Logo
Εκτύπωση

peinaΤου Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Πτολεμαΐδος κ. Εμμανουήλ | Romfea.gr


(Σκέψεις στο ποίημα του Α. Σικελιανού 1884-1951)

«Τη φοβερή οσμή, εκείνος πόχει καθάρια ανάσα, και στη χώρα μέσα την ανασαίνει, όθ' ήρθαμε!...»

Είναι δύσκολο να σχολιάζει κανείς ένα ποίημα. Και είναι ακόμη δυσκολότερο όταν αυτό το ποίημα δεν το ‘χει γράψει ένας ιδιαίτερα «πιστός» όπως τουλάχιστον διερμηνεύεται το πιστός μέσα από τη ζωή της Εκκλησίας.

Ο Άγγελος Σικελιανός δεν είχε την πίστη (για να γίνω πιο κατανοητός το γράφω αυτό) του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη ούτε ζούσε τη Μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας. Παρά ταύτα το πνεύμα του τόλμησε και κατόρθωσε να αγκαλιάσει «οικουμενικά» το Θεό και τον άνθρωπο, την εικόνα Του.

Μέσα από τα πολλά του ποιήματα είναι κι αυτό που ήδη αναφέρω και τολμώ την ελάχιστη επεξηγηματική και νοηματική προσέγγισή του.

Κάποιοι ίσως να πουν όχι τόσο «οικουμενικά» όσο «πανθεϊστικά» άγγιξε την του Θεού έννοια. Δεν θα το κρίνω αυτό εγώ ούτε θεωρώ ότι ωφελεί το να γίνεται λόγος γι’ αυτό. Ο προβληματισμός μου, απ’ τα μαθητικά ακόμη χρόνια που διδάχθηκα αυτό το ποίημα μέχρι σήμερα, ήταν και παραμένει έντονος τόσο από τον τίτλο αυτό καθαυτό όσο και από το περιεχόμενο και τα νοήματά του.

Ά-γραφον. Αυτό κατ’ αρχάς σημαίνει ότι ο ποιητής περιγράφει ένα «γεγονός» όπως ο ίδιος το φαντάσθηκε. Γι’ αυτό και όντας ειλικρινής και αληθινός του δίνει τον τίτλο Άγραφον, δηλαδή κάτι το οποίο δεν εμπεριέχεται μέσα στις Άγιες Σελίδες του Κανόνα της Καινής Διαθήκης - είναι εντελώς ξένο με το «γράμμα» της Γραφής, πολύ όμως φοβάμαι ότι είναι αρκετά «πλησίον» στο πνεύμα της Γραφής.

Έτσι, το οξύ πνεύμα του ποιητή συλλαμβάνει την ιδέα του να προχωρά ο Ιησούς μαζί με τους μαθητές Του κάπου έξω από τα σύνορα της πόλης. Υπάρχουν εικόνες και περιστατικά που πολλές φορές ο Ιησούς ευρέθη εκτός των ορίων της πόλεως όπως εκεί στο φρέαρ του Ιακώβ και στον περίφημο διάλογό Του με τη Σαμαρείτιδα. Παρά ταύτα, αυτό που περιγράφει ο ποιητής είναι, επαναλαμβάνω, εκτός Γραφής, είναι ά-Γραφον.

Με αυτό το πνεύμα φρονώ ότι ο ποιητής περιγράφει μια «εικονική πραγματικότητα» θα λέγαμε σήμερα. Εμφανίζει τον Ιησού να πορεύεται με τους μαθητές Του έξω από τα τείχη της πόλης και μάλιστα στο χώρο όπου η πόλη συγκέντρωνε το «σωρό» - τον τεράστιο όγκο των σκουπιδιών της. Εκεί, σ’ αυτό το σκουπιδότοπο παρουσιάζεται να σταματά ο Ιησούς με τους συνοδούς Του μαθητές. Ο Χριστός σταματά ατάραχος μπροστά στο φρικτό θέαμα των σκουπιδιών και πάνω απ’ όλα στη «φοβερή οσμή» που αναδυόταν.

Τότε οι μαθητές κάνοντας βήματα προς τα πίσω «πισθοχωρήσαν» όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο ποιητής. Και τότε οι μαθητές, μ’ ένα στόμα, Του είπαν «Ραββί, δεν νιώθεις τάχα την φοβερή οσμή και στέκεσαι έτσι…;».

Κι Εκείνος τους απαντά με την απόλυτη θεϊκή Του ηρεμία… «Την φοβερή οσμή αυτός πόχει καθάρια ανάσα και στην χώρα μέσα την ανασαίνει, όθ’ ήρθαμε… Μα εγώ αυτό που βγαίνει απ’ τη φθορά θαυμάζω… τα δόντια αυτού του σκύλου».

Ακριβώς στην κορυφή του όγκου των σκουπιδιών ήταν το «ψοφίμι ενός σκύλου». Κι ο Χριστός αυτό εθαύμασε «με την ψυχή του ολάκερη» όπως και πάλι ο ποιητής σημειώνει.

Και θαυμάζοντάς το εθαύμαζε αυτό που βγαίνει απ’ τη φθορά… «τα δόντια αυτού του σκύλου…» που για ΚΕΙΝΟΝ αντιφέγγιζε το αιώνιο... που για κάποιους διαχρονικά δυστυχώς είναι ανύπαρκτο!… Έτσι είπε ΚΕΙΝΟΣ και είτε το εννόησαν οι μαθητές Του είτε όχι, ακολούθησαν και πάλι το σιωπηλό Του δρόμο…

Σταματώ εδώ την ελάχιστη αυτή επεξηγηματική προσέγγιση αυτού του ποιήματος που εγγράφη κάποτε από έναν μη ιδιαίτερα δηλωμένο πιστό!...

Δεν επιθυμώ να ηθικολογήσω μέσα απ’ αυτό το ποίημα. Τα ηθικά συμπεράσματά του ας τα βγάλει κανείς ελεύθερα και αβίαστα μελετώντας το πνεύμα του ποιήματος και το ήθος του συγγραφέα.

Όταν υπερτονίζει κανείς την αγάπη κινδυνεύει να θεωρηθεί ότι παρέρχεται την αλήθεια!... Δεν υπάρχει όμως αλήθεια χωρίς αγάπη και αγάπη με απουσία της αλήθειας… Ο ποιητής μας εισάγει (όσοι θέλουν να εισαχθούν βέβαια) στο πνεύμα της αλήθειας εν αγάπη.

Η δυσοσμία και η κακοσμία που αναδύεται από τη σωρό των σκουπιδιών είναι η ίδια και ίσως και χειρότερη από τη δυσοσμία της κακίας σε όλες της τις μορφές που αναδύεται μέσα στις πόλεις και τις «κοινωνίες των ανθρώπων».

Χωρίς να κατηγοριοποιεί καμία ομάδα ανθρώπων, ο ποιητής διαπιστώνει μέσα από τις ποιητικές του σκέψεις και γραμμές τη σκληρή πραγματικότητα της τότε και της τώρα διαχρονικά ζωής.

Το απάνθρωπον, το ιδιοτελές, το εγωκεντρικόν, το αφιλάδελφον, το συκοφαντικόν, το δήθεν, το φαίνεσθαι και πολλά άλλα που δεσπόζουν στο σώμα της κοινωνίας μεταδίδοντας περισσότερη δυσοσμία - από τη δυσοσμία των σκουπιδιών και ενός ψόφιου ζώου!...

Ο ποιητής δεν πουλάει ηθική. Δεν την εμπορεύεται. Δεν νοικιάζει το μυαλό του… Μεταδίδει αυτό που ο νους του φαντάσθηκε και η ψυχή του τον οδήγησε. Εναρμονίζοντας προς στιγμή την σκέψη μου μ’ αυτή του ποιητή, κλείνω αυτό το πενιχρό αρθρογράφημά μου με τα λόγια του ίδιου του ποιητή…

«Τη φοβερή οσμή, εκείνος πόχει καθάρια ανάσα, και στη χώρα μέσα την ανασαίνει, όθ' ήρθαμε!...»

Ευχή καρδιάς επιτρέψατέ μου να καταθέσω μόνον. Είθε όλοι μας να ‘χουμε αυτή την καθάρια ανάσα που θα μας δίνει τη δυνατότητα αναπνέοντας την «κακοσμία» του κόσμου και εκπνέοντας συνεχώς και αδιαλείπτως την ευοσμία της αγάπης του Θεού. Του Θεού που για όλους τους ανθρώπους «ητοίμασε γαρ αυτοίς πόλιν!...».

Η αμαρτία των αμαρτιών είναι η κακία που φωλιάζει κάποτε άμεσα, κάποτε σταδιακά στα της ψυχής μας άπειρα βάθη… Δεν είναι τυχαίο ότι ο υμνωδός της Εκκλησίας μας αυτήν την κακία που προσωποποιήθηκε στον Ιούδα τον «μαθητή και διά-βολο…» την κατονομάζει δυσώδη κακία!...

Μια κακία που αναδύει περισσότερη δυσοσμία που μολύνει την ατμόσφαιρα ολόκληρη απ’ αυτή τη δυσοσμία του όγκου των σκουπιδιών!...

Στις μέρες της θρησκευτικής αποχρωματοποίησης ας συμπροσευχηθούμε συμπροβληματιζόμενοι μαζί με τις παρακάτω σκέψεις, που εν είδη προσευχής, καταθέτει ο ποιητής:

«Και να τώρα, βέβαια στερνός, το νου μου πώς σ' εκείνα, Κύριε, τα λόγια Σου γυρίζω, κι όλος μια σκέψη στέκομαι μπροστά Σου: Α!... δώσε, δώσ' και σ' εμένα, Κύριε, ενώ βαδίζω ολοένα ως έξω απ' της Σιών την πόλη, κι από τη μια της γης στην άλλη άκρη όλα είναι ρείπια, κι όλα είναι σκουπίδια, κι όλα είναι πτώματα άθαφτα που πνίγουν τη θεία πηγή τ' ανασασμού, ή στη χώρα είτ' έξω από τη χώρα· Κύριε, δώσ' μου, μες στη φριχτήν οσμήν οπού διαβαίνω, για μια στιγμή την άγια Σου γαλήνη, να σταματήσω ατάραχος στη μέση απ' τα ψοφίμια, και ν' αδράξω κάπου και στη δική μου τη ματιάν έν' άσπρο σημάδι, ως το χαλάζι, ωσάν το κρίνο· κάτι να λάμψει ξάφνου και βαθιά μου, έξω απ' τη σάψη, πέρα από τη σάψη του κόσμου, ωσάν τα δόντια αυτού του σκύλου, που, ω Κύριε, βλέποντάς τα εκειό το δείλι, τα 'χες θαμάσει, υπόσκεση μεγάλη, αντιφεγγιά του Αιώνιου, μα κι αντάμα σκληρή του Δίκαιου αστραπή κι ελπίδα!»

Γίνετε ενεργά η πηγή του Romfea.gr! Στείλτε ειδήσεις και φωτογραφίες που πιστεύετε πως ενδιαφέρουν τους αναγνώστες στο [email protected]
FOLLOW ROMFEA: