Γράφτηκε από τον/την Romfea.gr. Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017

poreuthes

Γράφει ο Παναγιώτης Ἰ. Μπούμης στην Romfea.gr
Ὁμότ. Καθηγητής Παν/μίου Ἀθηνῶν


Ὅπως εἶναι γνωστό, ὁ προσηλυτισμός ἀποδοκιμάζεται ἀπό τίς προηγμένες κοινωνίες καί ἀπαγορεύεται ἀπό τίς σημερινές νομοθεσίες (συνταγματικές καί μή), γιατί θεωρεῖται κάτι τό μή θεμιτό, κάτι τό ὁποῖο ἀντιβαίνει στά δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου, καί τό ὁποῖο μάλιστα περιορίζει τήν ἐλευθερία τῆς συνειδήσεως τοῦ ἀτόμου, καί ἀντίκειται στή θρησκευτική καί τή γενικότερη ἐλευθερία τοῦ προσώπου.

Ἐξ ἀρχῆς πρέπει νά ἀναφέρουμε ὅτι πολύ χαρακτηριστικοί καί διαφωτιστικοί ἐπί τοῦ προκειμένου εἶναι καί οἱ ἑξῆς λόγοι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ: «Οὐαί ὑμῖν, γραμματεῖς καί Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι περιάγετε τήν θάλασσαν καί τήν ξηράν ποιῆσαι ἕνα προσήλυτον, καί ὅταν γένηται, ποιεῖτε αὐτόν υἱόν γεέννης διπλότερον ὑμῶν» (Ματθ. 23,15).

Ἀπό τούς λόγους αὐτούς φαίνεται ὅτι καί ὁ Κύριος ἀποδοκιμάζει καί καταδικάζει τόν προσηλυτισμό.

Ὅμως ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶναι ἐκεῖνος πού παραγγέλλει στούς ἀποστόλους: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτούς εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» (Ματθ. 28,19). Δηλαδή ὑποδεικνύει τό χριστιανικό κήρυγμα καί μαρτυρία, τήν ἱεραποστολή.

Κατόπιν τούτων θά διερωτᾶτο κάποιος: Ποιά, λοιπόν, εἶναι ἐκείνη ἡ διαχωριστική γραμμή, ἡ ὁποία διακρίνει καί διαφοροποιεῖ τήν ἱεραποστολή, τήν ὀρθόδοξη κατήχηση ἀπό τόν προσηλυτισμό;

Πῶς θά ἀντιδιαστείλουμε τίς δύο αὐτές ὅμοιες ἐνέργειες; Στή συνέχεια θά προσπαθήσουμε νά ἀπαντήσουμε, χαράσσοντας κατά τό δυνατόν μία διαχωριστική γραμμή μεταξύ αὐτῶν, βασιζόμενοι καί σέ ὁρισμένες ἀρχές ἤ κανόνες τοῦ δικαίου.

Ἀρχίζουμε νά σύρουμε, λοιπόν, αὐτή τή γραμμή, λέγοντας: Γιά νά ἀποδοκιμάζεται ἀπό τόν Κύριο ἤ νά ἀπαγορεύεται ἀπό τούς νόμους ὁ προσηλυτισμός, σημαίνει, ὅτι εἶναι κάτι κακό, κάτι τό ἄδικο, σημαίνει ὅτι εἶναι ἄδικη πράξη.

Γιά νά εἶναι καί νά χαρακτηρίζεται ὅμως μία πράξη προσηλυτιστική καί νά εἶναι πράξη ἄδικη καί γιά νά διαφοροποιεῖται ἀπό μία ἀνάλογη ἤ καί ὅμοια ἄλλη πράξη, ἡ ὁποία χαρακτηρίζεται χριστιανική μαρτυρία καί δέν θεωρεῖται ἄδικη, πρέπει νά καταφύγουμε μᾶλλον στήν ἐσωτερική διάθεση τοῦ πράττοντος, στό σκοπό του, στά ὑποκειμενικά του κίνητρα.

Πρέπει νά ἐρευνήσουμε καί νά διαπιστώσουμε, ὅπως λέμε στό δίκαιο, τά ὑποκειμενικά στοιχεῖα τοῦ ἄδικου.

Ὅπως εἶναι γνωστό, δύο κυρίως εἶναι τά ὑποκειμενικά στοιχεῖα τοῦ ἄδικου: Ὁ δόλος καί ἡ ἀμέλεια, καί μάλιστα ἡ βαρεία ἀμέλεια.

Καί ἐπειδή ἐδῶ πρόκειται περί δράσεως καί ἐνεργείας καί ὄχι περί παραλείψεως ἤ ἀδρανείας, πρέπει νά ἐξετάσουμε τά πράγματα, τουλάχιστον κατ' ἀρχάς, βάσει τοῦ ὑποκειμενικοῦ στοιχείου τοῦ δόλου.

Γιά τόν χαρακτηρισμό, λοιπόν, μιᾶς κατηχητικῆς πράξεως ὡς ἄδικης, ὡς προσηλυτιστικῆς, πρέπει νά ὑπάρχει ὁ δόλος, οἱ δόλιες διαθέσεις, ὁ δόλιος σκοπός.

Στήν ἐξεταζόμενη περίπτωση ὁ δόλιος σκοπός ἐκτός τῶν διαφόρων μεθόδων καί μέσων ἐπικεντρώνεται συνήθως στόν ἰδιοτελή σκοπό: Στό σκοπό νά ἰδιοποιηθοῦμε τόν προσηλυτιζόμενο, νά τόν κάνουμε «δικό μας», νά τόν κάνουμε ὀπαδό μας γιά δικό μας ὄφελος, γιά τή δική μας προβολή καί δόξα, γιά τή δική μας ὑλική ἐνίσχυση, γιά τή δική μας κοσμική ἰσχυροποίηση καί ἐπικράτηση.

Καί αὐτή ἴσως εἶναι ἡ ἁπλούστερη μορφή τοῦ δόλου ἤ τό ἐλαφρότερο περιεχόμενο τοῦ δόλου. Γιατί μπορεῖ νά ὑπάρχει καί ἡ συνθετότερη ἤ βαρύτερη μορφή.

Καί αὐτή εἶναι ἡ περίπτωση πού μᾶς ἀποκαλύπτεται ἀπό τούς λόγους τοῦ Κυρίου, ὅταν κατηγορεῖ τούς Φαρισαίους λέγοντάς τους, ὅτι, ὅταν κάνετε ἕνα προσήλυτο ἐν συνεχείᾳ «ποιεῖτε αὐτόν υἱόν γεέννης διπλότερον ὑμῶν» (Ματθ. 23,15).

Τόν κάνετε «υἱόν γεέννης», τόν φανατίζετε καί τόν ποτίζετε μέ τέτοιες ἰδέες, ὥστε κατορθώνετε νά «τόν κάνετε παιδί τῆς γεέννης (= τῆς κολάσεως) δυό φορές χειρότερον ἀπό σᾶς» (Π. Τρεμπέλα καί Ἰω. Κολιτσάρα, Ἑρμηνεία τῆς Καινῆς Διαθήκης).

Ἡ περίπτωση αὐτή εἶναι ἐκείνη ἡ μορφή τοῦ προσηλυτισμοῦ πού δέν ἔχει σκοπό μόνο τήν ὀπαδοποίηση ἤ ὁμαδοποίηση τοῦ ἄλλου, ἀλλά τή διάπλαση καί τή διαμόρφωση τοῦ ἄλλου ἀτόμου σύμφωνα μέ τό πρόσωπό μας, σύμφωνα μέ τόν ἑαυτό μας.

Καί μάλιστα ἡ διαμόρφωση αὐτή δέν εἶναι ἁπλή, ἀλλά διπλή, δύο φορές ἰσχυρότερη καί χειρότερη, οὕτως ὥστε νά ὁδηγεῖται ὁ ἄλλος στήν πλήρη παραμόρφωση καί καταδίκη του.

Δέν ἔρχεται ἁπλῶς στή δική μας θέση, δέν ἔχει τήν ἴδια τύχη μέ μᾶς, ἀλλά ἔχει μέ βεβαιότητα ἀθλιότερη κατάληξη.

Σημειώνουμε, ὅτι οἱ σχετικές αὐτές ἐνέργειες καί συνέπειες ὑποδηλώνουν μία ὑφέρπουσα ἤ ἐνυπάρχουσα βαρυτάτη μορφή δόλου, γιατί αὐτά μᾶς θυμίζουν λίγο πολύ καί τό ἔργο τοῦ διαβόλου.

Φθάνουμε νά γράφουμε αὐτά, γιατί καί ὁ διάβολος, ὅταν διέβαλε τούς λόγους τοῦ Θεοῦ στόν παράδεισο, εἶχε σκοπό νά παρασύρει, νά προσηλυτίσει τόν ἄνθρωπο, ἐπειδή, ὅπως φαίνεται, τόν ἤθελε μαζί του, «παρέα», στήν αἰώνια καταδίκη καί ἀπώλεια («στή γέεννα τοῦ πυρός»).

Ἐάν εἶναι, λοιπόν, αὐτός ὁ σκοπός τῆς διδασκαλίας μας καί ὄχι ἡ διαφώτιση τοῦ πλησίον μας, ὄχι ἡ διάθεσή μας νά τόν βοηθήσουμε, νά τόν ἐνισχύσουμε, νά τόν κάνουμε νά ὀρθοποδήσει καί νά ἀπελευθερωθεῖ, νά γίνει μία ἐλεύθερη προσωπικότητα, τότε κάνουμε προσηλυτισμό. Ἄν ἀντιθέτως ἔχουμε ὡς σκοπό τήν πρόοδό του καί τόν εὐαγγελισμό του, τότε ἀσκοῦμε ἱερή ἀποστολή.

Ἱεραποστολική δηλαδή εἶναι ἡ πράξη, ὅταν δέν ἔχει κέντρο καί σκοπό τό «ἐγώ» μας, τό ἴδιον ὄφελος, ἀλλά τό ὄφελος τοῦ ἄλλου. Ἀλλιῶς, ὅταν ἡ «ἱεραποστολική» μας δραστηριότητα ἔχει ὡς κέντρο καί σκοπό τό «ἐγώ» μας, τό εὐρύτερο ἤ τό στενότερο, τότε εἶναι προσηλυτισμός.

Αὐτά, νομίζουμε, τά ἀποτυπώνει πολύ ὡραῖα ἡ ἑλληνική λέξη προσήλυτος-προσηλυτισμός, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπό τόν ἀόριστο ἤ παρακείμενο τοῦ ρήματος προσέρχομαι (προσέρχεται-προσῆλθε-προσελήλυθε).

Ἔρχεται δηλαδή κάποιος πρός ἐμένα. Κάνω νά ἔλθει κάποιος πρός ἐμένα. Στόν προσηλυτισμό ἐγώ θέλω νά ἀποτελῶ τό κέντρο καί τό σκοπό αὐτοῦ πρός τόν ὁποῖο ἀπευθύνομαι.

Ἀντιθέτως στήν χριστιανική καί μάλιστα στήν Ὀρθόδοξη Κατήχηση τό κέντρο καί ὁ προορισμός εἶναι ὁ Χριστός καί τελικός σκοπός εἶναι ὁ Θεός-Πατήρ καί Δημιουργός. Σχετικά μέ αὐτά ἔχουμε τίς ἑξῆς διαβεβαιώσεις:

α) Τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου πού εἶπε: «Ὅν γάρ ἀπέστειλεν ὁ Θεός, τά ρήματα (λόγους) τοῦ Θεοῦ λαλεῖ» (Ἰω. 3,34).

β) Τοῦ ἰδίου τοῦ Ἰ. Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος λέει: «Ἡ ἐμή διδαχή οὐκ ἔστιν ἐμή, ἀλλά τοῦ πέμψαντός με» (Ἰω. 7,16). Καί διευκρινίζει χαρακτηριστικῶς καί σχετικῶς πρός τό θέμα μας: «Ὁ ἀφ' ἑαυτοῦ λαλῶν τήν δόξαν τοῦ πέμψαντος αὐτόν, οὗτος ἀληθής ἐστι, καί ἀδικία ἐν αὐτῷ οὐκ ἔστιν» (Ἰω. 7,18). Καθοριστικοί λόγοι γιά τό πότε μία διδαχή εἶναι ἀληθής καί δίκαιη καί πότε προσηλυτιστική καί ἄδικη, ὅπως προελέχθη.

Ἔτσι μία διδασκαλία καί μία κίνηση εἶναι ἱεραποστολική καί δέν εἶναι προσηλυτιστική, ὅταν δέν εἶναι ἐγωκεντρική. Τοῦτο, προκειμένου περί τῆς Ὀρθοδόξου κατηχήσεως, ἐπιτυγχάνεται καί πραγματοποιεῖται, ὅταν ἀκολουθεῖ καί τηρεῖ καί ὑπακούει στά κελεύσματα, στίς ἐντολές Ἐκείνου στόν Ὁποῖο ἀνήκει αὐτός στόν ὁποῖο ἀπευθυνόμαστε, αὐτός τόν ὁποῖο κατηχοῦμε.

Εἶναι γνήσια ἱεραποστολή, ὅταν διδάσκουμε τόν κατηχούμενο νά τηρεῖ καί αὐτός τίς ἐντολές ἐκείνου, πρός τόν Ὁποῖον θέλουμε νά τόν ὁδηγήσουμε καί ὄχι τίς δικές μας.

Γι' αὐτό καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέει: «Οὐαί δέ μοί ἐστιν ἐάν μή εὐαγγελίζωμαι» (Α΄ Κορ. 9,16). Δέν λέει ἐάν δέν διδάσκω γενικῶς τίς διάφορες θρησκεῖες, τίς διάφορες ἰδεολογίες ἤ κοσμοθεωρίες, ἀλλά λέει «ἀλλοίμονό μου, ἐάν δέν κηρύττω τό Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ».

Καί ἀλλοῦ πάλι ὁ ἀπόστολος Παῦλος αὐστηρότερα γράφει: «Καί ἐάν ἡμεῖς ἤ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ' ὅ (κάτι διαφορετικό ἀπ' ὅ,τι) εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω» (Γαλ. 1,8).

Οἱ ἀνωτέρω προϋποθέσεις τέθηκαν μέ τούς —καί φαίνεται τοῦτο καθαρά— καί ἀπό τούς λόγους τοῦ Κυρίου πρός τούς Ἀποστόλους: «Ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καί ἐπί γῆς.

Πορευθέντες οὖν μαθητεύσατε πάντα τά ἔθνη . . . διδάσκοντες αὐτούς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν». Καί ἡ σπουδαιότητα αὐτῶν τῶν προϋποθέσεων φαίνεται καί ἀπό τό γεγονός ὅτι μέ αὐτόν τόν τρόπο ἀπελευθερώνουμε τόν ἄνθρωπο. Ὁ ἀληθινός, ὁ γνήσιος λόγος, ἡ ἀλήθεια, τοῦ Κυρίου τόν ἐλευθερώνει.

Ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστός διαβεβαιώνει: «Ἐάν ὑμεῖς μείνητε ἐν τῷ λόγῳ τῷ ἐμῷ, ἀληθῶς μαθηταί μού ἐστε, καί γνώσεσθε τήν ἀλήθειαν, καί ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς» (Ἰω. 8,31-32).

Καί εἴπαμε προηγουμένως, ὅταν μία διδακτική ἐνέργεια ἀποβλέπει στό ὄφελος τοῦ ἄλλου καί ὄχι τοῦ ἑαυτοῦ μας, εἶναι ἱεραποστολική, ἐπιθυμητή καί δίκαιη, καί ὄχι προσηλυτιστική καί ἄδικη.

Πρέπει νά τονίσουμε, ὅτι ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ ἐλευθερώνει τόν ἄνθρωπο καί δέν τόν ὑποδουλώνει σέ ἀνθρώπινες διακηρύξεις, σέ ἀνθρώπινα ἐντάλματα, σέ ἀνθρώπινες νομοθεσίες καί θελήσεις.

«Μή γίνεσθε δοῦλοι ἀνθρώπων» (Α΄ Κορ. 7,23), συμβουλεύει ἡ Ἁγία Γραφή. Ἑπομένως ὁ κατά Χριστόν εὐαγγελισμός ἔχει σχέση μέ τήν ἐλευθερία τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως ἤ ἀλλιῶς μέ τή θρησκευτική ἐλευθερία καί γενικότερα μέ τήν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου.

Γιά ὅλους αὐτούς τούς λόγους κανένας δέν μπορεῖ νά κατηγορήσει τήν Ὀρθόδοξη χριστιανική κατήχηση, ὅπως καί τήν ἱεραποστολή, ὅτι ἀσκεῖ προσηλυτισμό, γιατί ἔχει ὅλα τά ἀνωτέρω θετικά γνωρίσματα χωρίς δόλο. Καί ἀντιθέτως: Ἄν ἀσκεῖ προσηλυτισμό, τότε δέν εἶναι οὔτε Ὀρθόδοξη, οὔτε ἐκκλησιαστική, οὔτε γνήσια χριστιανική.

Προτοῦ κλείσουμε τό παρόν ἄρθρο κρίνουμε σκόπιμο νά κάνουμε ὁρισμένες διευκρινίσεις:

α) Μᾶς διαβεβαιώνει ὁ Ἰησοῦς Χριστός ὅτι ἀπό τόν Θεό Πατέρα «ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καί ἐπί γῆς» (Ματθ. 28,18). Καί αὐτήν τήν ἐξουσία τήν ἔδωσε στούς μαθητές καί Ἀποστόλους Του καί τούς εἶπε: «Πορευθέντες, μαθητεύσατε πάντα τά ἔθνη» (Ματθ. 28,19). Πρέπει νά προσέξουμε ἐδῶ τό ἑξῆς: Λέει «πάντα τά Ἔθνη».

Δέν ἔκανε διάκριση καί τούς ἀπαγόρευσε νά πᾶνε σέ ὁρισμένα ἔθνη, τά ὁποῖα τυχόν θά εἶχαν ἤ θά ἔχουν διάφορες ἄλλες θρησκεῖες. Τούς εἶπε νά πᾶνε σέ ὅλα γενικῶς τά Ἔθνη τῆς γῆς, σέ ὅλους τούς λαούς τῆς γῆς, νά πᾶνε, ὅπου καί νά βρίσκονται. Ἄλλωστε τοῦ Κυρίου εἶναι «ἡ γῆ καί τό πλήρωμα αὐτῆς» (Α΄ Κορ. 10,26). Τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ γῆ καί ὅλοι οἱ κάτοικοι αὐτῆς, ἀσχέτως ὅτι πολλοί τήν ἐποφθαλμιοῦν καί μερικοί θέλουν νά τήν σφετερισθοῦν καί συγχρόνως νά κατακυριεύσουν τούς κατοικοῦντες ἐπάνω σ' αὐτήν.

β) Στό σημεῖο αὐτό ἴσως πρέπει νά κάνουμε σχόλιο καί γιά ἄλλο ἕνα πιθανό φαινόμενο. Εἶναι δηλ. ἐνδεχόμενο κάποιος πού διδάσκει «θρησκευτικά» νά εἶναι ἄθεος ἤ ἐκπρόσωπος ἄλλης θρησκείας, ὄχι τῆς Ὀρθοδόξου Χριστιανικῆς. Ὁπότε μπαίνει στή διαδικασία νά κάνει αὐτός προσηλυτισμό πρός τίς ἰδέες του, ἤ ἔστω πρός τίς ἀπόψεις μιᾶς κρατικῆς ὑπηρεσίας, τῆς ὁποίας εἶναι ἐντεταλμένος.

Ἰδιαιτέρως μάλιστα κινδυνεύει νά κάνει προσηλυτισμό, ὅταν ὁ μαθητής καί οἱ γονεῖς του εἶναι ἀνύποπτοι γι' αὐτό, ἀφοῦ αὐτός θά φέρει τό ἔνδυμα τοῦ ἐπίσημου δασκάλου καί δέν θά ἔχει δηλώσει τήν θρησκευτική του ἰδιότητα καί ταυτότητα. Καί ἄν τό «μάθημά» του τό παραδίδει ἐν γνώσει ὅλων τῶν ἀνωτέρω, μήπως ἀσκεῖ κατάφωρο ἤ καί αὐτόφωρο προσηλυτισμό σέ ἀθώους χριστιανούς; Καί μήπως ἀπό τήν ἄλλη μεριά, ἀπό τή μεριά τῶν ἁρμοδίων, ἔχουμε ἀσύγγνωστη ἀμέλεια, ὅταν δέν παρακολουθοῦν καί ἔτσι ἐπιτρέπουν αὐτές τίς καταστάσεις καί ἐξελίξεις;

Κλείνοντας τό ἄρθρο τίθεται ἐν τέλει τό ἐρώτημα: Ἦταν καί εἶναι Θεός ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος πανσόφως προνόησε, ἔθεσε καί ἔδωσε ἐγκαίρως αὐτές τίς θεμελιώδεις ἀρχές καί προδιαγραφές γιά τό χαρακτηρισμό μιᾶς πράξεως ὡς προσηλυτιστικῆς καί ἄδικης ἤ μή, ἤ δέν ἦταν καί δέν εἶναι Θεός;

Εμφανίσεις: 300471
FOLLOW ROMFEA: