Γράφτηκε από τον/την Romfea.gr. Τρίτη, 02 Ιανουαρίου 2018

agantonios21

Του Αρχιμ. Πορφυρίου, Καθηγουμένου της Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου Βέροιας


Ο χρόνος νοηματοδοτείται στον καθένα μας από κάποια στοιχεῖα προσωπικού ενδιαφέροντος.

Γιά εμάς, η 1η Ιανουαρίου είναι απλά η πρώτη μέρα του Γενάρη και η πρώτη του οικονομικού νέου έτους. Το δικό μας έτος, το εκκλησιαστικό μας, άρχεται την πρώτη Σεπτεμβρίου μηνός, ας μην το ξεχνάμε.

Όμως η μέρα αυτή του Ιανουαρίου, μία όπως και οι άλλες, με δέκα ώρες φως ημέρας και 14 ώρες νύκτα, παίρνει νόημα από την μνήμη του Μεγάλου αγίου Βασιλείου, που μας μίλησε με λόγια ουράνια, μας ερμήνευσε την Εξαήμερο, και κατεκόσμησε την Αγία μας Εκκλησία με τις αρετές και το θεοπρεπές έργο του.

Επίσης η ημέρα νοηματοδοτείται από την δεσποτική εορτή της Περιτομής του βρέφους Ιησού, που λαμβάνει όνομα τῃ ογδόῃ ημέρᾳ.

Μακριά από εμάς λόγος γιά το «καλό» της χρονιάς, και ευχές ανούσιες, που αξίζουν μόνο γιά να τις λες και να ξεγελάς και να ξεγελιέσαι γιά το «καλό» του εναρξαμένου έτους.

Γέλα με να σέ γελώ, να περνούμε τον καιρό».

Αν άλλαζαν τα πράγματα με τα λόγια και ευχολόγια, τότε ο κόσμος θα ήταν αλλιώς. Αλλά, γιά να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολύ, κατά τον ποιητή μας.

Γιά το Μοναστήρι μας, όμως, και την τοπική μας Εκκλησία, την αποστολική Εκκλησία της Βέροιας, η 1η Ιανουαρίου έχει ακόμα ένα, βασικό, νόημα.

Όσο και αν δεν το θυμόμαστε οι Βεροιωτάδες, την πρώτη Ιανουαρίου, μάλλον το 950, όπως το είδαμε σε υπολογισμούς χρονολογικούς, χειρόγραφους, σε ένα βιβλίο στην Βιβλιοθήκη της Μονής, απεβίωσε ο Όσιος Αντώνιος, ο κατοπινός πολιούχος και προστάτης της Πόλεώς μας.

Ο ησυχαστής και μέγας σπηλαιώτης Αντώνιος.

Αυτός που έζησε κατ΄ αρχάς ως κοινοβιάτης υποτακτικός και στην συνέχεια ως σπηλαιώτης, παρά το χείλος του ποταμού.

Δέχτηκε τις επιθέσεις του μισοκάλλου ως φουσκωμένο κύμα του νερού, και ως θηρία ανήμερα, προσομοιάζοντας στον ομώνυμό του Αιγυπτιώτη όσιο.

«πρώτην δέ τότε ο Ἰανουάριος ἦγε μήν, καί ἐπ’ ἐδάφους ὕπτιος πεπτωκώς καί τάς χεῖρας αὐτοῦ σχηματισάμενος σταυρικῶς, ψαλμούς τε προσειπών τῷ καιρῷ ἑοικότας καί εἰς «χεῖρας σου παρατίθημι τό πνεῦμαά μου» τελευταῖον προσεπειπών τοῖς ἀπάγουσι τοῦτον φωτοειδέσιν ἀγγέλοις ἡδέως ἀπέψυξεν». (Βίος του Καστορίας, 16, 275), σημειώνεται στον Βίο του.

Και πώς βρέθηκε το τίμιο και πάνσεπτο λείψανο του αγίου μας;

Οι πλούσιοι βγήκαν γιά κυνήγι, χρονιάρες μέρες, και δεν σκέφτηκαν να πάρουν την ευχή του αγίου, που σίγουρα ήξεραν πού ζούσε. Αυτά οι άνθρωποι.
Όμως ο Θεός, όταν θέλει, δίνει φωνή και στην όνο του μάντεως πάλαι Βαλαάμ. Τότε έβαλε την γαϊδουρίτσα να μιλήσει.

Τώρα, με τον Αντώνιο, τί κάνει; Βάζει τα σκυλιά, να ξεσηκώνουν τον κόσμο με τα γαυγίσματά τους.

«Οἱ δέ περί αὐτούς κύνες ... φωναῖς καί ὑλακαῖς ἐχρῶντο καί ἐλαλάγιζον» Βίος του Καστορίας, 17, 294. Θαυμάσιες λέξεις. Αθάνατη και αιώνια ελληνίδα γλώσσα.
Ελαλάγιζον οι κύνες, λοιπόν.

Γαύγιζαν τα κυνηγετικά σκυλιά, και, σαν το αστέρι των Μάγων, οδήγησαν τους κυνηγούς στο σπήλαιο δίπλα στην κοίτη τού Αλιάκμονα, που ακόμα δεν μπόρεσα να καταλάβω αν βρισκόταν από την μεριά τού Βερμίου ή στις λόχμες τών Πιερίων.

Τα σκυλιά ελαλάγιζον, και οι κυνηγοί τά ακολούθησαν, νομίζοντας πως βρήκαν μεγάλο θήραμα, κανένα ελάφι, ζαρκάδι ή και αγριογούρουνο.

Βρήκαν, αλλά δεν ήταν αγρίμι, αλλά πλούτος άμετρος και ασύλλητος. Μέσα στην σπηλιά που ευωδίαζε, ο Αντώνιος ήταν ξαπλωμένος, γυρισμένος προς την Ανατολή, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. και μία κανδήλα αναμμένη, έφεγγε μπροστά του, χωρίς να κρέμεται ή να είναι στερεωμένη κάπου, «διαέριος».

«Αλλά καί άνθρωπίνην χεῖρα ὁρῶντες οἱ κυνηγοί ἐναέριον» έφτασαν στο σπήλαιο.

Δεκαέξι μέρες έκαναν να φτάσει ο άγιος στην Βέροια.

Πέρασε από τον κάμπο, αγίασε και έδωσε όνομα στα χωριά της Επισκοπής Βεροίας, δεν πέρασε από χωριά της γειτονικής Επισκοπής Δρουγουβιτίας, της Τραχοβίστας, δηλαδή στο Καμποχώρι, και έφτασε στην πόλη.

Έσπασε, λέει ο ανώνυμος λαϊκός βιογράφος, ο ζυγός από τα τριοτάρικα άζευτα δαμάλια, στην μουριά, μπροστά στο πατρικό του. Και εκεί έθαψαν το αθλητικό οσιακό λείψανο.

Με πόση ευλάβεια προσκύνησαν οι εκκλησιαστικοί;

Το γράφει ο Βίος: Ο τότε αρχιερέας, με τους λοιπούς κληρικούς του: πρός τό σπήλαιον ἔρχεται καί τό ἅγιον ἐκεῖνο σῶμα καταλαβόντες, τούτῳ περιχυθέντες καί τῆς ἐκεῖθεν ἐκπνεούσης εὐωδίας ἱκανῶς ἄγαν ἐμφορηθέντες καί μεθ’ ὅσης οὐκ ἄν τίς εἰπῃ ἡδονῆς.» Βίος του Καστορίας, 19, 325-328.

Και το τίμιο λείψανο, «δεκάτην τότε πρός τῇ ἑβδόμῃ τοῦ Ἰανουαρίου μηνός ἄγοντος» ἔφθασε στην πόλη και το εναπέθεσαν, το έθαψαν δηλαδή, στον ναό της Παναγίας, που ονομαζόταν Καμαριῶτις.

Η πρώτη, λοιπόν, Ιανουαρίου μηνός είναι η ημέρα της κοιμήσεως, άρα και της μνήμης, του πολιούχου μας. Η 17η είναι η ημέρα που ο άγιος θάφτηκε στην Εκκλησσία της Καμαριώτισσας.

Σύμφωνα με τον Βιογράφο, είτε τον Μητροπολίτη Καστορίας είτε τον Κωμανίτζη, πήραμε αφορμή σήμερα να μιλήσουμε γιά τον διασώστη της φτωχής μας ζωής, μαζί με όσους τυχόν τον θυμήθηκαν, σήμερα, «τῶν θείων δωρεῶν μεγάλως συναπολελαυκότες ἀφθόνως ὄντες καί συναπολαύοντες».

Διάβασα τόσα μηνύματα, γιά τις άγιες ημέρες του Δωδεκαημέρου, και ειδικά γιά την πρωτομηνιά.

Τί κρίμα να μάς διακατέχει ο φόβος γιά το άγνωστο αύριο, που θέλουμε να τό ξορκίσουμε με την δήθεν τύχη και τις ευχές, που ενώ τις εκφράζουμε, ξέρουμε πόσο φρούδες ελπίδες κρύβουν.

Αδελφοί, ο Θεός μας, ο Οκταήμερος Ιησούς, να ευλογεί τον καιρό της ζωής μας, και οι Άγιοι, αδελφοί μας και πατέρες μας, να νοηματοδοτούν την ύπαρξή μας, πάσας τας ημέρας της ενταύθα παροικίας μας.

Ας βάλουμε λίγον Χριστό στην καθημερινότητά μας. Ας μας δροσίσουν λίγο οι βίοι, με τα παλαίσματα των αδελφών και πατεράδων μας, δηλαδή των Αγίων της Εκκλησίας μας.

Όσιε Αντώνιε, μην αφήσεις να πάει χαμένος και ο φετεινός χρόνος, και ανώφελος. Αμήν.

Εμφανίσεις: 300571
Γίνετε ενεργά η πηγή του Romfea.gr! Στείλτε ειδήσεις και φωτογραφίες που πιστεύετε πως ενδιαφέρουν τους αναγνώστες στο [email protected]
FOLLOW ROMFEA: