήλ...

Ο Πατριάρχης υπέβαλλε αυθημερόν β' έγγραφον διαμαρτυρίας προς τον Υπουργόν, άνευ όμως αποτελέσματος.

Κατόπιν κατήλθε εις τον Πατριαρχικόν Ναόν, εν μέσω ψυχικής ταραχής και λογισμών διά την τέλεσιν της πρωινής Ακολουθίας της Αγίας και Μ. Παρασκευής.

Επιστρέφων εις το γραφείον του και βλέπων ότι το έγγραφον είχε ήδη σφραγισθεί και υπό των δύο πλευρών, Εκκλησίας και Πολιτείας και ευρισκόμενος έμπροσθεν τοιούτου αδιεξόδου ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντίνος ο Ε', δίχως να υπογράψη την παραίτησίν του, απεφάσισεν να απέλθη απογοητευμένος και μόνος, το δειλινό και πριν την έναρξη της Ακολουθίας, από τα Πάνσεπτα Πατριαρχεία... 

Δυστυχώς οι δύο άμεσοι συνεργάτες του Δέρκων Καλλίνικος και Σμύρνης Χρυσόστομος δεν κατόρθωσαν να βοηθήσουν τον γέροντά τους, απέναντι όλης της συνόδου... 

Ο Πατριάρχης διέμεινε προσωρινώς, εις την, εν Μουχλίω Φαναρίου, οικία της ανηψιάς του και του γαμβρού του, Μητσάκη.

Ανέφερε δε χαρακτηριστικώς, ο βιογράφος Μαυρόπουλος Δημήτριος: "και έλαβε χώραν τούτο το πρωτοφανές εις τα χρονικά της ιστορίας του πατριαρχικού θρόνου γεγονός, την μεν πρωίαν, κατά τας Βασιλικάς Ώρας και τον Μέγα Εσπερινό της Αποκαθηλώσεως, να χοροστατή ο Οικουμενικός Πατριάρχης, το δε εσπέρας, εις την ακολουθίαν του Επιταφίου και του όρθρου του Μεγάλου Σαββάτου, παυθέντος τούτου, να χοροστατή ο τοποτηρητής του Θρόνου, Προύσης Ναθαναήλ...!!!"

Την 5ην Απριλίου 1901, ο Πατριάρχης απέστειλε επιστολή διαμαρτυρίας προς τους αρχιερείς, λέγων μεταξύ άλλων ότι, "...μετά βαθυτάτης θλίψις αλλά και σιωπής, υπεκύψαμεν και υπεχωρίσαμεν, χάριν της ειρήνης εν τη Εκκλησία και επαύθημεν του πατριαρχικού Θρόνου, κατεδικασθήκαμεν δε άνευ αιτίας και άνευ απολογίας, ουδέν κακόν πράξαντες.

Αλλά εάν Άγιοι Πατριάρχαι και προκάτοχοι ημών, όπως ο Άγιος Γρηγόριος, ο Θεολόγος, ο οποίος αποχώρησε εκ του Πατριαρχικού Θρόνου και άλλοι όπως ο Άγιος Ιωάννης, ο Χρυσόστομος, εν βία απεστάλησαν εις εξορίαν και ερημίαν, δοξάζοντες όμως πάντοτε το όνομα του Κυρίου, τι δυνάμεθα να είπωμεν ημείς;

Διηπορούμεν και διερωτώμεθα μόνον, εάν τα συμβάντα αυτά εγένοντο και εις ημάς και όμως εγένοντο και ουκ εξαπατηθώμεθα, ουδέ νυξ τα παρόντα και όναρ εφιαλτικόν...

Τι γαρ εποίσαμεν; Ποίον μέγα παράπτωμα ανεκαλύφθη εν τω ιδιωτικώ ή δημοσίω ημών βίω, ίνα εκπέσωμεν του Πατριαρχικού Θρόνου αίφνης, ούτω μάλιστα κατ' αυτήν την Αγίαν και Μ. Παρασκευήν;

Επί ποίων κανόνων εκρίθημεν ούτω και κατεκρίθημεν;

Ποίον έγκλημα επράξαμεν;

Ηδη από της Μ. Δευτέρας είχε βαφεί κάλαμος αποφάσεως κατά της εμού μετριότητος και εάν και ο αδελφός, Άγιος Ιωαννίνων Γρηγόριος, μου απεκάλυψεν ότι ουδεμία κατηγορίαν εύρον, εν τη Συνόδω, όσον αφορά το πρόσωπόν μου και την βιοτήν ή τα έργα μου, ο προσωπικός μου Γολγοθάς ήδη εφάνταζε εμπρός μου και εβάδιζον προς το σταυρωθήναι...

Το άλγος ήτο ημίν μέγα...

Είη μάρτυς των λόγων ημών ο Κύριος...

Ταύτη εισίν η φωνή της των πραγμάτων αληθείας.

Ικετεύομεν τον Ουράνιον Νυμφίον της Εκκλησίας, όπως καταπαύση παν σκάνδαλον και πάσαν διαίρεσιν και γινόμενος ίλεως προς ημάς και προς πάντας καθοδηγεί ασφαλώς την Εκκλησίαν Αυτού και σεπτήν ημών Μητέρα, εις την οδόν της ευαγγελικής και κανονικής αληθείας.

Ο αδέκαστος Κριτής πάντων ημών, κρίνει ημάς..." έγραφε.

Υπέγραψε, ως: "Ο ούτω πεπαυμένος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Κωνσταντίνος..."

Την 4η Μαίου 1901, απεσύρθη εφησυχάζων οριστικώς εις την προσωπικήν του οικίαν, εις Χάλκην, όπου και διέμεινε το υπόλοιπον της ζωής του.

Η υγεία του ήτο ήδη βεβαρημένη από ετών, πάσχων εκ διαβητικού νοσήματος αλλά και είχε επιδεινωθή με την πάροδον των χρόνων, εξ όλων αυτών των θλιβερών γεγονότων, εξαιρέτως το τελευταίον εξάμηνον.

Εκοιμήθη ειρηνικώς, τη 27η Φεβρουαρίου 1914, εν τη οικία του, εις την Χάλκη.

Το σκήνος του μετεφέρθη εν πομπή, εις το καθολικόν της Ι.Μονής της Χάλκης, υπό των Μητροπολιτών Νεοκαισαρείας Πολυκάρπου, του πνευματικού του υιού, Σμύρνης Χρυσοστόμου, Αγκύρας Γερβασίου και Βιζύης Ανθίμου.

Της εξοδίου ακολουθίας την 2αν Μαρτίου, προέστη ο τότε Οικουμενικός Πατριάρχης Γερμανός ο Ε' παρουσία όλων των μελών της Ιεράς Συνόδου.

Τον επικήδειο εκφώνησε ο Σελευκείας Γερμανός, ενώ σύντομον συγκινητικό λόγο απηύθυνε και ο τότε Πρωτοσύγκελλός του, Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος, πιστό, πνευματικό του ανάστημα. 

Ενεταφιάσθη όπισθεν του Ιερού Βήματος, του Ι. Ναού Αγίας Τριάδος Χάλκης, εκεί όπου έλαβε τον Α' βαθμό της Ιερωσύνης, μετά προσφιλών κεκοιμημένων προσώπων του.prosopa 4

Κατά τον μακαριστό πάλιν και λόγιο καθηγητή της θεολογικής Σχολής της Χάλκης, Βασίλειο Σταυρίδη, "το παράδειγμα του Κωνσταντίνου του Ε', αποτελεί την μόνην κατά την περίοδον από του 1860 και εξής, παύσιν Οικουμενικού Πατριάρχου κατά τους γενικούς κανονισμούς, άνευ της υπό του Πατριάρχου υποβολής τυπικής οικοιοθελούς παραιτήσεως, ήτις εις τοιαύτας περιστάσεις περιέσωζε τα προσχήματα..."

Ο Θυατείρων και Μεγάλης Βρεττανίας Γερμανός Στρηνόπουλος, έγραφε πολλά έτη μετά, το 1950, διά τον Πατριάρχη Κωνσταντίνο τον Ε' τα εξής: "Κωνσταντίνος ο Ε' και ως Ιεράρχης και ως Οικουμενικός Πατριάρχης αποδείχθη άξιος της Εκκλησίας, ήτις ανέδειξεν αυτόν. Δεν ανήκεν εις τας χειμαρρώδεις εκείνας φύσεις, αι οποίαι διά των εκτάκτων αλλ' ασταθμήτων πολλάκις εκρήξεών των, καταπλήσσουν προς στιγμήν, βαθύτερον όμως εξεταζόμεναι, ελάχιστα ίχνη αφήνουν της διαβάσεώς των.

Κατηνάλωσε μακρά έτη της ζωής του εις την πνευματικήν και εκκλησιαστικήν μόρφωσιν.

Χαρακτήρος ηπίου, το επισκοπικόν έργον αντελήφθη, όχι ως δεσποτικόν αξίωμα, αλλ' ως διακονίαν Χριστού, την οποίαν επληροφόρησε πάντοτε.

Ηγαπήθη λίαν εις αμφοτέρας τας Μητροπόλεις τας οποίας εποίμανε και ως Οικουμενικός Πατριάρχης, εγνώριζε να βαστάζη υψηλά το Πατριαρχικόν αξίωμα...

Ήτο ένας μορφωμένος, κατηξιωμένος, αξιοπρεπής, ευσεβής και ενάρετος Ιεράρχης."

Επί του μνήματός του εγράφη: "Κωνσταντίνος ο Ε', Οικουμενικός Πατριάρχης. 1897-1901.

Ερρίζωσεν εν λαώ δεδοξασμένω, ως κέδρος ανυψώθη, ως άμπελος εβλάστησε χάριν.

Το μνημόσυνον αυτού υπέρ το μέλι γλυκύ." (Σειρ. ΚΔ')

Του μόλις, επί τεσσάρων ετών πατριαρχείας, αειμνήστου Πατριάρχου Κωνσταντίνου, του Ε', που επαναπαύεται "εις τον λόφον της ελπίδος", αιωνία αυτού, η μνήμη.


ΠΗΓΕΣ.

*Μιλήτου Αιμιλιανού Τσακοπούλου,
"Επισκοπικοί κατάλογοι του Οικουμενικού Πατριαρχείου."
*Θυατείρων Γερμανού, "Επικείδιος. Κωνστσντίνοςο Ε',Οικουμενικός Πατριάρχης."
*Γριτσοπούλου Αθανάσιος,
"Κωνσταντίνος ο Ε', ο Βαλιάδης.
*Σπανούδης Κωνσταντίνος,
"Ιστορικαί σελίδες."
*Σταυρίδη Βασιλείου,
"οι Οικουμενικοί Πατριάρχαι 1860 έως σήμερον."
*Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια.
*Πρωτοσυγκέλλου Χρυσοστόμου Καλαφάτη, "Λόγος εκφωνηθείς τη Αγία και Μ. Παρασκευή."
*Καραβέλλη Μιλτιάδου, "Κωνσταντίνος ο Ε', Χάλκη."
*Κωνσταντινίδου Γρηγορίου,
"Προσλαλιά επί τη αναρρήσει εις τον Οικουμενικόν Θρόνον Κωνσταντίνου του Ε'.
*Μαυροπούλου Δημητρίου,
"Πατριαρχικαί Σελίδες"
*Αθανασιάδου Έλενας,
"Οι από της Αλώσεως και εντεύθεν πατριαρχεύσαντες."

Εμφανίσεις: 78299
Γίνετε ενεργά η πηγή του Romfea.gr! Στείλτε ειδήσεις και φωτογραφίες που πιστεύετε πως ενδιαφέρουν τους αναγνώστες στο [email protected]
FOLLOW ROMFEA: